Σφοδρές αντιδράσεις προκάλεσε η τοποθέτηση του βουλευτή Πιερίας της ΝΔ Σπύρου Κουλκουδίνα για την ακρίβεια στα καύσιμα. Ο ίδιος καταγγέλλει διαστρέβλωση των λεγομένων του, όμως το πλήρες επιχείρημά του εξακολουθεί να προκαλεί συζήτηση: η κίνηση στους δρόμους παρουσιάστηκε ως ένδειξη «ανθεκτικότητας» των πολιτών απέναντι στις αυξήσεις.
Υπάρχουν φορές που μία πολιτική δήλωση προκαλεί αντιδράσεις επειδή απομονώνεται από τα συμφραζόμενά της.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου, ακόμη και όταν διαβάσεις ολόκληρο το επιχείρημα, το βασικό πρόβλημα παραμένει.
Η τοποθέτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Σπύρου Κουλκουδίνα για τη βενζίνη φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ο βουλευτής χρησιμοποίησε την κίνηση στη λεωφόρο Συγγρού ως ένα στοιχείο για να υποστηρίξει ότι, παρά την αύξηση της τιμής των καυσίμων, δεν παρατηρείται αντίστοιχη μείωση της κυκλοφορίας.
Και στη συνέχεια ήρθε η φράση που προκάλεσε τον μεγαλύτερο θόρυβο:
«Αν δεν το αντέχεις να δώσεις 10 ευρώ βενζίνη για να πας και να έρθεις στη δουλειά σου», χρησιμοποιείς τα μέσα μεταφοράς.
Το πρόβλημα με το επιχείρημα της… Συγγρού
Ακόμη και αφήνοντας στην άκρη την πολιτική αντιπαράθεση, υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα:
Μπορεί η κυκλοφοριακή συμφόρηση να χρησιμοποιείται ως αξιόπιστος δείκτης της οικονομικής δυνατότητας των νοικοκυριών;
Το γεγονός ότι κάποιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η αύξηση της βενζίνης δεν τον πιέζει.
Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι δεν έχει πρακτική εναλλακτική λύση.
Χιλιάδες εργαζόμενοι χρειάζονται το αυτοκίνητο για να φτάσουν στην εργασία τους. Άλλοι μεταφέρουν παιδιά. Άλλοι κατοικούν σε περιοχές με περιορισμένη ή καθόλου συγκοινωνιακή κάλυψη.
Και φυσικά υπάρχει ολόκληρη η ελληνική περιφέρεια.
Σε ένα νησί, σε ένα χωριό ή σε μια απομακρυσμένη περιοχή, το «πάρε τα ΜΜΜ» μπορεί απλώς να μην αποτελεί πραγματική επιλογή.
Άρα η παρουσία αυτοκινήτων στους δρόμους δεν αποδεικνύει οικονομική άνεση.
Αποδεικνύει πρωτίστως ότι τα αυτοκίνητα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.
Άλλο «πληρώνω» και άλλο «αντέχω»
Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγαλύτερο κενό του επιχειρήματος.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να συνεχίζει να πληρώνει τη βενζίνη επειδή πρέπει να πάει στη δουλειά του και ταυτόχρονα να αναγκάζεται να κόψει από άλλες δαπάνες.
Από το σούπερ μάρκετ.
Από την ψυχαγωγία.
Από τη θέρμανση.
Από την αποταμίευση.
Από οτιδήποτε μπορεί να περιορίσει.
Επομένως, το γεγονός ότι κάποιος εξακολουθεί να αγοράζει ένα αναγκαίο αγαθό δεν σημαίνει ότι η τιμή του είναι οικονομικά ανώδυνη.
Και μετά ήρθε η διευκρίνιση
Μετά τον θόρυβο, ο Σπύρος Κουλκουδίνας επανήλθε.
Κατήγγειλε «συνειδητή προσπάθεια διαστρέβλωσης» και υποστήριξε ότι απομονώθηκαν φράσεις από μια ευρύτερη τοποθέτηση.
Ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν είπε πως η κυβέρνηση δεν μειώνει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης επειδή υπάρχει κίνηση στους δρόμους.
Αυτό πράγματι είναι διαφορετικός ισχυρισμός και πρέπει να αποδίδεται σωστά.
Υποστήριξε ακόμη ότι η κυβέρνηση επιδιώκει δημοσιονομικό χώρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να καταστούν δυνατές περαιτέρω ελαφρύνσεις.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα:
Στην ίδια τη διευκρίνισή του επαναλαμβάνει ουσιαστικά ότι η μη μείωση της κυκλοφορίας αποτελεί ένδειξη της «αντοχής» της οικονομίας απέναντι στην αύξηση των καυσίμων.
Άρα η συζήτηση για το βασικό επιχείρημα παραμένει.
Το πολιτικό ζήτημα είναι μεγαλύτερο από μία ατάκα
Η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία τα καύσιμα αποτελούν ξανά μεγάλο πρόβλημα για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Και έρχεται επίσης μετά από μια σειρά δημόσιων συζητήσεων για το εάν κυβερνητικά στελέχη εμφανίζουν επαρκή επαφή με τις πραγματικές πιέσεις της καθημερινότητας.
Γι’ αυτό η συγκεκριμένη δήλωση ξεπέρασε γρήγορα το πρόσωπο του ίδιου του βουλευτή.
Μετατράπηκε σε πολιτικό ζήτημα.
Γιατί ένας εργαζόμενος που χρειάζεται καθημερινά το αυτοκίνητό του δεν ακούει μια οικονομική θεωρία όταν του λένε «πάρε τα μέσα».
Ακούει μια απάντηση στο δικό του καθημερινό πρόβλημα.
Η ακρίβεια δεν μετριέται από το μποτιλιάρισμα
Υπάρχουν πολύ πιο κατάλληλοι δείκτες για να αξιολογηθεί εάν μια κοινωνία «αντέχει».
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Η αγοραστική δύναμη.
Το κόστος στέγασης.
Οι ενεργειακές δαπάνες.
Το κόστος μετακίνησης.
Η δυνατότητα αποταμίευσης.
Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.
Το πόσο εισόδημα απομένει σε ένα νοικοκυριό αφού πληρώσει τις ανελαστικές του δαπάνες.
Το μποτιλιάρισμα στη Συγγρού δεν μπορεί από μόνο του να απαντήσει σε κανένα από αυτά.
Και αυτή είναι τελικά η ουσία της υπόθεσης.
Ο Σπύρος Κουλκουδίνας έχει δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η συνολική του τοποθέτηση παρουσιάστηκε αποσπασματικά.
Η διευκρίνισή του επίσης πρέπει να καταγράφεται.
Όμως και μετά τη διευκρίνιση παραμένει ένα απλό ερώτημα:
Αν ένας πολίτης εξακολουθεί να βάζει βενζίνη επειδή πρέπει να πάει στη δουλειά του, σημαίνει ότι «αντέχει» την τιμή — ή απλώς ότι δεν έχει άλλη επιλογή;
Και ίσως αυτή είναι η ερώτηση που εξηγεί καλύτερα γιατί μια φράση για «10 ευρώ βενζίνη» προκάλεσε τόσο μεγάλη πολιτική αντίδραση.



