Οι δημοσκόποι επιστρέφουν σταδιακά στη δράση μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και οι πρώτες παρασκηνιακές μετρήσεις φαίνεται να προκαλούν προβληματισμό στο Μέγαρο Μαξίμου, λίγες ημέρες πριν η πολιτική αντιπαράθεση μεταφερθεί στη ΔΕΘ.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Instanews, το οποίο επικαλείται ρεπορτάζ της στήλης «Παιχνίδια Εξουσίας» του Βασίλη Σκουρή, οι πρώτες μετρήσεις που κυκλοφορούν στο πολιτικό παρασκήνιο δεν καταγράφουν ουσιαστική μεταβολή των συσχετισμών μετά το καλοκαίρι.
Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη Νέα Δημοκρατία, καθώς οι προσδοκίες στο κυβερνητικό επιτελείο φαίνεται ότι ήταν υψηλότερες.
Η ΝΔ δεν ξεπερνά το ποσοστό των ευρωεκλογών
Το βασικό εύρημα που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, προκαλεί προβληματισμό είναι ότι σε καμία από τις πρώτες αυτές μετρήσεις η ΝΔ δεν εμφανίζεται να ξεπερνά το ποσοστό που είχε καταγράψει στις ευρωεκλογές.
Και αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα έχει προηγηθεί σειρά θετικών οικονομικών ειδήσεων, ενώ έχουν ήδη γίνει γνωστά ή διαρρεύσει πολλά από τα μέτρα που αναμένεται να παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ.
Η προσδοκία στην κυβέρνηση ήταν ότι η συζήτηση γύρω από τις οικονομικές παρεμβάσεις θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία για μια σταδιακή δημοσκοπική ανάκαμψη.
Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον σύμφωνα με τις συγκεκριμένες παρασκηνιακές μετρήσεις, αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει.
Ο δύσκολος στόχος του «3»
Πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στο κυβερνητικό επιτελείο υπήρχε η εκτίμηση ότι μια οργανωμένη και παρατεταμένη πολιτική εκστρατεία θα μπορούσε αρχικά να επαναφέρει τη ΝΔ στα επίπεδα των ευρωεκλογών.
Ο επόμενος στόχος θα ήταν σαφώς δυσκολότερος: να εμφανιστεί ξανά μπροστά από το ποσοστό της ΝΔ το «3», δηλαδή να επιστρέψει το κυβερνών κόμμα σε επίπεδα άνω του 30%.
Οι πρώτες ενδείξεις μετά το καλοκαίρι, όμως, δεν επιβεβαιώνουν ακόμη αυτό το σενάριο.
Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία η ΔΕΘ.
Η κυβέρνηση δεν καλείται απλώς να ανακοινώσει ένα πακέτο οικονομικών μέτρων. Καλείται να διαπιστώσει εάν οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά και το πολιτικό κλίμα.
Ούτε το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να κερδίζει
Υπάρχει, ωστόσο, και μία δεύτερη σημαντική παράμετρος.
Η στασιμότητα της ΝΔ δεν φαίνεται να μεταφράζεται αυτομάτως σε ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εμφανίζεται στις συγκεκριμένες μετρήσεις λίγο πάνω από το 10%, χωρίς επομένως να παρουσιάζει δυναμική που θα μπορούσε, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να ανατρέψει τις βασικές ισορροπίες.
Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι ίσως εξίσου σημαντικό με την εικόνα της ΝΔ.
Διότι δείχνει ότι η κυβερνητική φθορά δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη τους ψηφοφόρους προς τον βασικό θεσμικό αντίπαλο της κυβέρνησης.
Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί και στις επίσημες δημοσκοπήσεις που θα ακολουθήσουν, τότε το πολιτικό σκηνικό γίνεται αρκετά πιο σύνθετο.
Πού πηγαίνουν οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ακριβώς αυτό.
Εφόσον ένα μέρος των πολιτών απομακρύνεται από τη ΝΔ αλλά δεν κατευθύνεται μαζικά προς το ΠΑΣΟΚ, πού καταλήγει;
Η εικόνα που περιγράφεται στο δημοσίευμα δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δεν μετακινείται απλώς από το ένα κόμμα στο άλλο, αλλά αποστασιοποιείται συνολικά από το υπάρχον πολιτικό σύστημα.
Αυτό μπορεί να εκφράζεται με αναποφάσιστους, αποχή, χαλαρή κομματική ταύτιση ή αναζήτηση νέων πολιτικών σχηματισμών.
Το δημοσίευμα μάλιστα χαρακτηρίζει την αποστασιοποίηση σημαντικού μέρους των πολιτών από την πολιτική ως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα.
Ένα πολιτικό τοπίο χωρίς ισχυρό ρεύμα
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο συμπέρασμα των πρώτων μετρήσεων.
Δεν καταγράφεται αυτή τη στιγμή ούτε ένα ισχυρό κύμα επιστροφής ψηφοφόρων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη ούτε όμως ένα συμπαγές αντικυβερνητικό μέτωπο.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση εμφανίζεται να αντιμετωπίζει πραγματική φθορά, αλλά η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να τη μετατρέψει σε δική της δυναμική.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ρευστό πολιτικό περιβάλλον.
Και η ρευστότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο πλησιάζει η επόμενη εθνική εκλογική αναμέτρηση και εντείνεται η συζήτηση για ενδεχόμενες νέες πολιτικές πρωτοβουλίες και νέους φορείς.
Γιατί η ΔΕΘ γίνεται κρίσιμο τεστ
Υπό αυτές τις συνθήκες, η φετινή ΔΕΘ αποκτά χαρακτήρα πολιτικού και δημοσκοπικού τεστ για την κυβέρνηση.
Το Μαξίμου χρειάζεται να αποδείξει ότι τα οικονομικά μέτρα που θα ανακοινωθούν δεν έχουν απλώς θετική επικοινωνιακή απήχηση, αλλά μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινότητα και, τελικά, την πολιτική συμπεριφορά των πολιτών.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, το κόστος στέγασης και η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθούν να αποτελούν βασικά προβλήματα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Εάν οι ανακοινώσεις της ΔΕΘ δημιουργήσουν αίσθηση ουσιαστικής οικονομικής ανακούφισης, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το επόμενο διάστημα για να ανακτήσει μέρος των απωλειών της.
Εάν, αντίθετα, οι δημοσκοπήσεις που θα πραγματοποιηθούν μετά τη ΔΕΘ εξακολουθήσουν να δείχνουν στασιμότητα, τότε η συζήτηση για τα πολιτικά όρια της κυβερνητικής ανάκαμψης θα γίνει πολύ εντονότερη.
Το πραγματικό μήνυμα των πρώτων μετρήσεων
Προς το παρόν χρειάζεται μία σημαντική επισήμανση: δεν πρόκειται για δημοσιευμένη δημοσκόπηση με γνωστή εταιρεία, δείγμα, ημερομηνίες πεδίου και αναλυτικά ποσοστά, αλλά για πληροφορίες σχετικά με μετρήσεις που, κατά το δημοσίευμα, κυκλοφορούν στο παρασκήνιο.
Επομένως, τα στοιχεία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την ίδια βαρύτητα που θα είχε μια πλήρης και επώνυμη δημοσκόπηση.
Ωστόσο, το πολιτικό μήνυμα που μεταφέρει το συγκεκριμένο ρεπορτάζ είναι σαφές:
Η ΝΔ δεν εμφανίζει ακόμη την ανάκαμψη που προσδοκούσε το κυβερνητικό επιτελείο, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να μετατρέπεται σε βασικό αποδέκτη της κυβερνητικής φθοράς και ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος παραμένει πολιτικά αποστασιοποιημένο.
Και κάπως έτσι, η πρώτη πραγματικά μεγάλη δημοσκοπική μάχη του φθινοπώρου μεταφέρεται για μετά τη ΔΕΘ.
Εκεί θα φανεί εάν τα κυβερνητικά μέτρα μπορούν πράγματι να αλλάξουν την εικόνα – ή εάν το πολιτικό σκηνικό έχει εισέλθει πλέον σε μια περίοδο βαθύτερης και πιο δύσκολα αναστρέψιμης ρευστότητας.



