Η θεωρία των «δύο άκρων» επιστρέφει από τη ΝΔ: Όταν το ΚΚΕ μπαίνει στην ίδια ζυγαριά με τον ναζισμό

Οι δηλώσεις του Κωνσταντίνου Κυρανάκη για το ΚΚΕ και τον Ηλία Κασιδιάρη ανοίγουν μια βαθύτερη πολιτική και ιστορική συζήτηση. Η εξίσωση διαφορετικών ιδεολογιών, η ιστορική μνήμη της Αντίστασης, οι ευρωπαϊκές αποφάσεις και το ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατία απομακρύνεται από τη μεταπολιτευτική παράδοση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Από τον Κασιδιάρη στο ΚΚΕ: Μια απάντηση που λέει πολλά

Μια ερώτηση για τη δημοσκοπική απήχηση του κόμματος του Ηλία Κασιδιάρη στάθηκε αφορμή για να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο η πολυσυζητημένη θεωρία των «δύο άκρων».

Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, σύμφωνα με τις δηλώσεις που δημοσιοποιήθηκαν, δεν περιορίστηκε στον σχολιασμό της εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς. Επέλεξε να αναφερθεί και στο ΚΚΕ, παρουσιάζοντας τα δύο πολιτικά ρεύματα ως αντίστοιχες εκφράσεις αυταρχισμού.

«Ο κόσμος ψηφίζει ΚΚΕ που είναι επίσης ένα αυταρχικό κόμμα το οποίο δεν πιστεύει στην δημοκρατία», υποστήριξε, συνδέοντας την κριτική του με τη στάση του κόμματος απέναντι στον Στάλιν.

Στη συνέχεια έθεσε στην ίδια πολιτική ζυγαριά τον Χίτλερ και τον Στάλιν, τον ναζισμό και τον κομμουνισμό, επικαλούμενος και την ευρωπαϊκή ημέρα μνήμης για τα θύματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Η τοποθέτηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αυστηρή κριτική στην ιδεολογία του ΚΚΕ. Αναδεικνύει μια συγκεκριμένη αντίληψη για την ιστορία και τη δημοκρατία, σύμφωνα με την οποία η κομμουνιστική Αριστερά και η ναζιστική ακροδεξιά μπορούν να αντιμετωπίζονται ως πολιτικά ισοδύναμα φαινόμενα.

Και εδώ αρχίζουν τα σοβαρά προβλήματα.

Η ιστορία δεν χωράει σε μια πολιτική ζυγαριά

Η ιστορική αποτίμηση του σταλινισμού, των διώξεων, των εκκαθαρίσεων και των μαζικών εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στη Σοβιετική Ένωση είναι απολύτως θεμιτή και αναγκαία.

Κανένα πολιτικό σύστημα δεν δικαιούται ιστορική ασυλία και κανένα έγκλημα δεν πρέπει να αποσιωπάται επειδή διαπράχθηκε στο όνομα μιας ιδεολογίας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο ναζισμός και ο κομμουνισμός αποτελούν ταυτόσημα ιστορικά και πολιτικά φαινόμενα.

Ο ναζισμός συγκροτήθηκε γύρω από τη φυλετική ιεραρχία, τον αντισημιτισμό, τον επεκτατικό πόλεμο και την εξόντωση πληθυσμών. Η κομμουνιστική ιδεολογία έχει διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες, ενώ η ιστορική εφαρμογή της περιλαμβάνει διαφορετικά καθεστώτα, πρακτικές και εμπειρίες.

Οι εγκληματικές πράξεις συγκεκριμένων κομμουνιστικών καθεστώτων δεν μπορούν να διαγράφονται. Ούτε, όμως, μπορούν να χρησιμοποιούνται για να ταυτιστεί συλλήβδην κάθε κομμουνιστής, κάθε κομμουνιστικό κόμμα και κάθε ιστορική μορφή της Αριστεράς με τον ναζισμό.

Υπάρχει, άλλωστε, ένα ιστορικό γεγονός που καμία πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να παρακάμψει: η καθοριστική συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη στρατιωτική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος.

Αυτό δεν ακυρώνει τα εγκλήματα του σταλινισμού. Ακυρώνει, όμως, την ευκολία με την οποία επιχειρείται να παρουσιαστεί ολόκληρη η ιστορική διαδρομή των δύο πλευρών ως ένα και το αυτό.

Η Καισαριανή και η ελληνική ιστορική εμπειρία

Στην Ελλάδα η συζήτηση έχει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Το ΚΚΕ και οι κομμουνιστές διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην οργανωμένη Εθνική Αντίσταση, ιδιαίτερα μέσα από το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ.

Η ιστορία της Κατοχής, των εκτελέσεων, των φυλακίσεων και των αντιστασιακών αγώνων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συλλογικής μνήμης.

Οι 200 εκτελεσμένοι στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 δεν αποτελούν μια αφηρημένη ιδεολογική αναφορά. Είναι συγκεκριμένα θύματα της ναζιστικής κατοχικής βίας, πολλοί από τους οποίους ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι.

Η ιστορική αυτή πραγματικότητα δεν μπορεί να παραμερίζεται όταν γίνεται συζήτηση για τη σχέση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος με τον ναζισμό.

Ασφαλώς, η αναγνώριση της αντιστασιακής προσφοράς δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερη πολιτική θέση του ΚΚΕ είναι υπεράνω κριτικής.

Σημαίνει, όμως, ότι η ιστορία απαιτεί διακρίσεις, ακρίβεια και σεβασμό στα πραγματικά γεγονότα.

Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στη σημερινή Νέα Δημοκρατία

Υπάρχει και μια ουσιαστική πολιτική αντίφαση για τη Νέα Δημοκρατία.

Η μεταπολιτευτική της ταυτότητα συνδέθηκε με την απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να νομιμοποιήσει το ΚΚΕ το 1974, τερματίζοντας δεκαετίες θεσμικού αποκλεισμού.

Η επιλογή εκείνη είχε ιδιαίτερο δημοκρατικό συμβολισμό. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να θεωρείται ολοκληρωμένη όσο ένα σημαντικό τμήμα της πολιτικής κοινωνίας παρέμενε εκτός νομιμότητας.

Η Νέα Δημοκρατία δεν εγκατέλειψε τις ιδεολογικές της διαφωνίες με το ΚΚΕ. Αναγνώρισε, όμως, ότι η δημοκρατική νομιμότητα δεν προϋποθέτει ιδεολογική συμφωνία.

Σήμερα, η ρητορική περί «δύο άκρων» επαναφέρει μια διαφορετική προσέγγιση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν πρόκειται για προσωπική τοποθέτηση ενός στελέχους ή για ευρύτερη πολιτική κατεύθυνση της κυβερνητικής παράταξης.

Η απουσία δημόσιας αποδοκιμασίας δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι μια θέση αποτελεί επίσημη κυβερνητική πολιτική. Ωστόσο, δημιουργεί εύλογο πολιτικό αίτημα για διευκρινίσεις από την ηγεσία της ΝΔ.

Τι πραγματικά έχει αποφασίσει η Ευρώπη

Η επίκληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρειάζεται επίσης προσοχή.

Η 23η Αυγούστου έχει καθιερωθεί ως ευρωπαϊκή ημέρα μνήμης για τα θύματα των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων, με ιδιαίτερη αναφορά στον ναζισμό και τον σταλινισμό.

Η ιστορική μνήμη των θυμάτων αυτών αποτελεί θεμιτό και σημαντικό ευρωπαϊκό στόχο.

Ωστόσο, η αναγνώριση των εγκλημάτων διαφορετικών ολοκληρωτικών καθεστώτων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με νομική εξίσωση όλων των πολιτικών κομμάτων που αναφέρονται στον κομμουνισμό με ναζιστικές οργανώσεις.

Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει γενική απαγόρευση των κομμουνιστικών κομμάτων.

Σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη υπάρχουν περιορισμοί σε συγκεκριμένα κομμουνιστικά σύμβολα ή οργανώσεις. Το νομικό καθεστώς, όμως, διαφέρει ανά χώρα και δεν προκύπτει ότι αντίστοιχη απαγόρευση έχει αποφασιστεί για την Ελλάδα.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική, διότι διαφορετικά μια πολιτική κριτική μετατρέπεται σε πρόβλεψη περί επικείμενης απαγόρευσης χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Ο κίνδυνος της συλλογικής ενοχοποίησης

Η δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίζει με αυστηρότητα την πολιτική βία, τον ρατσισμό, την υποκίνηση εγκληματικών ενεργειών και κάθε απόπειρα κατάλυσης των θεσμών.

Ταυτόχρονα, όμως, οφείλει να προστατεύει τον πολιτικό πλουραλισμό και το δικαίωμα των πολιτών να υποστηρίζουν ακόμη και ριζοσπαστικές ιδεολογίες, εφόσον δρουν μέσα στο συνταγματικό πλαίσιο.

Η μετάβαση από την κριτική ενός αυταρχικού καθεστώτος στη συλλογική ενοχοποίηση ενός νόμιμου πολιτικού κόμματος είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό βήμα.

Γι’ αυτό και η θεωρία των «δύο άκρων» γίνεται προβληματική όταν χρησιμοποιείται όχι για τη μελέτη της ιστορίας, αλλά για τη γενικευμένη απαξίωση πολιτικών αντιπάλων.

Και το ΚΚΕ έχει να απαντήσει σε ένα πολιτικό ερώτημα

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία.

Το ΚΚΕ έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί συνολική κριτική στα υπόλοιπα κόμματα και στις πολιτικές τους επιλογές.

Ωστόσο, η ιδεολογική διαφωνία δεν καταργεί τις πραγματικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ως προς τις δημοκρατικές ελευθερίες, τον ιστορικό αναθεωρητισμό και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς.

Ένα ευρύτερο δημοκρατικό μέτωπο απέναντι στην εξίσωση του ναζισμού με κάθε έκφραση της κομμουνιστικής Αριστεράς προϋποθέτει την αναγνώριση αυτών των διαφορών.

Δεν απαιτεί πολιτική ή ιδεολογική σύμπλευση. Απαιτεί, όμως, την παραδοχή ότι δεν είναι όλες οι αντιπαραθέσεις ίδιες και ότι υπάρχουν ζητήματα θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών στα οποία μπορούν να διαμορφωθούν ευρύτερες συγκλίσεις.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται ιστορικές απλουστεύσεις

Η αντιπαράθεση που προκάλεσαν οι δηλώσεις Κυρανάκη ξεπερνά τα όρια μιας συνηθισμένης κομματικής διαφωνίας.

Αγγίζει την ιστορική μνήμη, τη μεταπολιτευτική δημοκρατική παράδοση και τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει τους ιδεολογικούς της αντιπάλους.

Η κριτική στον σταλινισμό είναι αναγκαία. Η καταδίκη των ναζιστικών εγκλημάτων είναι αδιαπραγμάτευτη. Η προστασία της δημοκρατίας, όμως, απαιτεί να μην υποκαθιστούμε την ιστορική ανάλυση με εύκολες εξισώσεις.

Το πραγματικό ερώτημα για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι αν διαφωνεί με το ΚΚΕ. Αυτό είναι αυτονόητο.

Είναι αν επιθυμεί να συνεχίσει την παράδοση μιας δημοκρατικής παράταξης που αναγνωρίζει τη νομιμότητα του πολιτικού αντιπάλου ή αν επιλέγει μια ρητορική που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική αντιπαράθεση και τη συλλογική ιδεολογική ενοχοποίηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ