Μια δημόσια παραδοχή ότι πρόσφατες δηλώσεις κυβερνητικών και κομματικών στελεχών ήταν «ατυχείς» ήρθε από τον υφυπουργό Εξωτερικών Γιάννη Λοβέρδο, αναδεικνύοντας την αμηχανία που προκαλούν στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας ορισμένες πολιτικές τοποθετήσεις.
Η παρέμβαση του Γιάννη Λοβέρδου από το βήμα της Βουλής αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν προήλθε από κάποιο στέλεχος της αντιπολίτευσης, αλλά από μέλος της ίδιας της κυβέρνησης.
«Άκουσα πολλές τελευταίες δηλώσεις οι οποίες ήταν όντως ατυχείς», ανέφερε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σχολιάζοντας το κλίμα που διαμορφώνεται στην πολιτική αντιπαράθεση.
Οι τρεις δηλώσεις που άναψαν φωτιές
Το τελευταίο διάστημα τρεις διαφορετικές τοποθετήσεις στελεχών της Νέας Δημοκρατίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η πρώτη αποδίδεται στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη και αφορά τη σύνδεση του αποτελέσματος των επόμενων εκλογών με την απειλή από την Τουρκία.
Η δεύτερη αφορά τον Χάρη Θεοχάρη και τον διαχωρισμό των πολιτών με βάση την κομματική τους προτίμηση, με αναφορές σε «νοικοκύρηδες» και «κακομοίρηδες».
Η τρίτη προέρχεται από τον Άγγελο Συρίγο και αφορά τους χειρισμούς της Ελλάδας στην υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης στην περιοχή της Κάσου.
Πρόκειται για τρεις διαφορετικές παρεμβάσεις, με διαφορετικό περιεχόμενο, οι οποίες ωστόσο προκάλεσαν αντιδράσεις και άνοιξαν συζήτηση για τον δημόσιο λόγο των κυβερνητικών στελεχών.
Ο Λοβέρδος μίλησε για εκνευρισμό και ανασφάλεια
Ο υφυπουργός Εξωτερικών συνέδεσε τέτοιου είδους τοποθετήσεις με την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.
Κατά την εκτίμησή του, η πορεία προς τις κάλπες μπορεί να δημιουργεί «εκνευρισμό και ανασφάλεια», οδηγώντας πολιτικά πρόσωπα σε δηλώσεις που τελικά λειτουργούν εις βάρος τόσο των ίδιων όσο και της παράταξής τους.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Ο Γιάννης Λοβέρδος δεν αμφισβήτησε απλώς τη διατύπωση ορισμένων απόψεων, αλλά αναγνώρισε δημόσια ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν αρνητικές συνέπειες.
Το πολιτικό πρόβλημα πίσω από τις δηλώσεις
Το ζήτημα για τη Νέα Δημοκρατία δεν περιορίζεται στις αντιδράσεις που προκαλεί κάθε μεμονωμένη δήλωση.
Όταν κυβερνητικά στελέχη χρησιμοποιούν εκφράσεις που επιδέχονται έντονη κριτική και στη συνέχεια άλλα στελέχη αναγκάζονται να τις χαρακτηρίζουν ατυχείς, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει ενιαία επικοινωνιακή γραμμή.
Ειδικά όταν η συζήτηση αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή τον χαρακτηρισμό πολιτών ανάλογα με την ψήφο τους, η πολιτική αντιπαράθεση ξεπερνά τα όρια μιας απλής εσωκομματικής διαφωνίας.
Η δημόσια παρέμβαση Λοβέρδου δείχνει ότι ο προβληματισμός για τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται ορισμένα στελέχη δεν περιορίζεται στην αντιπολίτευση.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης: η κριτική για τις «ατυχείς» δηλώσεις ακούστηκε αυτή τη φορά από τα ίδια τα κυβερνητικά έδρανα.



