Ο Ανδρέας Λοβέρδος έδωσε σήμερα μια ενδιαφέρουσα πολιτική ερμηνεία για τη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το ύφος και τις δηλώσεις στελεχών της Νέας Δημοκρατίας.
Κατά τον ίδιο, οι επίμαχες δηλώσεις περί αλαζονείας «δεν γράφουν» στον κόσμο.
Και προχώρησε ακόμη περισσότερο:
«Δεν καθορίζουν τίποτα και δεν δημιουργούν προβλήματα στην εκλογική δύναμη της παράταξης».
Σεβαστή πολιτική εκτίμηση.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:
η ίδια η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να έχει ανοίξει μια πολύ διαφορετική συζήτηση.
Γιατί εάν όλα αυτά πράγματι «δεν γράφουν», τότε γιατί κορυφαία και έμπειρα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης αισθάνονται την ανάγκη να προειδοποιούν δημοσίως για αλαζονεία;
Δεν το είπε η αντιπολίτευση
Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε.
Η συζήτηση για την αλαζονεία δεν αποτελεί αποκλειστικά αντιπολιτευτικό αφήγημα.
Ο Δημήτρης Καιρίδης δήλωσε ότι «το πρόβλημά της ΝΔ είναι ο κακός μας εαυτός και η αλαζονεία».
Και δεν έμεινε εκεί.
Μίλησε για ανθρώπους που έχουν «εθιστεί στο καλάμι» έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης και ζήτησε από όσους «καβαλικεύουν» να «ξεκαβαλικεύσουν».
Αντίστοιχα, ο βουλευτής Δημήτρης Καλογερόπουλος μίλησε για πολίτες που έχουν αρχίσει να κουράζονται και για στελέχη που πρέπει να κατεβάσουν «τις μύτες» τους.
Αυτά δεν τα είπε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν τα είπε το ΠΑΣΟΚ.
Δεν τα είπε κάποιος αντικυβερνητικός σχολιαστής.
Τα είπαν βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.
Και αυτό είναι ένα πραγματικό πολιτικό γεγονός.
Και μετά ήρθε η συζήτηση για το επίδομα ανεργίας
Η δήλωση του Παύλου Μαρινάκη για το επίδομα ανεργίας είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του προβλήματος.
Για λόγους ακρίβειας πρέπει να καταγράφεται ολόκληρη η θέση του.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν πρότεινε απλώς να σταματά η στήριξη των ανέργων μετά από δύο μήνες.
Εξέφρασε ως προσωπική άποψη ένα διαφορετικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η επιδότηση της ανεργίας θα μπορούσε να μετατρέπεται σε επιδότηση της εργασίας, ενώ ξεκαθάρισε ότι αυτό δεν αποτελεί κυβερνητικό σχεδιασμό.
Αυτό είναι το πλήρες πλαίσιο.
Αλλά ακόμη και έτσι, η παρέμβαση προκάλεσε αντιδράσεις μέσα στη ΝΔ.
Η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι κακώς άνοιξε αυτή η συζήτηση και ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικός.
Άρα κάτι προφανώς «έγραψε».
Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το πόσο.
Μπορούμε να συζητήσουμε εάν θα έχει οποιαδήποτε εκλογική επίδραση.
Αυτό σήμερα κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει με βεβαιότητα.
Αλλά το ότι η δήλωση δημιούργησε πολιτικό θέμα είναι καταγεγραμμένο γεγονός.
Το «δεν γράφει» δεν είναι μέτρηση
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα στην τοποθέτηση Λοβέρδου.
Με ποιο αντικειμενικό δεδομένο γνωρίζουμε ότι αυτές οι δηλώσεις «δεν γράφουν»;
Υπάρχει δημοσκόπηση που ρώτησε τους πολίτες συγκεκριμένα γι’ αυτές;
Υπάρχει μέτρηση που απομόνωσε την εκλογική τους επίδραση;
Εάν υπάρχει, να τη δούμε.
Διαφορετικά μιλάμε για πολιτική εκτίμηση.
Και μάλιστα για μια εκτίμηση που έρχεται σε αντίθεση με την ανησυχία που εκφράζουν δημόσια στελέχη του ίδιου κόμματος.
Γιατί είναι άλλο να πεις:
«Εκτιμώ ότι δεν θα επηρεάσουν σημαντικά τους ψηφοφόρους».
Και άλλο:
«Δεν καθορίζουν τίποτα».
Το δεύτερο χρειάζεται απόδειξη.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι μία φράση
Κανένα κόμμα πιθανότατα δεν κερδίζει ή χάνει εκλογές από μία άστοχη δήλωση.
Οι πολίτες ψηφίζουν με βάση πολύ περισσότερα πράγματα:
οικονομία, εισόδημα, ακρίβεια, δημόσια υγεία, παιδεία, ασφάλεια, θεσμούς, κυβερνητική αποτελεσματικότητα, πρόσωπα και εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κάποιος ότι μία ατυχής φράση καθορίζει την εκλογική συμπεριφορά.
Όμως εδώ η συζήτηση που έχει ανοίξει στο εσωτερικό της ΝΔ αφορά κάτι ευρύτερο.
Αφορά το ύφος.
Την εικόνα που δημιουργείται όταν διαφορετικά κυβερνητικά στελέχη χρησιμοποιούν εκφράσεις που προκαλούν αντιδράσεις.
Και κυρίως αφορά τον κίνδυνο που εντοπίζουν οι ίδιοι οι βουλευτές της πλειοψηφίας έπειτα από επτά χρόνια στην εξουσία:
την απόσταση από την καθημερινότητα του πολίτη.
Όταν μιλά ο Καιρίδης για «καλάμι», κάτι βλέπει
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Δεν γίνεται από τη μία πλευρά στελέχη της ΝΔ να βγαίνουν δημόσια και να λένε περίπου:
«Προσέξτε, υπάρχει αλαζονεία».
Και από την άλλη να υποστηρίζουμε ότι η συζήτηση για την αλαζονεία δεν έχει καμία πολιτική σημασία.
Κάτι από τα δύο δεν ταιριάζει.
Ή ο Καιρίδης, η Μπακογιάννη και άλλοι ανησυχούν χωρίς λόγο.
Ή έχουν αντιληφθεί ότι το ύφος μιας κυβέρνησης έπειτα από πολλά χρόνια εξουσίας είναι πολιτικό ζήτημα που χρειάζεται προσοχή.
Και το δεύτερο φαίνεται πολύ πιο συμβατό με όσα οι ίδιοι λένε δημοσίως.
Η αλαζονεία δεν μετριέται μόνο στην κάλπη
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Ακόμη και αν δεχτούμε για χάρη της συζήτησης ότι μια συγκεκριμένη δήλωση δεν κοστίζει ούτε μία ψήφο στη ΝΔ, αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει;
Ο δημόσιος λόγος των υπουργών και των κυβερνητικών στελεχών αξιολογείται μόνο από το αν μετακινεί μισή μονάδα στις δημοσκοπήσεις;
Προφανώς όχι.
Μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το εάν μια συμπεριφορά «γράφει» εκλογικά.
Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο μιλά στους πολίτες.
Από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την κριτική.
Από το εάν δείχνει ότι αντιλαμβάνεται τις πραγματικές δυσκολίες της κοινωνίας.
Και από το εάν, ύστερα από επτά χρόνια στην εξουσία, εξακολουθεί να ακούει.
Το ερώτημα λοιπόν επιστρέφει στον Ανδρέα Λοβέρδο
Μπορεί πράγματι ο Ανδρέας Λοβέρδος να αποδειχθεί σωστός στην εκτίμησή του.
Μπορεί αυτές οι δηλώσεις να έχουν ελάχιστη ή μη μετρήσιμη εκλογική επίδραση.
Αυτό θα φανεί.
Εκείνο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί είναι ότι η συζήτηση περί αλαζονείας υπάρχει πλέον μέσα στην ίδια τη Νέα Δημοκρατία.
Και όταν βουλευτές ενός κυβερνώντος κόμματος μιλούν δημόσια για «καλάμια», «μύτες ψηλά» και ανάγκη να αντιμετωπιστεί η αλαζονεία, δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει απλώς:
«Δεν γράφουν».
Γιατί μπορεί μια μεμονωμένη φράση να ξεχαστεί.
Μπορεί δύο να περάσουν.
Όταν όμως αρχίζουν να μιλούν για το ίδιο πρόβλημα οι άνθρωποι μέσα στο ίδιο το κυβερνών κόμμα, τότε το ερώτημα παύει να είναι αν «γράφει».
Το ερώτημα γίνεται πολύ πιο απλό:
Γιατί αισθάνονται την ανάγκη να το λένε;



