Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι πλέον μία άστοχη φράση. Είναι ότι οι άστοχες φράσεις αρχίζουν να σχηματίζουν πολιτικό μοτίβο.
Μετά τις αλλεπάλληλες δηλώσεις κυβερνητικών και «γαλάζιων» στελεχών που προκάλεσαν αντιδράσεις, στο κυβερνητικό στρατόπεδο επιχειρείται να πέσουν οι τόνοι και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διακινούνται στο πολιτικό παρασκήνιο, να γίνει πολύ πιο προσεκτική η δημόσια παρουσία όσων εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο… νέας γκάφας.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι απλό: προσοχή στον τρόπο με τον οποίο μιλάτε για την κοινωνία, ακόμη κι όταν ο πραγματικός στόχος είναι η αντιπολίτευση.
Και υπάρχει λόγος.
Διότι άλλο πράγμα είναι να επιτίθεσαι πολιτικά στον αντίπαλό σου και άλλο να χρησιμοποιείς διατυπώσεις που μπορούν να εκληφθούν ως απαξιωτικές για πολίτες οι οποίοι πιέζονται από την ακρίβεια.
Οι «κακομοίρηδες» του Θεοχάρη
Το τελευταίο επεισόδιο ήρθε από τον υφυπουργό Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη.
Σε αντιπαράθεση στο Action24, ο Θεοχάρης χρησιμοποίησε τη φράση:
«Έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη, υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες».
Η αναφορά προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και υποχρέωσε τον ίδιο να επανέλθει δημοσίως, χαρακτηρίζοντας τη φράση του λανθασμένη.
Και αυτή τη φορά δεν ακολούθησε μόνο η κλασική πολιτική αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση.
Ήρθε και η αποδοκιμασία από το ίδιο το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη διατύπωση «άστοχη» και υπενθύμισε τη θέση του πρωθυπουργού ότι η κυβέρνηση απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Παράλληλα, σημείωσε ότι η ΝΔ είναι «λαϊκή παράταξη» και ότι οποιαδήποτε δήλωση βρίσκεται έξω από αυτή τη λογική είναι λανθασμένη.
Αυτό έχει τη σημασία του.
Δεν επρόκειτο για προσπάθεια να υποστηριχθεί ότι η φράση παρερμηνεύθηκε.
Ήταν σαφής δημόσια αποστασιοποίηση από τη διατύπωση.
Ο ίδιος ο Θεοχάρης αναγκάστηκε να ανασκευάσει
Ο Χάρης Θεοχάρης επανήλθε στον Alpha Radio και αναγνώρισε ότι είχε εκφραστεί λανθασμένα.
«Εξέφρασα μια λανθασμένη φράση», παραδέχθηκε, επιχειρώντας να εξηγήσει ότι η τοποθέτησή του αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα περιγράφουν την κατάσταση της χώρας και όχι την απαξίωση κοινωνικών ομάδων.
Μόνο που στην πολιτική η ανασκευή σπανίως εξαφανίζει την αρχική εικόνα.
Η λέξη «κακομοίρης» είχε ήδη φύγει από το τηλεοπτικό στούντιο, είχε γίνει τίτλος και είχε προκαλέσει αντιδράσεις.
Και κυρίως προστέθηκε σε μια ακολουθία δηλώσεων που προκαλεί πολιτικό πονοκέφαλο στο κυβερνητικό επιτελείο.
Είχε προηγηθεί ο Κουλκουδίνας και τα «10 ευρώ»
Λίγο νωρίτερα είχε δημιουργηθεί θόρυβος με τον βουλευτή της ΝΔ Σπύρο Κουλκουδίνα, εξαιτίας αναφοράς του στο κόστος μετακίνησης με αυτοκίνητο.
Η φράση που απομονώθηκε από τη συνέντευξή του ήταν ότι εάν κάποιος δεν αντέχει να διαθέσει 10 ευρώ για βενζίνη προκειμένου να πάει και να επιστρέψει από την εργασία του, μπορεί να χρησιμοποιεί μέσα μεταφοράς.
Στην περίπτωση Κουλκουδίνα, πάντως, το Μέγαρο Μαξίμου επέλεξε διαφορετική αντιμετώπιση.
Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι απομονώθηκαν λίγα δευτερόλεπτα μιας μεγαλύτερης συνέντευξης και ότι, αν εξεταστεί συνολικά η τοποθέτηση του βουλευτή, δεν προκύπτει έλλειψη ενσυναίσθησης απέναντι στα προβλήματα της κοινωνίας.
Άρα έχουμε δύο διαφορετικές κυβερνητικές αντιδράσεις:
Στον Κουλκουδίνα, κάλυψη με επίκληση του συνολικού context.
Στον Θεοχάρη, δημόσια παραδοχή ότι η διατύπωση ήταν άστοχη.
Το κοινό στοιχείο όμως είναι άλλο: και στις δύο περιπτώσεις η κυβέρνηση αναγκάστηκε να δαπανήσει πολιτικό και επικοινωνιακό χρόνο για να εξηγήσει τι πραγματικά εννοούσε ένα δικό της στέλεχος.
Το πρόβλημα είναι η συγκυρία
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα για το Μαξίμου.
Οι συγκεκριμένες δηλώσεις δεν γίνονται σε πολιτικό κενό.
Γίνονται την ώρα που η ακρίβεια αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα που απασχολούν τα νοικοκυριά, με τις τιμές των καυσίμων, της ενέργειας και βασικών προϊόντων να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Γι’ αυτό και μια φράση περί «κακομοίρηδων» ή μια αναφορά στα «10 ευρώ βενζίνη» αποκτά πολύ μεγαλύτερη πολιτική ένταση από εκείνη που πιθανότατα υπολόγιζε αυτός που την είπε.
Δεν κρίνεται μόνο η πρόθεση.
Κρίνεται και η εικόνα που δημιουργείται.
Το Μαξίμου προσπαθεί να κλείσει το μέτωπο
Οι πληροφορίες περί αυστηρότερης επικοινωνιακής πειθαρχίας και περιορισμού των εμφανίσεων στελεχών που θεωρούνται επιρρεπή σε λεκτικές αστοχίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως από την κυβέρνηση.
Ωστόσο, η δημόσια παρέμβαση Μαρινάκη δείχνει ήδη τα όρια που θέλει να θέσει το Μαξίμου.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν περιορίστηκε στο να πει ότι ο Θεοχάρης ανασκεύασε.
Έθεσε και το πολιτικό πλαίσιο: όποιος εκτίθεται δημοσίως μπορεί να κάνει λάθος, αλλά πρέπει να το αναγνωρίζει, ενώ οι ανάγκες και τα προβλήματα των πολιτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με το «σωστό ύφος».
Η αναφορά στο ύφος μόνο τυχαία δεν είναι.
Γιατί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει πλέον η κυβέρνηση δεν είναι αποκλειστικά τι πολιτική εφαρμόζει.
Είναι και πώς μιλούν για τον κόσμο οι άνθρωποι που την εκπροσωπούν.
Όταν μία λέξη καταπίνει ολόκληρη την πολιτική ατζέντα
Εδώ βρίσκεται και η επικοινωνιακή παγίδα για το Μέγαρο Μαξίμου.
Μπορεί μια κυβέρνηση να παρουσιάζει επί ώρες οικονομικά στοιχεία, αυξήσεις μισθών, επιδόματα ή φορολογικές παρεμβάσεις.
Αρκούν όμως μερικά δευτερόλεπτα μιας τηλεοπτικής εμφάνισης και μία λέξη όπως «κακομοίρης» για να μεταφερθεί ολόκληρη η δημόσια συζήτηση αλλού.
Και μετά ξεκινά η γνωστή διαδικασία:
Διευκρίνιση.
Ανασκευή.
Εξήγηση.
Κυβερνητική τοποθέτηση.
Προσπάθεια αλλαγής ατζέντας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν τέτοια περιστατικά επαναλαμβάνονται.
Γιατί τότε παύουν να αντιμετωπίζονται από τους πολιτικούς αντιπάλους ως μεμονωμένες γκάφες και χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για μια ευρύτερη κατηγορία περί απόστασης κυβερνητικών στελεχών από την καθημερινότητα των πολιτών.
Η λέξη που δεν θέλει να ξανακούσει το Μαξίμου
Η κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να κλείσει το συγκεκριμένο μέτωπο.
Ο Θεοχάρης ανασκεύασε.
Ο Μαρινάκης τον αποδοκίμασε ως προς τη συγκεκριμένη διατύπωση.
Τον Κουλκουδίνα τον κάλυψε υποστηρίζοντας ότι απομονώθηκε ένα μικρό απόσπασμα από μια πολύ μεγαλύτερη τοποθέτηση.
Όμως η πολιτική ζημιά μιας δήλωσης δεν υπολογίζεται μόνο από το τι ήθελε να πει κάποιος.
Υπολογίζεται και από τι άκουσε τελικά ο πολίτης.
Και αυτό φαίνεται ότι αρχίζει να απασχολεί σοβαρά το κυβερνητικό επιτελείο.
Γιατί σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής πιέζει σημαντικό μέρος της κοινωνίας, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το Μέγαρο Μαξίμου είναι να δίνει την εντύπωση ότι κυβερνητικά στελέχη κοιτούν την καθημερινότητα των πολιτών από απόσταση.
Γι’ αυτό και το μήνυμα προς υπουργούς και βουλευτές, είτε έχει δοθεί οργανωμένα είτε προκύπτει πλέον αυτονόητα από τις δημόσιες παρεμβάσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, είναι εξαιρετικά απλό:
Προσέξτε τι λέτε.
Γιατί μια λέξη χρειάζεται δευτερόλεπτα για να ειπωθεί.
Και πολλές ημέρες για να μαζευτεί.



