Μια νέα πολιτική συζήτηση, που αφορά όχι μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα της Νέας Δημοκρατίας αλλά και την επόμενη ημέρα στην ηγεσία της, άνοιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την αναφορά του στο 25%. Η συγκεκριμένη δήλωση προκάλεσε διαφορετικές ερμηνείες στο κυβερνών κόμμα και στην αντιπολίτευση, ενώ επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα ποιο ποσοστό θα μπορούσε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Η απόσταση ανάμεσα στο 25% και στο περίπου 37,5% που προκύπτει από συγκεκριμένο εκλογικό σενάριο αποτυπώνει δύο διαφορετικά ζητήματα: την πολιτική αξιολόγηση της ηγεσίας και τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.
Η συζήτηση για το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη απέκτησε νέα διάσταση μετά τη συνέντευξη που παραχώρησε στις 9 Οκτωβρίου στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ.
Ο πρωθυπουργός, απαντώντας σε ερώτηση για τα σενάρια αλλαγής ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές, αναγνώρισε ότι ένα αποτέλεσμα της τάξης του 25% θα δικαιολογούσε την αμφισβήτησή του.
Η αναφορά αυτή προκάλεσε πολιτικές συζητήσεις, καθώς για πρώτη φορά ο ίδιος συνέδεσε τόσο συγκεκριμένα ένα εκλογικό ποσοστό με την αξιολόγηση της παραμονής του στην προεδρία της ΝΔ.
Δεν ανακοίνωσε, πάντως, έναν αυτόματο μηχανισμό παραίτησης εάν το κόμμα λάβει ακριβώς 25%.
Αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα δημιουργούσε εύλογο ζήτημα πολιτικής ευθύνης και ηγεσίας.
Η διαφορά είναι ουσιαστική, καθώς άλλο είναι η αποδοχή της πολιτικής αξιολόγησης και άλλο μια εκ των προτέρων δεσμευτική απόφαση αποχώρησης.
Γιατί ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στο 25%
Το ποσοστό δεν είναι τυχαίο από εκλογική άποψη.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, το πρώτο κόμμα αρχίζει να δικαιούται μπόνους εδρών όταν συγκεντρώνει τουλάχιστον 25% των εγκύρων ψήφων.
Στο συγκεκριμένο όριο το μπόνους είναι 20 έδρες και αυξάνεται σταδιακά όσο μεγαλώνει το ποσοστό του πρώτου κόμματος, μέχρι το ανώτατο όριο των 50 εδρών.
Επομένως, ένα αποτέλεσμα κάτω από το 25% θα σήμαινε ότι ακόμη και το πρώτο κόμμα δεν θα εξασφάλιζε το πρόσθετο κοινοβουλευτικό πλεονέκτημα.
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ίδιο ποσοστό συνδέθηκε αναπόφευκτα με αυτή την εκλογική πραγματικότητα.
Παράλληλα, όμως, το 25% αποκτά και πολιτική σημασία, καθώς βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τα ποσοστά με τα οποία η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις προηγούμενες εθνικές εκλογές.
Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα οδηγούσε σε συζήτηση για την απώλεια εκλογικής επιρροής, την κυβερνητική φθορά και τις ευθύνες της ηγεσίας.
Το ερώτημα για ένα αποτέλεσμα 26% ή 27%
Η δήλωση του πρωθυπουργού δημιούργησε και ένα δεύτερο ερώτημα.
Τι θα συνέβαινε εάν η Νέα Δημοκρατία λάμβανε ποσοστό μεγαλύτερο από 25%, αλλά αρκετά χαμηλότερο από εκείνο των προηγούμενων εθνικών εκλογών;
Για παράδειγμα, ένα αποτέλεσμα 26% ή 27% θα ξεπερνούσε το όριο που αναφέρθηκε στη συνέντευξη, αλλά θα υπολειπόταν ακόμη και του 28,31% των ευρωεκλογών του 2024.
Στο εσωτερικό της ΝΔ διατυπώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις για την πολιτική αξιολόγηση ενός τέτοιου αποτελέσματος.
Μία άποψη είναι ότι ο αρχηγός του πρώτου κόμματος μπορεί να συνεχίσει να ηγείται της προσπάθειας σχηματισμού κυβέρνησης, ακόμη και με σημαντικά μειωμένο ποσοστό.
Μια άλλη προσέγγιση θεωρεί ότι η έκταση της εκλογικής υποχώρησης θα μπορούσε να δημιουργήσει ζήτημα ηγεσίας ανεξάρτητα από το εάν το αποτέλεσμα βρίσκεται λίγο πάνω από το 25%.
Η τελική εξέλιξη, ωστόσο, θα εξαρτιόταν από το εκλογικό αποτέλεσμα, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τις διαδικασίες του κόμματος.
Το προηγούμενο του Αντώνη Σαμαρά το 2012
Στη συζήτηση επανέρχεται και η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά.
Στις εκλογές του Μαΐου 2012, η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε ποσοστό 18,85% και εξέλεξε 108 βουλευτές, με το εκλογικό σύστημα που ίσχυε τότε.
Ο Αντώνης Σαμαράς παρέμεινε στην ηγεσία και οδήγησε τη ΝΔ στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου.
Στη δεύτερη αναμέτρηση, το κόμμα έλαβε 29,66% και 129 έδρες.
Ακολούθησε ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ.
Το παράδειγμα δείχνει ότι μια εκλογική επίδοση δεν οδηγεί αυτομάτως σε αλλαγή αρχηγού.
Υπάρχουν, όμως, ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στο 2012 και στη σημερινή πολιτική συγκυρία, τόσο ως προς το εκλογικό σύστημα όσο και ως προς τις συνθήκες σχηματισμού κυβέρνησης.
Γι’ αυτό το ιστορικό προηγούμενο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ασφαλής οδηγός για το τι θα συμβεί μετά τις επόμενες εκλογές.
Πόσες έδρες δίνει ένα ποσοστό κάτω από 25%
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι η κοινοβουλευτική αποτύπωση ενός αποτελέσματος κοντά στο 25%.
Εάν η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωνε 24,9% και αναδεικνυόταν πρώτο κόμμα, δεν θα λάμβανε μπόνους εδρών.
Με την υπόθεση ότι τα κόμματα εκτός Βουλής συγκεντρώνουν συνολικά 8%, το ποσοστό αυτό θα αντιστοιχούσε περίπου σε 81 έδρες με την απλή αναλογική κατανομή των 300 εδρών.
Ο ακριβής αριθμός θα εξαρτιόταν από τα συνολικά εκλογικά αποτελέσματα και την εφαρμογή των κανόνων κατανομής.
Αντίθετα, με ποσοστό 25%, το πρώτο κόμμα θα αποκτούσε το αρχικό μπόνους των 20 εδρών.
Η διαφορά είναι σημαντική και εξηγεί γιατί το όριο του 25% έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στον εκλογικό σχεδιασμό.
Με τι ποσοστό μπορεί να προκύψει αυτοδυναμία
Το επόμενο ερώτημα αφορά το ποσοστό που χρειάζεται το πρώτο κόμμα για να εξασφαλίσει τουλάχιστον 151 βουλευτές.
Δεν υπάρχει ένα σταθερό ποσοστό αυτοδυναμίας που να ισχύει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των υπόλοιπων κομμάτων.
Καθοριστικό ρόλο παίζει το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που δεν καταφέρνουν να εισέλθουν στη Βουλή.
Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το ποσοστό, τόσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο των κοινοβουλευτικών εδρών που αναλογεί στα κόμματα που ξεπερνούν το όριο του 3%.
Στο σενάριο που παρουσιάζεται στο δημοσίευμα, εάν τα εκτός Βουλής κόμματα συγκεντρώσουν 8%, ένα ποσοστό περίπου 37,5% για τη Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να οδηγήσει σε 152 έδρες.
Πρόκειται για αριθμητικό παράδειγμα, όχι για δεδομένο αποτέλεσμα ή πρόβλεψη.
Η τελική κατανομή θα εξαρτηθεί από το σύνολο των ψήφων και των κομμάτων που θα συμμετάσχουν στη νέα Βουλή.
Σε κάθε περίπτωση, το παράδειγμα αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στο όριο του 25% και στο ποσοστό που θα μπορούσε να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.
Η αυτοδυναμία και το ενδεχόμενο συνεργασιών
Εφόσον το πρώτο κόμμα δεν εξασφαλίσει 151 έδρες, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας.
Σε αυτή την περίπτωση, δεν αρκεί μόνο το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας.
Απαραίτητη είναι η εξέταση της κοινοβουλευτικής δύναμης των υπόλοιπων κομμάτων, αλλά και των πολιτικών τους θέσεων σχετικά με πιθανές συνεργασίες.
Ένα αποτέλεσμα που θα διατηρούσε τη ΝΔ στην πρώτη θέση δεν θα εξασφάλιζε από μόνο του κυβερνητική πλειοψηφία.
Αντίστοιχα, η αδυναμία αυτοδυναμίας δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση.
Το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες διερευνητικών εντολών για τον σχηματισμό κυβέρνησης όταν κανένα κόμμα δεν διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία.
Η έκβασή τους εξαρτάται από τις αποφάσεις και τις συμφωνίες των πολιτικών δυνάμεων.
Τα διαφορετικά μηνύματα της δήλωσης
Η αναφορά Μητσοτάκη στο 25% ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους.
Στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, ορισμένα στελέχη θεωρούν ότι ο πρωθυπουργός επιχείρησε να περιορίσει τα σενάρια πρόωρης αμφισβήτησης της ηγεσίας του, μεταφέροντας τη σχετική συζήτηση μετά τις εκλογές.
Άλλοι εκτιμούν ότι θέλησε να υπογραμμίσει πως η πολιτική ευθύνη αφορά όλους τους αρχηγούς και πως η εκλογική επίδοση αποτελεί βασικό κριτήριο αξιολόγησης.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, η αναφορά στο 25% αντιμετωπίζεται και ως προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα χαμηλότερο όριο πολιτικής αποτυχίας.
Σύμφωνα με αυτή την κριτική, η συζήτηση μετατοπίζεται από τη σύγκριση με τα προηγούμενα εκλογικά αποτελέσματα σε ένα συγκεκριμένο κατώφλι, πάνω από το οποίο η ηγεσία θα μπορούσε να διεκδικήσει τη συνέχισή της.
Πρόκειται για διαφορετικές πολιτικές ερμηνείες, οι οποίες δεν αποδεικνύουν από μόνες τους την πρόθεση πίσω από τη δήλωση του πρωθυπουργού.
Η επόμενη ημέρα στη Νέα Δημοκρατία
Το ζήτημα της ηγεσίας συνδέεται με ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς θα αξιολογηθεί το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών από το κυβερνών κόμμα.
Η πρωτιά, η απόσταση από το δεύτερο κόμμα, η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης και η σύγκριση με προηγούμενες εκλογικές επιδόσεις αποτελούν διαφορετικά κριτήρια.
Ένα κόμμα μπορεί να παραμείνει πρώτο και ταυτόχρονα να έχει υποστεί σημαντική εκλογική υποχώρηση.
Μπορεί επίσης να αυξήσει τη διαφορά του από τους ανταγωνιστές του χωρίς να συγκεντρώσει αρκετές έδρες για αυτοδυναμία.
Γι’ αυτό και η αξιολόγηση της επόμενης ημέρας δεν περιορίζεται σε ένα μόνο ποσοστό.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η συζήτηση θα αφορά τόσο την κυβερνητική προοπτική όσο και τη στρατηγική που θα επιλέξει η παράταξη μετά τις κάλπες.
Το 25% ως πολιτικό ορόσημο
Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ήδη δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Το 25% συνδέεται πλέον με τη συζήτηση για την πολιτική ευθύνη της ηγεσίας, ενώ παραμένει ταυτόχρονα το θεσμικό όριο ενεργοποίησης του μπόνους εδρών.
Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του ποσοστού δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία ούτε επιλύει αυτομάτως το ζήτημα σχηματισμού κυβέρνησης.
Το παράδειγμα του 37,5%, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δείχνει πόσο διαφορετική είναι η αριθμητική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Το βασικό πολιτικό ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι εάν η εκλογική επιτυχία της Νέας Δημοκρατίας θα κριθεί από την πρώτη θέση, από τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης ή από τη σύγκριση με τα ποσοστά που κατέγραψε στις προηγούμενες εκλογές.
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί πριν από την κάλπη. Η αναφορά στο 25%, όμως, έχει ήδη μετατρέψει τη μετεκλογική ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας σε μέρος της προεκλογικής συζήτησης.



