Η αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές της άνοιξης του 2027 φαίνεται πως έχει αρχίσει για τη Νέα Δημοκρατία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιστρέφει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να στρέφει πλέον την προσοχή του στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Στο κυβερνητικό επιτελείο μπαίνουν στην πρώτη γραμμή η ακρίβεια, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η φοροδιαφυγή και η διαφθορά, την ώρα που επιταχύνονται οι κομματικές διαδικασίες για την προετοιμασία του νέου προεκλογικού προγράμματος.
Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αναπόφευκτο: γιατί η κυβέρνηση χρειάζεται να επαναφέρει με τόση ένταση αυτά τα ζητήματα τώρα, ύστερα από περισσότερα από επτά χρόνια στην εξουσία;
Η ακρίβεια επιστρέφει στην κορυφή της ατζέντας – Αλλά δεν εμφανίστηκε χθες
Το Μέγαρο Μαξίμου παρουσιάζει την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του αυξημένου ενεργειακού κόστους ως βασικές προτεραιότητες της νέας περιόδου.
Η κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη στήριξης της κοινωνίας απέναντι στις εξωγενείς κρίσεις, επιχειρώντας να αναδείξει τις παρεμβάσεις της για την προστασία των νοικοκυριών.
Ωστόσο, η ακρίβεια δεν αποτελεί καινούργιο πρόβλημα που προέκυψε λίγο πριν από τις εκλογές.
Οι αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών, το κόστος της στέγασης, οι λογαριασμοί ενέργειας και η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα έχουν απασχολήσει την ελληνική κοινωνία επί χρόνια.
Η επίκληση των διεθνών κρίσεων εξηγεί ένα μέρος των πιέσεων, αλλά δεν καταργεί την ευθύνη της κυβέρνησης να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των δικών της πολιτικών.
Και αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο ζήτημα: δεν αρκεί να αναγνωρίζεται προεκλογικά το πρόβλημα. Χρειάζεται να εξηγηθεί γιατί, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν ήδη εφαρμοστεί, η ακρίβεια εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή των κυβερνητικών προτεραιοτήτων.
«Νομιμότητα παντού»: Το σύνθημα και η δοκιμασία της πράξης
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση επιδιώκει να συνδέσει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με την κοινωνική δικαιοσύνη, προβάλλοντας το δόγμα «νομιμότητα παντού».
Πρόκειται για ένα σύνθημα με ισχυρό επικοινωνιακό περιεχόμενο.
Η αποτελεσματικότητά του, όμως, δεν μπορεί να αξιολογηθεί από τη συχνότητα με την οποία επαναλαμβάνεται.
Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς απαιτεί σταθερούς ελέγχους, ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών, αποτελεσματική δικαστική συνέχεια και διαφάνεια ως προς τα τελικά αποτελέσματα.
Οι αποκαλύψεις μεγάλων υποθέσεων αποτελούν σημαντικό έργο των ελεγκτικών και διωκτικών μηχανισμών.
Δεν απαντούν, όμως, από μόνες τους στο ερώτημα πώς αναπτύχθηκαν οι παράνομες δραστηριότητες, πόσο καιρό λειτουργούσαν και ποια κενά εποπτείας ενδεχομένως εκμεταλλεύτηκαν.
Το κυβερνητικό σύνθημα θα κριθεί επομένως από το κατά πόσο η νομιμότητα εφαρμόζεται με συνέπεια και χωρίς εξαιρέσεις, όχι από την προεκλογική του προβολή.
Μηδενική ανοχή στην αλαζονεία – Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οδηγία του πρωθυπουργού προς τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας για διαρκή επαφή με την κοινωνία και μηδενική ανοχή σε φαινόμενα αλαζονείας και αυταρέσκειας.
Η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ξεχωριστή πολιτική σημασία.
Όταν ένας πρωθυπουργός, έπειτα από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, θεωρεί αναγκαίο να υπενθυμίσει στα στελέχη του ότι πρέπει να αποφεύγουν την αλαζονεία και να βρίσκονται κοντά στους πολίτες, δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα.
Γιατί χρειάζεται αυτή η υπενθύμιση;
Η επαφή με την κοινωνία δεν αποτελεί προεκλογική τεχνική που ενεργοποιείται όταν πλησιάζουν οι κάλπες. Είναι διαρκής υποχρέωση όσων ασκούν εξουσία.
Το ίδιο ισχύει και για την αποφυγή της αλαζονείας.
Εάν η ηγεσία της ΝΔ θεωρεί ότι υπάρχουν συμπεριφορές που πρέπει να αλλάξουν, η ουσιαστική απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις οδηγίες, αλλά στις συγκεκριμένες πολιτικές και οργανωτικές αλλαγές που θα ακολουθήσουν.
Συνεδριάσεις και κομματική κινητοποίηση
Η νέα εβδομάδα ξεκινά με συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σύσκεψη της Εκτελεστικής Γραμματείας της Νέας Δημοκρατίας.
Η δεύτερη συνεδρίαση αναμένεται να σηματοδοτήσει την εντατικοποίηση της προεκλογικής προετοιμασίας του κυβερνώντος κόμματος.
Στις διεργασίες συμμετέχουν κορυφαία κυβερνητικά και κομματικά στελέχη, με στόχο τον συντονισμό της παράταξης και την ενίσχυση της παρουσίας της στην κοινωνία.
Η κινητοποίηση αυτή αποτυπώνει ότι η Νέα Δημοκρατία οργανώνεται ήδη για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Παράλληλα, όμως, αναδεικνύει και μια βασική πολιτική αντίφαση: ενώ η κυβέρνηση βρίσκεται ακόμη στη διάρκεια της θητείας της, σημαντικό μέρος της δημόσιας συζήτησης μεταφέρεται ήδη από τον απολογισμό της διακυβέρνησης στην προετοιμασία της επόμενης εκλογικής διεκδίκησης.
Οι πολίτες, ωστόσο, δεν καλούνται μόνο να αξιολογήσουν τις υποσχέσεις για το 2027. Έχουν μπροστά τους και τα αποτελέσματα της περιόδου που προηγήθηκε.
Ο Χατζηδάκης αναλαμβάνει το νέο πρόγραμμα – Τι απέγινε το προηγούμενο;
Κεντρικό ρόλο στην κατάρτιση του νέου προεκλογικού προγράμματος αναλαμβάνει ο Κωστής Χατζηδάκης.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, έως τις 15 Δεκεμβρίου αναμένεται να έχουν κατατεθεί οι προτάσεις κυβερνητικών στελεχών, βουλευτών και κομματικών οργανώσεων.
Θα ακολουθήσει η αξιολόγηση και η σύνθεσή τους, ώστε οι βασικοί άξονες του προγράμματος να παρουσιαστούν σταδιακά ενόψει των εκλογών της άνοιξης του 2027.
Η διαδικασία προβλέπει και τη συμμετοχή των ενεργών μελών της ΝΔ μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Η συμμετοχή των μελών στη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων είναι θεμιτή και μπορεί να συμβάλει στον εσωκομματικό διάλογο.
Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, αφορά τον απολογισμό των προηγούμενων κυβερνητικών δεσμεύσεων.
Ποιες υλοποιήθηκαν πλήρως;
Ποιες εφαρμόστηκαν εν μέρει;
Ποιες παραμένουν σε εκκρεμότητα;
Και γιατί χρειάζεται νέα προγραμματική δέσμευση για προβλήματα που αποτελούν κυβερνητικές προτεραιότητες εδώ και χρόνια;
Χωρίς έναν αναλυτικό απολογισμό, κάθε νέο προεκλογικό πρόγραμμα κινδυνεύει να παρουσιαστεί ως μια καινούργια αρχή, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση της προηγούμενης.
Από την κυβερνητική ευθύνη στην προεκλογική υπόσχεση
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στην εξουσία από τον Ιούλιο του 2019.
Επομένως, η προεκλογική της επιχειρηματολογία για την ακρίβεια, τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και τη λειτουργία του κράτους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να προέρχεται από κόμμα που διεκδικεί για πρώτη φορά τη διακυβέρνηση.
Η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει νέο πρόγραμμα και νέες προτεραιότητες.
Έχει, όμως, και την υποχρέωση να εξηγήσει τι πέτυχε, τι δεν πέτυχε και για ποιους λόγους.
Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στην προεκλογική υπόσχεση ενός κόμματος της αντιπολίτευσης και στην προεκλογική υπόσχεση μιας κυβέρνησης που έχει ήδη ασκήσει εξουσία επί δύο συνεχόμενες θητείες.
Στη δεύτερη περίπτωση, η αξιοπιστία των δεσμεύσεων κρίνεται και από το προηγούμενο έργο.
Το πραγματικό δίλημμα πριν από τις κάλπες
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να επαναφέρει την ακρίβεια και τη νομιμότητα στο επίκεντρο της κυβερνητικής ατζέντας, την ίδια στιγμή που οργανώνει την προεκλογική προετοιμασία της Νέας Δημοκρατίας.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο ποια ζητήματα θα επιλέξει να αναδείξει το Μέγαρο Μαξίμου.
Είναι και πώς θα απαντήσει στα ερωτήματα που προκύπτουν από τη μέχρι σήμερα διακυβέρνηση.
Γιατί η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά;
Ποια αποτελέσματα έχουν αποδώσει οι πολιτικές για τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή;
Γιατί χρειάζονται νέες οδηγίες κατά της αλαζονείας;
Και ποια είναι η πραγματική πρόοδος των προηγούμενων κυβερνητικών δεσμεύσεων;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που δεν μπορούν να παρακαμφθούν με ένα νέο προεκλογικό πρόγραμμα ή με την ανανέωση των κυβερνητικών συνθημάτων.
Γιατί ύστερα από επτά και πλέον χρόνια στην εξουσία, η Νέα Δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο για όσα υπόσχεται να κάνει.
Κρίνεται πρωτίστως για όσα είχε ήδη τον χρόνο και τη δυνατότητα να κάνει.



