Όσο πλησιάζει η χώρα προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, τόσο περισσότερο αυξάνεται η εσωτερική πίεση στη Νέα Δημοκρατία. Δημόσιες διαφοροποιήσεις βουλευτών, δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που προκαλούν αντιδράσεις και η συζήτηση γύρω από τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά δημιουργούν μια δύσκολη εξίσωση για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον επανέρχεται ένα γνώριμο ερώτημα: θα επιχειρήσει ο πρωθυπουργός έναν ακόμη ανασχηματισμό;
Το τελευταίο διάστημα η εικόνα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας απέχει από εκείνη ενός κόμματος που κινείται χωρίς αναταράξεις προς τις κάλπες.
Οι δημόσιες διαφοροποιήσεις βουλευτών έχουν αυξηθεί, κυβερνητικά στελέχη προκαλούν αντιδράσεις με τοποθετήσεις τους και το Μέγαρο Μαξίμου καλείται συχνά να διαχειριστεί όχι μόνο τις πολιτικές συνέπειες κυβερνητικών αποφάσεων, αλλά και τις συνέπειες του τρόπου με τον οποίο αυτές παρουσιάζονται.
Μέσα σε αυτό το κλίμα έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν ξανά σενάρια για έναν περιορισμένο ανασχηματισμό ή για επιμέρους αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα.
Ωστόσο, οι πληροφορίες που διακινούνται από κυβερνητικές πηγές και πολιτικά παρασκήνια δεν συγκλίνουν απαραίτητα προς αυτή την κατεύθυνση.
Και υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος λόγος.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος θα φύγει – αλλά ποιος δεν θα μπει
Κάθε ανασχηματισμός δημιουργεί δύο κατηγορίες πολιτικών στελεχών.
Εκείνους που μπαίνουν στην κυβέρνηση και εκείνους που περίμεναν να μπουν και τελικά μένουν εκτός.
Στη σημερινή συγκυρία, η δεύτερη κατηγορία μπορεί να είναι περισσότερο επικίνδυνη πολιτικά για το Μέγαρο Μαξίμου.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται πλέον σε μια περίοδο κατά την οποία η εσωκομματική συνοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, οι βουλευτές σκέφτονται αναπόφευκτα περισσότερο την εκλογική τους περιφέρεια, την προσωπική τους επανεκλογή και τη θέση τους στην επόμενη ημέρα της παράταξης.
Ένας ανασχηματισμός θα μπορούσε επομένως να δημιουργήσει νέες προσδοκίες αλλά και νέες απογοητεύσεις.
Ένας βουλευτής που θεωρεί ότι δικαιούται μια κυβερνητική θέση και τελικά βλέπει κάποιον άλλο να την καταλαμβάνει μπορεί να αποκτήσει έναν επιπλέον λόγο να διαφοροποιείται δημόσια.
Και αυτό είναι ίσως το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται σήμερα το Μαξίμου.
Οι εσωκομματικές διαφοροποιήσεις πληθαίνουν
Το πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ότι το τελευταίο διάστημα οι διαφοροποιήσεις δεν προέρχονται αποκλειστικά από ένα συγκεκριμένο εσωκομματικό μπλοκ.
Βουλευτές της ΝΔ έχουν εμφανιστεί να ζητούν διαφορετικές πολιτικές σε ζητήματα καθημερινότητας, οικονομίας και κοινωνικής πολιτικής, ενώ άλλοι έχουν ασκήσει δημόσια κριτική ακόμη και σε κυβερνητικούς χειρισμούς.
Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη αντιπαράθεση του Γιώργου Βλάχου στη Βουλή με τον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Δημήτρη Μαρκόπουλο για το ζήτημα των δανειοληπτών και τη συμπεριφορά των funds.
Ο Γιώργος Βλάχος εμφανίστηκε έντονα δυσαρεστημένος από την απάντηση που έλαβε, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι ο υφυπουργός τού απάντησε για πολλά πράγματα εκτός από εκείνα που είχε ρωτήσει.
Ανεξάρτητα από την πολιτική διάσταση που μπορεί να δώσει κανείς στο συγκεκριμένο επεισόδιο, το γεγονός ότι ένας κυβερνητικός βουλευτής αντιπαρατίθεται τόσο ανοιχτά με μέλος της κυβέρνησης αποτελεί ένδειξη των πιέσεων που υπάρχουν στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Οι δηλώσεις που δημιουργούν δεύτερο μέτωπο
Υπάρχει όμως και ένα διαφορετικό πρόβλημα.
Δεν είναι μόνο οι βουλευτές που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
Είναι και κυβερνητικά ή κομματικά στελέχη που με δημόσιες τοποθετήσεις τους δημιουργούν αντιδράσεις και αναγκάζουν το Μαξίμου να διαχειρίζεται επικοινωνιακές κρίσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Χάρη Θεοχάρη περί «νοικοκύρηδων» και «κακομοίρηδων», οι οποίες προκάλεσαν πολιτική αντιπαράθεση.
Αντίστοιχη συζήτηση έχει προκληθεί και από άλλες δηλώσεις στελεχών της ΝΔ το τελευταίο διάστημα.
Η Ντόρα Μπακογιάννη έχει μάλιστα μιλήσει δημόσια για συμπεριφορές αλαζονείας, δείχνοντας ότι ο προβληματισμός δεν υπάρχει μόνο στην αντιπολίτευση αλλά καταγράφεται και στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης.
Για το Μέγαρο Μαξίμου αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα.
Από τη μία χρειάζεται να επιβάλει πειθαρχία και να στείλει μήνυμα ότι συμπεριφορές που προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις δεν περνούν απαρατήρητες.
Από την άλλη, μια γενικευμένη αλλαγή προσώπων θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη εσωτερική αναστάτωση.
Και στη μέση… ο Αντώνης Σαμαράς
Υπάρχει όμως ακόμη ένας παράγοντας που κάνει την εξίσωση πιο περίπλοκη.
Ο Αντώνης Σαμαράς.
Τα σενάρια για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον πρώην πρωθυπουργό παραμένουν στο πολιτικό προσκήνιο και κάθε εσωτερική αναταραχή στη Νέα Δημοκρατία αποκτά υπό αυτό το πρίσμα διαφορετική σημασία.
Ένας δυσαρεστημένος βουλευτής ή ένα στέλεχος που αισθάνεται ότι δεν έχει πλέον πολιτικό χώρο μέσα στη ΝΔ μπορεί θεωρητικά να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής προσέγγισης από ένα νέο κόμμα που θα κινηθεί στα δεξιά της σημερινής Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εσωκομματική διαφωνία οδηγεί αυτομάτως προς τον Αντώνη Σαμαρά.
Σημαίνει όμως ότι το Μαξίμου έχει έναν επιπλέον λόγο να αποφεύγει τη δημιουργία νέων δυσαρεστημένων.
Γιατί ο ανασχηματισμός μπορεί να γίνει μπούμερανγκ
Ένας ανασχηματισμός υπό κανονικές συνθήκες μπορεί να χρησιμοποιηθεί από έναν πρωθυπουργό ως εργαλείο πολιτικής επανεκκίνησης.
Αλλάζει πρόσωπα, διορθώνει δυσλειτουργίες, σηματοδοτεί νέες προτεραιότητες και επιχειρεί να αλλάξει την πολιτική ατζέντα.
Όσο όμως πλησιάζουν οι εκλογές, τα περιθώρια στενεύουν.
Οι νέοι υπουργοί χρειάζονται χρόνο για να αποκτήσουν έλεγχο των χαρτοφυλακίων τους, να παράγουν έργο και να παρουσιάσουν μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Παράλληλα, οι υπουργοί που αποχωρούν μετατρέπονται σε βουλευτές που επιστρέφουν στις περιφέρειές τους και αρκετές φορές αισθάνονται ότι έχουν πολιτικούς λογαριασμούς να κλείσουν.
Γι’ αυτό και το σενάριο που κερδίζει έδαφος δεν είναι απαραίτητα εκείνο ενός γενικευμένου ανασχηματισμού.
Θα μπορούσαν, αντιθέτως, να υπάρξουν στοχευμένες αλλαγές εφόσον κριθεί ότι κάποιο κυβερνητικό στέλεχος δημιουργεί μεγαλύτερο πολιτικό κόστος από εκείνο που μπορεί να διαχειριστεί το Μαξίμου.
Το δύσκολο στοίχημα μέχρι τις κάλπες
Το πραγματικό πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι απλώς ποιοι θα βρίσκονται στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Είναι πώς θα φτάσει η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές χωρίς να μετατραπούν οι σημερινές μικρές εσωτερικές συγκρούσεις σε ένα μόνιμο μέτωπο εσωστρέφειας.
Ο πρωθυπουργός χρειάζεται ταυτόχρονα να περιορίσει τις δημόσιες διαφοροποιήσεις, να ελέγξει τις δηλώσεις που προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις, να διατηρήσει ενεργούς τους βουλευτές του και να αποφύγει τη δημιουργία μιας δεξαμενής δυσαρεστημένων στελεχών.
Και όλα αυτά ενώ στο πολιτικό παρασκήνιο βρίσκεται η συζήτηση για τις επόμενες κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά.
Γι’ αυτό ίσως το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εβδομάδων να μην είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει ανασχηματισμό.
Είναι αν θα καταφέρει να επιβάλει «ανασχηματισμό συμπεριφοράς» στο υπάρχον κυβερνητικό σχήμα χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει συνολικά τα πρόσωπα.
Γιατί όσο πλησιάζουν οι κάλπες, κάθε νέα εσωκομματική σύγκρουση έχει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Και σε αυτή τη φάση, για το Μέγαρο Μαξίμου, η δημιουργία νέων δυσαρεστημένων μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη στη διαχείριση από έναν υπουργό που δεν αποδίδει.



