Ο ανταγωνισμός για τη δεύτερη θέση στην Κεντροαριστερά, οι οικονομικές πιέσεις στα νοικοκυριά και η δυνητική επιρροή Σαμαρά και Κασιδιάρη συνθέτουν ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό για την κυβερνητική παράταξη.
Δύο διαφορετικές πολιτικές διεργασίες καταγράφονται ταυτόχρονα στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, διαμορφώνοντας νέα δεδομένα για τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η πρώτη αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ του Νίκου Ανδρουλάκη και του Αλέξη Τσίπρα για την πολιτική πρωτοκαθεδρία στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Η δεύτερη εξελίσσεται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας, όπου η συζήτηση για τις επόμενες κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά και η καταγραφή της δυνητικής απήχησης σχηματισμών που συνδέονται με τον Ηλία Κασιδιάρη δημιουργούν νέα ερωτήματα για τις εκλογικές μετακινήσεις.
Η σημερινή δημοσκόπηση της Interview για την εφημερίδα Political, που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη 13 Οκτωβρίου, αποτυπώνει ένα σημαντικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και μια ιδιαίτερα μικρή διαφορά μεταξύ των δύο βασικών ανταγωνιστών της για τη δεύτερη θέση.
Ταυτόχρονα, άλλες δημοσκοπικές έρευνες του τελευταίου διαστήματος εξετάζουν κατά πόσο νέες πολιτικές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη σημερινή κατανομή της ψήφου.
Η μάχη Τσίπρα–Ανδρουλάκη για τη δεύτερη θέση
Η νέα μέτρηση της Interview καταγράφει στην πρόθεση ψήφου τη Νέα Δημοκρατία στο 27%, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) του Αλέξη Τσίπρα στο 14,3% και το ΠΑΣΟΚ στο 13,3%.
Η διαφορά μεταξύ ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ περιορίζεται σε μία ποσοστιαία μονάδα.
Στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η ίδια έρευνα καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 29,6%, την ΕΛ.Α.Σ. στο 15,7% και το ΠΑΣΟΚ στο 14,6%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η διεκδίκηση της δεύτερης θέσης αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας δημοσκοπικής εικόνας.
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν αφορά μόνο τη σειρά κατάταξης.
Συνδέεται και με το ποιος πολιτικός φορέας μπορεί να διαμορφώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, να συγκεντρώσει ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις και να διεκδικήσει ψηφοφόρους που δεν ταυτίζονται με την κυβερνητική παράταξη.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών πόλων στην Κεντροαριστερά μπορεί να περιορίζει τη συγκέντρωση της αντιπολιτευτικής ψήφου σε έναν ενιαίο πολιτικό φορέα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κυβερνητική παράταξη απαλλάσσεται από τις δικές της πολιτικές προκλήσεις.
Η οικονομία παραμένει στο επίκεντρο
Η πολιτική αντιπαράθεση εξελίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής και οι ενεργειακές δαπάνες εξακολουθούν να απασχολούν τα νοικοκυριά.
Οι τιμές βασικών αγαθών, οι λογαριασμοί ενέργειας και οι ανάγκες θέρμανσης επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Για την κυβέρνηση, η αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων αποτελεί πεδίο στο οποίο αξιολογούνται τόσο οι οικονομικές παρεμβάσεις όσο και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους.
Η Νέα Δημοκρατία προβάλλει τη δημοσιονομική σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και την κυβερνητική συνέχεια ως βασικά στοιχεία της πολιτικής της.
Από την πλευρά τους, οι αντιπολιτευόμενοι φορείς ασκούν κριτική για το διαθέσιμο εισόδημα, το κόστος ζωής και την επάρκεια των μέτρων στήριξης.
Επομένως, η συζήτηση για τη δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις συνυπάρχει με την αξιολόγηση των κυβερνητικών πολιτικών από τους ίδιους τους πολίτες.
Το διαφορετικό πολιτικό πεδίο δεξιότερα της ΝΔ
Ενώ στην Κεντροαριστερά η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στον ανταγωνισμό Τσίπρα–Ανδρουλάκη, δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας η συζήτηση αφορά την πιθανή αναδιάταξη πολιτικών ακροατηρίων.
Δύο ονόματα που εμφανίζονται στις σχετικές δημοσκοπικές αναλύσεις είναι εκείνα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και του Ηλία Κασιδιάρη.
Πρόκειται για διαφορετικές πολιτικές περιπτώσεις, με διαφορετική διαδρομή, πολιτικό λόγο και ακροατήρια.
Ο Αντώνης Σαμαράς συνδέεται με την παραδοσιακή συντηρητική και δεξιά πτέρυγα της ελληνικής πολιτικής ζωής, έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργός.
Η συζήτηση για ενδεχόμενη νέα πολιτική πρωτοβουλία του αφορά, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα προσέγγισης ψηφοφόρων με δεξιές και συντηρητικές θέσεις, οι οποίοι δεν εκφράζονται από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές.
Αντίθετα, η πολιτική δραστηριοποίηση του Ηλία Κασιδιάρη συνδέεται με τον χώρο της ακροδεξιάς και με τη δική του διαδρομή ως πρώην στελέχους της Χρυσής Αυγής.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική και δεν επιτρέπει την αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων ως πολιτικά ταυτόσημων.
Το κοινό δημοσκοπικό ερώτημα είναι κατά πόσο η απήχηση τέτοιων πολιτικών πρωτοβουλιών μπορεί να επηρεάσει τους σημερινούς εκλογικούς συσχετισμούς.
Τι δείχνουν οι μετρήσεις για Σαμαρά και Κασιδιάρη
Η δημοσκόπηση της Palmos Analysis, που δημοσιοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου, εξέτασε υποθετικά σενάρια πολιτικών σχηματισμών συνδεόμενων με τα δύο πρόσωπα.
Στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, το 4% των ερωτηθέντων απάντησε ότι θα ψήφιζε «σίγουρα» ένα ενδεχόμενο κόμμα του, ενώ το 14% απάντησε «ίσως».
Για ένα υποθετικό κόμμα του Ηλία Κασιδιάρη, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 8% και 9%.
Τα ευρήματα αυτά καταγράφουν δυνητική πολιτική απήχηση σε συγκεκριμένα υποθετικά σενάρια.
Δεν αποτελούν πρόθεση ψήφου για υπαρκτά κόμματα και δεν μπορούν να μετατραπούν αυτομάτως σε εκλογικά ποσοστά.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η απάντηση «ίσως θα ψήφιζα» δεν ισοδυναμεί με σταθερή εκλογική επιλογή.
Επιπλέον, οι ερωτώμενοι που εκφράζουν ενδιαφέρον για περισσότερα από ένα ενδεχόμενα κόμματα μπορεί να επικαλύπτονται, επομένως τα ποσοστά δεν μπορούν να προστεθούν μεταξύ τους.
Ανάλογο ενδιαφέρον είχε και η δημοσκόπηση της MRB για το OPEN τον Σεπτέμβριο, στην οποία το 4,9% απάντησε ότι σίγουρα θα ψήφιζε ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά και το 11,9% ότι μάλλον θα το ψήφιζε.
Και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για καταγραφή δυνητικής απήχησης και όχι για πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.
Το ζήτημα των μετακινήσεων ψηφοφόρων
Για τη Νέα Δημοκρατία, το ενδιαφέρον των συγκεκριμένων μετρήσεων δεν περιορίζεται στα ποσοστά που καταγράφονται στα υποθετικά ερωτήματα.
Εξίσου σημαντική είναι η προέλευση των πολιτών που δηλώνουν ότι θα εξέταζαν μια διαφορετική πολιτική επιλογή.
Άλλο είναι ένα νέο σχήμα να συγκεντρώνει ενδιαφέρον από ψηφοφόρους που ήδη βρίσκονται εκτός Νέας Δημοκρατίας και άλλο να προσελκύει πολίτες που είχαν ψηφίσει το κυβερνών κόμμα.
Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να καταγραφεί άμεση μεταβολή στη δημοσκοπική του βάση.
Για να τεκμηριωθεί, ωστόσο, το μέγεθος μιας τέτοιας μετακίνησης απαιτούνται ειδικά στοιχεία διασταύρωσης των απαντήσεων με την προηγούμενη ψήφο.
Οι γενικοί δείκτες δυνητικής απήχησης δεν επαρκούν από μόνοι τους για να υπολογιστεί πόσες ποσοστιαίες μονάδες θα μπορούσε να χάσει οποιοδήποτε κόμμα.
Το ίδιο ισχύει και για την απήχηση στις νεότερες ηλικίες: χρειάζονται δημοσιευμένα ηλικιακά ευρήματα πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Το όριο του 25% και η πολιτική συζήτηση
Στη δημόσια συζήτηση έχει εμφανιστεί και το ποσοστό του 25% ως σημείο πολιτικής αναφοράς για την αξιολόγηση της εκλογικής επίδοσης της Νέας Δημοκρατίας.
Η σημερινή δημοσκόπηση της Interview τοποθετεί τη ΝΔ στο 27% στην πρόθεση ψήφου και στο 29,6% στην εκτίμηση αποτελέσματος.
Τα δύο αυτά μεγέθη δεν είναι ταυτόσημα και δεν πρέπει να συγχέονται.
Επίσης, η σύγκριση ενός σημερινού δημοσκοπικού ποσοστού με ένα υποθετικό μελλοντικό εκλογικό όριο δεν συνιστά πρόβλεψη.
Η τελική εκλογική επίδοση θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η συμμετοχή, οι αποφάσεις των αναποφάσιστων, η σύνθεση των ψηφοδελτίων και οι πολιτικές εξελίξεις έως την κάλπη.
Μια πολιτική εξίσωση με περισσότερες από μία μεταβλητές
Η σημερινή εικόνα του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να αποτυπωθεί αποκλειστικά μέσα από την αντιπαράθεση της κυβέρνησης με την Κεντροαριστερά.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται σε στενό ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση.
Παράλληλα, οι μετρήσεις για υποθετικές νέες πολιτικές πρωτοβουλίες δεξιότερα της ΝΔ αναδεικνύουν πρόσθετα ερωτήματα για τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Η ακριβής επίδραση αυτών των διεργασιών παραμένει ανοιχτή.
Η ουσιαστική αξιολόγηση των συσχετισμών απαιτεί να διαχωρίζονται οι πραγματικές προθέσεις ψήφου από τα υποθετικά σενάρια, αλλά και να εξετάζεται η εξέλιξη των οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων που επηρεάζουν τις επιλογές των πολιτών.
Η πολιτική εικόνα του Οκτωβρίου δείχνει, τελικά, ότι ο ανταγωνισμός στην Κεντροαριστερά και οι διεργασίες στον δεξιό χώρο αποτελούν δύο παράλληλες εξελίξεις, οι οποίες χρειάζεται να αξιολογούνται μαζί για να αποτυπωθεί πληρέστερα η θέση της κυβερνητικής παράταξης.



