Από το Υπουργικό έμειναν δύο εικόνες: τα μέτρα για την ενέργεια και μια ασυνήθιστα αυστηρή προειδοποίηση προς υπουργούς και βουλευτές για τον δημόσιο λόγο τους – Η Ντόρα Μπακογιάννη είχε ήδη ανοίξει το θέμα της αλαζονείας και ο Μητσοτάκης απάντησε ότι ο ίδιος αξιολογεί τις συμπεριφορές – Γιατί στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι μια λάθος ατάκα μπορεί να ακυρώσει ολόκληρη την κυβερνητική ατζέντα
Δύο πράγματα μένουν πολιτικά από το χθεσινό Υπουργικό Συμβούλιο.
Το πρώτο είναι τα μέτρα με τα οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει στην πίεση από την ενέργεια και τα καύσιμα.
Το δεύτερο –και ίσως πολιτικά πιο ενδιαφέρον– είναι η ξεκάθαρη εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς υπουργούς και βουλευτές να προσέχουν πλέον πολύ περισσότερο τι λένε και πώς το λένε.
Ο πρωθυπουργός δεν μίλησε γενικά και αόριστα περί καλύτερης επικοινωνίας.
Χρησιμοποίησε τέσσερις πολύ συγκεκριμένες λέξεις για τον κυβερνητικό λόγο: πρέπει να είναι «πειστικός», αλλά και «μετρημένος, ενιαίος και ακριβής».
Και αμέσως μετά πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον:
«Στο τέλος της ημέρας όλους θα μας κρίνουν οι πολίτες. Αλλά μέχρι τότε, βέβαια, είναι δική μου ευθύνη να αξιολογώ ατομικές συμπεριφορές Βουλευτών και Υπουργών».
Η διατύπωση υπάρχει αυτούσια στην επίσημη τοποθέτηση του πρωθυπουργού. Και ήρθε σε μια στιγμή κατά την οποία η Νέα Δημοκρατία συζητά ανοιχτά πλέον για τις δημόσιες συμπεριφορές στελεχών της.
Το μήνυμα δεν ήρθε σε πολιτικό κενό
Αν η ίδια φράση είχε ειπωθεί πριν από έναν μήνα, πιθανότατα θα περνούσε ως μία συνηθισμένη πρωθυπουργική σύσταση προς τα μέλη της κυβέρνησης.
Τώρα όμως υπάρχει συγκεκριμένο πολιτικό υπόβαθρο.
Προηγήθηκε μια σειρά δηλώσεων κυβερνητικών και κομματικών στελεχών που προκάλεσαν δημόσιες αντιδράσεις και άνοιξαν συζήτηση μέσα στην ίδια τη ΝΔ για το ύφος με το οποίο ορισμένα στελέχη απευθύνονται στους πολίτες.
Και στη συνέχεια ήρθε η Ντόρα Μπακογιάννη.
Η πρώην υπουργός δεν χρησιμοποίησε διπλωματική γλώσσα.
Δήλωσε δημοσίως ότι βλέπει αλαζονεία σε υπουργούς και τους κάλεσε να «ξεκαβαλικέψουν», υποστηρίζοντας ότι τέτοια φαινόμενα πρέπει να σταματήσουν άμεσα.
Από εκείνο το σημείο και μετά το ζήτημα έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά κριτική της αντιπολίτευσης.
Έγινε εσωκομματικό θέμα.
Η Ντόρα άνοιξε την πόρτα και ακολούθησαν κι άλλοι
Και δεν έμεινε μόνη.
Ο Κώστας Μπακογιάννης χρησιμοποίησε το «ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι», ενώ ο Δημήτρης Καλογερόπουλος μίλησε για στελέχη που «έγιναν νοματαίοι από το πουθενά».
Έτσι, μέσα σε λίγες ημέρες, η λέξη «αλαζονεία» άρχισε να ακούγεται όχι από τα έδρανα της αντιπολίτευσης αλλά από πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας.
Και όταν μια τέτοια συζήτηση αρχίζει να αναπαράγεται εσωτερικά, αποκτά διαφορετική πολιτική δυναμική.
Διότι δεν αφορά πλέον μόνο το εάν μια δήλωση ήταν άστοχη.
Αφορά το εάν διαμορφώνεται στην κοινωνία η εντύπωση ότι ένα τμήμα του κυβερνητικού μηχανισμού έχει χάσει την επαφή του με την καθημερινότητα.
Ο Μητσοτάκης απάντησε και προς τα μέσα
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού μπορεί επομένως να διαβαστεί σε δύο επίπεδα.
Το πρώτο αφορά τους υπουργούς και τους βουλευτές.
Το μήνυμα είναι σαφές: λιγότερες ατάκες που μπορούν να προκαλέσουν, μεγαλύτερη προσοχή και ενιαίος κυβερνητικός λόγος.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο.
Η φράση ότι είναι δική του ευθύνη να αξιολογεί τις συμπεριφορές υπουργών και βουλευτών ήρθε μετά τις δημόσιες παρεμβάσεις της Ντόρας Μπακογιάννη.
Ο ίδιος δεν την κατονόμασε.
Το πολιτικό πλαίσιο, ωστόσο, ήταν ήδη διαμορφωμένο.
Ουσιαστικά ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι μπορεί να γίνεται δημόσια κριτική, αλλά η θεσμική αξιολόγηση των μελών της κυβέρνησης αποτελεί δική του αρμοδιότητα.
Γιατί μια γκάφα μπορεί να κοστίζει περισσότερο από ένα μέτρο
Υπάρχει όμως ένα βαθύτερο πρόβλημα για το Μαξίμου.
Μια κυβέρνηση μπορεί να χρειάζεται ημέρες ή εβδομάδες για να σχεδιάσει ένα οικονομικό μέτρο και μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να χάσει την επικοινωνιακή του αξία.
Αρκεί μια φράση.
Όταν ο πολίτης πιέζεται από το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τη βενζίνη και το ενοίκιο, μια δήλωση που εκλαμβάνεται ως υποτιμητική ή αποκομμένη από την πραγματικότητά του μπορεί να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση περισσότερο από μια ολόκληρη κυβερνητική ανακοίνωση.
Αυτό είναι πιθανότατα το πρόβλημα που επιχειρεί τώρα να αντιμετωπίσει το Μέγαρο Μαξίμου.
Όχι απλώς τις «κακές δηλώσεις».
Αλλά το γεγονός ότι αυτές μπορούν να γίνουν η εικόνα ολόκληρης της κυβέρνησης.
Και οι δημοσκοπήσεις;
Στο κυβερνητικό και κομματικό παρασκήνιο υπάρχει έντονη συζήτηση για το κατά πόσο οι συγκεκριμένες συμπεριφορές προκαλούν μετρήσιμη πολιτική φθορά.
Χρειάζεται, πάντως, προσοχή εδώ.
Δεν υπάρχει δημοσιευμένη μέτρηση που να αποδεικνύει ότι συγκεκριμένες δηλώσεις υπουργών ή βουλευτών αφαίρεσαν, για παράδειγμα, μία ποσοστιαία μονάδα από τη Νέα Δημοκρατία.
Οι δημόσιες δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου εμφανίζουν διαφορετικές μικρές μεταβολές ανά εταιρεία και χρονικό διάστημα. Σε μέτρηση της Marc στα μέσα Σεπτεμβρίου η ΝΔ καταγραφόταν μάλιστα ενισχυμένη κατά 0,7 μονάδες, ενώ άλλες μετρήσεις κατέγραφαν μικρότερες μεταβολές.
Επομένως, άλλο πράγμα η ανησυχία που μπορεί να προκαλούν οι εσωτερικές ή κυλιόμενες μετρήσεις στα κομματικά επιτελεία και άλλο η τεκμηριωμένη απόδοση συγκεκριμένης εκλογικής απώλειας σε μία δήλωση.
Το πολιτικό πρόβλημα, πάντως, υπάρχει ακόμη και χωρίς να του βάλουμε ποσοστό.
Γιατί η κυβέρνηση αναγκάζεται πλέον να συζητά δημόσια για την αλαζονεία των δικών της στελεχών.
Τα μέτρα πέρασαν, οι ατάκες έμειναν
Και κάπου εδώ βρίσκεται το παράδοξο του χθεσινού Υπουργικού.
Η κυβέρνηση ήθελε να εκπέμψει μήνυμα παρέμβασης στην οικονομία και στην ενέργεια.
Όμως ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης στράφηκε τελικά στο ύφος των κυβερνητικών στελεχών.
Ο ίδιος ο Μητσοτάκης αναγκάστηκε να υπενθυμίσει ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει «να αρνείται τη δύσκολη καθημερινότητα» και ότι στον δημόσιο διάλογο «και το ύφος παράγει εντυπώσεις».
Η φράση αυτή ίσως είναι σημαντικότερη από οποιαδήποτε επικοινωνιακή οδηγία.
Γιατί δείχνει ότι στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνονται πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέει η κυβέρνηση.
Είναι και πώς ακούγεται αυτό που λέει σε κάποιον που δυσκολεύεται να πληρώσει τις υποχρεώσεις του.
«Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς»
Κάπως έτσι, η κατάσταση θυμίζει εκείνη την παλιά διαφημιστική ατάκα που έμεινε για χρόνια στην ελληνική καθημερινότητα:
«Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς».
Προφανώς, μια κυβέρνηση δεν μπορεί να μη μιλά.
Οι υπουργοί πρέπει να εξηγούν, να υπερασπίζονται τις πολιτικές τους και να απαντούν στην κριτική.
Αυτό που φαίνεται να ζητά τώρα ο Μητσοτάκης είναι κάτι διαφορετικό:
πριν μιλήσουν, να σκέφτονται πώς θα ακουστεί αυτό που πρόκειται να πουν έξω από τα υπουργικά γραφεία.
Γιατί μετά τις τελευταίες αντιδράσεις, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μία ή δύο κακές ατάκες.
Είναι ο κίνδυνος να παγιωθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που, ύστερα από πολλά χρόνια στην εξουσία, εμφανίζεται σε στιγμές να μην ακούει με την ίδια ένταση όσα ακούει η κοινωνία.
Και αυτό εξηγεί γιατί η χθεσινή φράση του πρωθυπουργού δεν έμοιαζε με μια τυπική σύσταση:
«Μετρημένος, ενιαίος και ακριβής» λόγος.
Σε πιο απλά ελληνικά;
Στο Μαξίμου φαίνεται να θέλουν πλέον πολύ μεγαλύτερη προσοχή πριν ανοίξει το μικρόφωνο.



