Το Υπουργικό της 30ής Σεπτεμβρίου έκρυβε πολύ περισσότερα από τα μέτρα για την ενέργεια – Ο Μητσοτάκης επέστρεψε από τις ΗΠΑ και έστειλε διπλό μήνυμα: τέλος στις δηλώσεις που προκαλούν ζημιά και περισσότερη παρουσία από όσους υπουργούς αποφεύγουν να βγαίνουν μπροστά – Η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Χάρης Θεοχάρης και το παρασκήνιο πίσω από τις πρωθυπουργικές αναφορές
Όποιος άκουσε προσεκτικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο κατάλαβε ότι ο πρωθυπουργός δεν επέστρεψε από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχοντας στο μυαλό του μόνο την ενεργειακή κρίση.
Είχε και λογαριασμούς στο εσωτερικό της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν κατονόμασε κανέναν.
Έβαλε όμως κανόνες.
Και οι κανόνες που έθεσε είχαν δύο διαφορετικούς αποδέκτες.
Από τη μία βρίσκονται όσοι μιλούν πολύ και με δηλώσεις που προκαλούν αντιδράσεις δημιουργούν πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση.
Από την άλλη, εκείνοι που μιλούν λίγο, περιορίζονται αυστηρά στο υπουργικό τους χαρτοφυλάκιο και αφήνουν συγκεκριμένους συναδέλφους τους να σηκώνουν σχεδόν καθημερινά ολόκληρο το βάρος της κυβερνητικής υπεράσπισης.
Το μήνυμα του πρωθυπουργού θα μπορούσε επομένως να συνοψιστεί κάπως έτσι:
Ούτε ανεξέλεγκτες ατάκες ούτε κρυφτό στα δύσκολα.
Η φράση που άκουσαν όλοι οι υπουργοί
Ο Μητσοτάκης ήταν εξαιρετικά συγκεκριμένος για τον τρόπο με τον οποίο θέλει πλέον να εμφανίζονται δημόσια τα κυβερνητικά στελέχη.
«Στη δημόσια αντιπαράθεση και το ύφος παράγει εντυπώσεις», είπε.
Και αμέσως μετά έθεσε το νέο πλαίσιο:
ο κυβερνητικός λόγος πρέπει να είναι όχι μόνο πειστικός, αλλά «μετρημένος, ενιαίος και ακριβής».
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η φράση απέκτησε τόσο μεγάλη πολιτική σημασία.
Είχαν προηγηθεί ημέρες κατά τις οποίες η συζήτηση στη ΝΔ είχε φύγει από τα μέτρα της κυβέρνησης και είχε μεταφερθεί στην αλαζονεία των κυβερνητικών στελεχών.
Και μάλιστα όχι επειδή το θέμα άνοιξε η αντιπολίτευση.
Το άνοιξαν στελέχη της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.
Το μήνυμα προς την Ντόρα
Η Ντόρα Μπακογιάννη είχε προκαλέσει πολιτική αναστάτωση όταν μίλησε δημοσίως για υπουργούς που πρέπει να «ξεκαβαλικέψουν».
Ακολούθησε ο Δημήτρης Καιρίδης, ενώ στη συνέχεια η συζήτηση πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Και τότε ήρθε η φράση του Μητσοτάκη:
«Στο τέλος της ημέρας όλους θα μας κρίνουν οι πολίτες. Αλλά μέχρι τότε, βέβαια, είναι δική μου ευθύνη να αξιολογώ ατομικές συμπεριφορές Βουλευτών και Υπουργών».
Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν κατονομάστηκε.
Με δεδομένη όμως τη δημόσια συζήτηση που είχε προηγηθεί, πολλά δημοσιεύματα ερμήνευσαν την πρωθυπουργική αναφορά ως απάντηση και προς την πλευρά της.
Το μήνυμα σε αυτή την ανάγνωση ήταν σαφές:
την τελική αξιολόγηση των υπουργών την κάνει ο πρωθυπουργός.
Μόνο που η συζήτηση δεν σταμάτησε
Εάν ο στόχος ήταν να κλείσει εκεί η εσωκομματική συζήτηση, αυτό δεν συνέβη.
Σχεδόν ταυτόχρονα ο Κώστας Μπακογιάννης δήλωνε:
«Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι».
Και ο βουλευτής Δημήτρης Καλογερόπουλος ήταν ακόμη πιο αιχμηρός, υποστηρίζοντας ότι δεν μιλά μόνο η Ντόρα Μπακογιάννη για φαινόμενα αλαζονείας και αναφερόμενος σε ανθρώπους που «από το πουθενά γίνανε νοματαίοι».
Άρα το πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι πλέον μια μεμονωμένη παρέμβαση.
Υπάρχει ένα εσωτερικό ρεύμα στελεχών που θεωρεί ότι ορισμένες δημόσιες συμπεριφορές της κυβέρνησης δημιουργούν εικόνα απόστασης από την κοινωνία.
Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί με μία πρωθυπουργική σύσταση.
Ποιον «φωτογράφιζε» όταν μιλούσε για το ύφος;
Εδώ εμφανίζεται το δεύτερο κομμάτι του παζλ.
Χάρης Θεοχάρης.
Η δήλωση του υφυπουργού Εξωτερικών για «κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη» και τους «νοικοκύρηδες» προκάλεσε αντιδράσεις, με τον ίδιο να αναγνωρίζει αργότερα ότι χρησιμοποίησε λανθασμένη διατύπωση και ότι έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός.
Και κάπως έτσι φτάνουμε ξανά στη φράση του Μητσοτάκη:
«Και το ύφος παράγει εντυπώσεις».
Ο πρωθυπουργός δεν είπε «μιλάω για τον Θεοχάρη».
Επομένως δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως γεγονός ότι η παρατήρηση αφορούσε προσωπικά τον υφυπουργό.
Το πολιτικό timing, όμως, εξηγεί γιατί αρκετά ρεπορτάζ συνδέουν τις δύο υποθέσεις.
Το πρόβλημα μιας ατάκας
Υπάρχει άλλωστε ένας πολύ πρακτικός λόγος που το Μαξίμου θέλει να περιορίσει τέτοιου είδους περιστατικά.
Μια κυβέρνηση μπορεί να προετοιμάζει για εβδομάδες ένα πακέτο μέτρων.
Να υπολογίζει δημοσιονομικό κόστος, να πραγματοποιεί συσκέψεις, να ανακοινώνει παρεμβάσεις για καύσιμα, χρέη και ακρίβεια.
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μία ατάκα μπορεί να γίνει η κεντρική πολιτική είδηση.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αποτρέψει ο Μητσοτάκης όταν ζητά «μετρημένο» και «ακριβή» λόγο.
Όχι μόνο επειδή μια άστοχη δήλωση μπορεί να προσβάλει ή να προκαλέσει αντιδράσεις.
Αλλά επειδή μπορεί να εξαφανίσει επικοινωνιακά όλα τα υπόλοιπα.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη κατηγορία υπουργών
Το Υπουργικό είχε και ένα δεύτερο μήνυμα, το οποίο πέρασε περισσότερο στα ψιλά.
Ο Μητσοτάκης δεν έχει πρόβλημα μόνο με όσους βγαίνουν στα μέσα ενημέρωσης και δημιουργούν φασαρία.
Έχει, όπως προκύπτει από τις οδηγίες του, απαίτηση και από εκείνους που δεν βγαίνουν αρκετά.
Ο πρωθυπουργός ζήτησε από τους υπουργούς να μην εμφανίζονται δημόσια αποκλειστικά για ζητήματα του χαρτοφυλακίου τους.
Θέλει να υπερασπίζονται συνολικά το κυβερνητικό έργο.
Και αυτό είναι ίσως το λιγότερο συζητημένο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον μήνυμα της συνεδρίασης.
Γιατί δημιουργεί δύο κατηγορίες μέσα στην κυβέρνηση.
Οι υπουργοί που βγαίνουν μπροστά
Υπάρχουν κυβερνητικά στελέχη που έχουν σχεδόν μόνιμη παρουσία στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Παύλος Μαρινάκης εκ των πραγμάτων βρίσκεται καθημερινά εκεί λόγω του θεσμικού του ρόλου.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι από τους υπουργούς με τη συχνότερη δημόσια και τηλεοπτική παρουσία.
Ο Γιώργος Φλωρίδης έχει επίσης βρεθεί επανειλημμένα στην πρώτη γραμμή πολιτικών αντιπαραθέσεων, ενώ ενεργό ρόλο στην υπεράσπιση κυβερνητικών επιλογών έχει αναλάβει και ο Σταύρος Παπασταύρου.
Το συγκεκριμένο δημοσίευμα ερμηνεύει την πρωθυπουργική παρατήρηση ως δικαίωση υπουργών αυτής της κατηγορίας.
Χρειάζεται όμως να γίνει μια διάκριση:
ο Μητσοτάκης δεν έδωσε δημόσια ονόματα «καλών» και «κακών» υπουργών.
Έδωσε την κατεύθυνση.
Και ποιοι είναι οι «απρόθυμοι»;
Εδώ αρχίζει το πραγματικό παρασκήνιο.
Διότι εάν υπάρχουν υπουργοί που καλούνται να βγαίνουν περισσότερο και να υπερασπίζονται συνολικά την κυβέρνηση, τότε προφανώς στο Μαξίμου θεωρούν ότι κάποιοι δεν το κάνουν αρκετά.
Ποιοι είναι;
Ο πρωθυπουργός δεν είπε.
Και οποιαδήποτε λίστα ονομάτων χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση θα ήταν αυθαίρετη.
Το μήνυμα όμως ελήφθη από ολόκληρο το Υπουργικό:
δεν αρκεί ένας υπουργός να διαχειρίζεται αποτελεσματικά το υπουργείο του και όταν ξεσπά μια μεγάλη πολιτική σύγκρουση να αφήνει τους ίδιους τρεις ή τέσσερις συναδέλφους του να δίνουν τη μάχη.
Ο Μητσοτάκης ζητά συλλογική πολιτική υπεράσπιση.
Μια δύσκολη ισορροπία
Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο.
Ο πρωθυπουργός ζητά ταυτόχρονα δύο πράγματα:
Να μιλούν περισσότερο.
Και:
Να προσέχουν περισσότερο όταν μιλούν.
Αυτό είναι πλέον το νέο επικοινωνιακό δόγμα που προκύπτει από τη συνεδρίαση.
Οι υπουργοί δεν πρέπει να κρύβονται.
Αλλά όταν βγαίνουν μπροστά, δεν πρέπει να δημιουργούν δεύτερο πρόβλημα στην κυβέρνηση με τον τρόπο που εκφράζονται.
Με απλά λόγια:
περισσότερη πολιτική παρουσία, λιγότερες γκάφες.
Το πραγματικό μήνυμα του Υπουργικού
Γι’ αυτό το τελευταίο Υπουργικό δεν ήταν μόνο μια συνεδρίαση για την ενέργεια, τα καύσιμα και τις οικονομικές παρεμβάσεις.
Ήταν και ένα είδος εσωτερικής επαναφοράς κανόνων.
Προς εκείνους που ασκούν δημόσια κριτική στους υπουργούς, ο Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι η αξιολόγηση αποτελεί δική του ευθύνη.
Προς τους υπουργούς που κάνουν δηλώσεις οι οποίες προκαλούν αντιδράσεις, υπενθύμισε ότι «το ύφος παράγει εντυπώσεις».
Και προς εκείνους που επιλέγουν την ασφάλεια της σιωπής, το μήνυμα ήταν επίσης σαφές:
βγείτε μπροστά και υπερασπιστείτε ολόκληρη την κυβέρνηση.
Άρα δεν υπάρχει μόνο μία «μαύρη λίστα».
Υπάρχουν δύο διαφορετικά προβλήματα που το Μαξίμου επιχειρεί να διορθώσει.
Αυτοί που μιλούν και κάνουν ζημιά.
Και αυτοί που, όταν έρχεται η ώρα της δύσκολης πολιτικής μάχης, δεν μιλούν καθόλου.
Και μετά το Υπουργικό της 30ής Σεπτεμβρίου, όλοι γνωρίζουν πλέον ότι ο Μητσοτάκης δηλώνει πως κρατά προσωπικά την αξιολόγηση.
Το ενδιαφέρον είναι εάν αυτή η αξιολόγηση θα μείνει στις παρατηρήσεις.
Ή αν, όταν έρθει η ώρα των επόμενων κυβερνητικών αποφάσεων, κάποιοι ανακαλύψουν ότι οι παρατηρήσεις είχαν τελικά και ονοματεπώνυμο.



