Η ΝΔ κινείται στην περιοχή του 25%-27% στην πρόθεση ψήφου και η αυτοδυναμία παραμένει δύσκολη εξίσωση – Στη δημόσια συζήτηση εμφανίζεται ήδη το σενάριο ΝΔ–ΠΑΣΟΚ–Σαμαρά, αλλά σήμερα απέχει αρκετά από το να αποτελεί δεδομένο
Ένα από τα πιο εκρηκτικά σενάρια για την επόμενη ημέρα των εθνικών εκλογών αρχίζει να επανέρχεται στην πολιτική συζήτηση: τι θα συμβεί εάν η Νέα Δημοκρατία κερδίσει τις εκλογές, αλλά βρεθεί πολύ μακριά από την αυτοδυναμία;
Και κυρίως: θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία;
Το σενάριο επανέφερε με ιδιαίτερα κατηγορηματικό τρόπο δημοσίευμα, το οποίο φτάνει μέχρι την υπόθεση μιας τρικομματικής συνεργασίας ΝΔ–ΠΑΣΟΚ–ενδεχόμενου κόμματος Σαμαρά, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν αποχωρούσε ο σημερινός πρωθυπουργός.
Αυτό όμως είναι πολιτική εκτίμηση και όχι αποτέλεσμα που προκύπτει από τις σημερινές δημοσκοπήσεις.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πραγματικό δεδομένο πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η συζήτηση: η Νέα Δημοκρατία παραμένει καθαρά πρώτο κόμμα, αλλά τα σημερινά ποσοστά της δεν λύνουν εύκολα την εξίσωση της αυτοδυναμίας.
Η πραγματική εικόνα των δημοσκοπήσεων
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Άλλο πράγμα είναι η πρόθεση ψήφου και άλλο η εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος.
Στην Opinion Poll του Σεπτεμβρίου η ΝΔ καταγράφηκε στο 25,7% στην πρόθεση ψήφου και στο 31% στην εκτίμηση ψήφου.
Η Pulse την κατέγραψε αντίστοιχα στο 26,5% στην πρόθεση και στο 30,5% στην εκτίμηση.
Στην τελευταία Interview η ΝΔ καταγράφηκε στο 26,9%.
Επομένως, η εικόνα δεν είναι ούτε ότι η ΝΔ βρίσκεται απλώς στο 30%-31%, ούτε ότι έχει ήδη πέσει στο 28%.
Η ακριβέστερη ανάγνωση είναι διαφορετική: η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται με μεγάλη διαφορά, αλλά στην πρόθεση ψήφου κινείται αυτή την περίοδο περίπου στη ζώνη του 25%-27%.
Και αυτό αφήνει ανοιχτό το μεγάλο ερώτημα της επόμενης ημέρας.
Η ακρίβεια γίνεται ξανά το μεγάλο πρόβλημα
Υπάρχει ταυτόχρονα μία οικονομική εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat ανεβάζει τον εναρμονισμένο πληθωρισμό της Ελλάδας στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο.
Η αύξηση αυτή συμπίπτει με την είσοδο στη χειμερινή περίοδο, όταν το κόστος της ενέργειας, της θέρμανσης και των καυσίμων αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει από σήμερα πώς θα μεταφραστεί αυτό στην κάλπη.
Μπορεί όμως να ειπωθεί ότι δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό περιβάλλον για την κυβέρνηση, ακριβώς επειδή η ακρίβεια εξακολουθεί να βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα των πολιτών.
Το 28% δεν είναι πρόβλεψη – είναι σενάριο
Εδώ βρίσκεται και μία από τις βασικές αδυναμίες του επίμαχου δημοσιεύματος.
Η εκτίμηση ότι η ΝΔ θα καταλήξει περίπου στο 28% των ευρωεκλογών δεν αποτελεί σήμερα δημοσκοπική βεβαιότητα.
Ούτε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι ο χειμώνας θα μειώσει περαιτέρω τα ποσοστά της.
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τη σημερινή κατάσταση. Δεν μπορούν να προδικάσουν τι θα συμβεί μέχρι τις εθνικές εκλογές.
Το 28%, επομένως, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό σενάριο εργασίας.
Και τότε αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Εάν δεν υπάρχει αυτοδυναμία, ποιος μπορεί να κυβερνήσει;
Εφόσον η ΝΔ παραμείνει πρώτη αλλά χωρίς κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, θα απαιτηθούν πολιτικές συνεργασίες ή νέα προσφυγή στις κάλπες.
Εδώ εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ ως πιθανός αριθμητικά εταίρος σε διάφορα σενάρια.
Υπάρχει όμως ένα μεγάλο εμπόδιο:
το ΠΑΣΟΚ δεν έχει σήμερα γραμμή συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία.
Αντιθέτως, η επίσημη θέση της Χαριλάου Τρικούπη είναι απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Επομένως, για να φτάσει κανείς σε κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι σημερινές πολιτικές θέσεις.
Και πού μπαίνει ο Σαμαράς;
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρώην πρωθυπουργός έχει καταστήσει σαφές ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του για τις επόμενες πολιτικές κινήσεις του και ότι θα τις ανακοινώσει όταν ο ίδιος κρίνει.
Μέχρι να υπάρξει όμως επίσημη ανακοίνωση, ψηφοδέλτια και κυρίως πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα, κανείς δεν γνωρίζει πόσες ψήφους και πόσες έδρες θα μπορούσε να διαθέτει ένα τέτοιο κόμμα.
Άρα η εξίσωση «ΝΔ + ΠΑΣΟΚ + Σαμαράς = κυβέρνηση» σήμερα δεν μπορεί να υπολογιστεί αριθμητικά.
Μπορεί μόνο να συζητηθεί ως πιθανό μετεκλογικό σενάριο.
Το δυσκολότερο ερώτημα: Μητσοτάκης ή άλλος πρωθυπουργός;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι μια κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ–Σαμαρά θα μπορούσε να σχηματιστεί μόνο χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Όμως ούτε αυτό αποτελεί σήμερα συμφωνημένη θέση των εμπλεκομένων.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει στείλει διαφορετικό μήνυμα: ότι η ΝΔ έχει αρχηγό και ότι εφόσον κερδίσει τις εκλογές, ο ίδιος θα διεκδικήσει την πρωθυπουργία και σε κυβέρνηση συνεργασίας.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδεχομένως δύσκολο μετεκλογικό σταυρόλεξο.
Εάν η ΝΔ είναι πρώτη αλλά δεν έχει αυτοδυναμία, και εάν τα κόμματα που αριθμητικά μπορούν να σχηματίσουν πλειοψηφία μαζί της αρνούνται συνεργασία υπό τον σημερινό πρωθυπουργό, τότε το πρόσωπο του πρωθυπουργού θα μπορούσε πράγματι να μετατραπεί σε κεντρικό αντικείμενο των διαπραγματεύσεων.
Αυτό όμως θα κριθεί μετά το εκλογικό αποτέλεσμα και όχι από τις σημερινές δημοσκοπήσεις.
Ο χειμώνας θα δείξει εάν αλλάζουν οι συσχετισμοί
Υπάρχει τέλος ένας παράγοντας που αξίζει να παρακολουθηθεί ιδιαίτερα: ο χειμώνας.
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στο 5,1%, η ενέργεια, τα καύσιμα, το κόστος θέρμανσης και συνολικά η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο θα δοκιμαστεί η αντοχή της κυβέρνησης.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ΝΔ θα χάσει δυνάμεις.
Σημαίνει όμως ότι οι επόμενες δημοσκοπήσεις αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Εάν η ΝΔ παραμείνει στη σημερινή περιοχή ή ενισχυθεί, το σενάριο αλλαγής ηγεσίας θα παραμένει περισσότερο θεωρητικό.
Εάν αντίθετα καταγραφεί σαφής και διαρκής υποχώρηση, τότε η συζήτηση για την κυβερνησιμότητα, τις συνεργασίες και τους όρους που θα θέσουν τα υπόλοιπα κόμματα θα ενταθεί.
Και τότε το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τις εκλογές.
Θα είναι ποιοι μπορούν να συγκεντρώσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία – και υπό ποιον πρωθυπουργό.



