Η ΝΔ στο 25,5%–27% και το Μαξίμου μιλά για κυριαρχία: Η πραγματική εικόνα πίσω από τις δημοσκοπήσεις
Η κυβέρνηση εμφανίζει τη δημοσκοπική πρωτιά της ως απόδειξη πολιτικής αντοχής και κοινωνικής εμπιστοσύνης. Όμως στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία καταγράφει αισθητά χαμηλότερα ποσοστά από το 30% που προβάλλεται. Η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, το δίλημμα της σταθερότητας και η αδυναμία της αντιπολίτευσης συνθέτουν ένα πολύ πιο σύνθετο πολιτικό σκηνικό.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η σημερινή πολιτική κατάσταση από το κυβερνητικό επιτελείο και από όσους προβάλλουν την εικόνα μιας σχεδόν αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας.
Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ότι η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ότι η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ανησυχίας.
Από την άλλη, η δημοσκοπική πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας παρουσιάζεται ως επιβεβαίωση ότι οι πολίτες εμπιστεύονται την κυβέρνηση και θεωρούν πως δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
Μόνο που υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια, η οποία συχνά χάνεται πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους.
Η Νέα Δημοκρατία δεν καταγράφεται στο 30% και άνω στην πρόθεση ψήφου.
Τα συγκεκριμένα ποσοστά προκύπτουν από την εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, δηλαδή από μια διαφορετική στατιστική επεξεργασία των δημοσκοπικών δεδομένων.
Και η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα.
Η πραγματική εικόνα στην πρόθεση ψήφου
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σαφές προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά τα ποσοστά της στην πρόθεση ψήφου διαμορφώνονται χαμηλότερα από εκείνα που προβάλλονται στην εκτίμηση.
Συγκεκριμένα:
- Η Interview της 13ης Οκτωβρίου καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 27%.
- Η Opinion Poll της 13ης Οκτωβρίου την τοποθετεί στο 25,5%.
- Η Marc της 15ης Οκτωβρίου καταγράφει επίσης 27%.
Πρόκειται για τρεις μετρήσεις που παρουσιάζουν μια σχετικά συγκλίνουσα εικόνα.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά στην πρόθεση ψήφου κινείται μεταξύ 25,5% και 27%.
Το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί το προβάδισμά της έναντι των πολιτικών της αντιπάλων.
Αναιρεί, όμως, την εντύπωση ότι το 30% και άνω αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα της ερώτησης προς τους πολίτες για το κόμμα που προτίθενται να ψηφίσουν.
Η εκτίμηση ψήφου είναι ένα χρήσιμο δημοσκοπικό εργαλείο, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την πρόθεση ψήφου.
Η δεύτερη αποτυπώνει τις απαντήσεις στη σχετική ερώτηση, σύμφωνα με τη βάση υπολογισμού κάθε εταιρείας. Η πρώτη προκύπτει από πρόσθετη στατιστική επεξεργασία.
Επομένως, όταν συζητούμε για το επίπεδο της άμεσης εκλογικής υποστήριξης, χρειάζεται να χρησιμοποιούμε τα κατάλληλα στοιχεία.
Και τα στοιχεία αυτά δεν περιγράφουν μια Νέα Δημοκρατία στο 30% και άνω.
Η πρωτιά δεν ισοδυναμεί με κοινωνική ικανοποίηση
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την ερμηνεία των δημοσκοπήσεων.
Το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι οι πολίτες είναι ικανοποιημένοι από την κυβερνητική πολιτική.
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να επιλέγει ένα κόμμα επειδή συμφωνεί με τις βασικές πολιτικές του.
Μπορεί, όμως, να το επιλέγει επειδή δεν εμπιστεύεται τις εναλλακτικές προτάσεις.
Μπορεί ακόμη να εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές, χωρίς αυτή η δυσαρέσκεια να μετατρέπεται σε υποστήριξη κάποιου άλλου κόμματος.
Αυτές είναι διαφορετικές πολιτικές συμπεριφορές.
Και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να εκφράζουν όλες την ίδια θετική αξιολόγηση της κυβέρνησης.
Για να υποστηριχθεί ότι οι πολίτες θεωρούν την κυβέρνηση τον μοναδικό αξιόπιστο διαχειριστή της κρίσης, απαιτούνται συγκεκριμένα δημοσκοπικά ευρήματα για την εμπιστοσύνη, την ικανοποίηση και την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν αρκεί το προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου.
Η «εισαγόμενη κρίση» και οι εγχώριες ευθύνες
Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του κυβερνητικού αφηγήματος είναι ότι η ενεργειακή κρίση και η ακρίβεια έχουν σε μεγάλο βαθμό διεθνείς αιτίες.
Αυτό είναι πραγματικό στοιχείο της οικονομικής συγκυρίας.
Οι διεθνείς τιμές ενέργειας, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι εξελίξεις στην ευρωπαϊκή οικονομία επηρεάζουν άμεσα και την Ελλάδα.
Όμως η διεθνής προέλευση μιας κρίσης δεν σημαίνει ότι οι συνέπειές της είναι ανεξάρτητες από την κυβερνητική πολιτική.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει μόνη της την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου.
Μπορεί, όμως, να αποφασίσει για τη φορολογία, τη στόχευση των ενισχύσεων, την εποπτεία της αγοράς και τις παρεμβάσεις υπέρ των οικονομικά ευάλωτων.
Μπορεί επίσης να αξιολογηθεί για το αν οι πολιτικές της περιορίζουν αποτελεσματικά τις επιβαρύνσεις.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η κρίση είναι εισαγόμενη.
Είναι και αν τα μέτρα που λαμβάνονται επαρκούν για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειές της.
Η αναφορά στο διεθνές περιβάλλον αποτελεί μέρος της εξήγησης.
Δεν αποτελεί πλήρη απολογισμό της κυβερνητικής διαχείρισης.
Το Μαξίμου και η στρατηγική της σταθερότητας
Η κυβέρνηση φαίνεται να επενδύει ιδιαίτερα στο δίλημμα της πολιτικής σταθερότητας.
Το επιχείρημα είναι ότι σε μια περίοδο διεθνών αναταράξεων η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση με δυνατότητα λήψης αποφάσεων και σαφή κοινοβουλευτική στήριξη.
Η σταθερότητα είναι ασφαλώς σημαντικό πολιτικό ζητούμενο.
Το ερώτημα είναι πώς ορίζεται.
Σταθερότητα δεν σημαίνει μόνο παραμονή ενός κόμματος στην εξουσία.
Σημαίνει αποτελεσματικούς θεσμούς, οικονομική προβλεψιμότητα, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες και πολιτικές που μπορούν να εφαρμοστούν.
Μια κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών.
Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν είναι εξ ορισμού συνώνυμη της αστάθειας.
Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το περιεχόμενο των συμφωνιών, τη συνοχή των εταίρων και τη δυνατότητα εφαρμογής ενός κοινού προγράμματος.
Η πολιτική σταθερότητα, επομένως, χρειάζεται να αξιολογείται με ουσιαστικά κριτήρια και όχι αποκλειστικά με βάση την ταυτότητα του κυβερνώντος κόμματος.
Η αντιπολίτευση και το κυβερνητικό πλεονέκτημα
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύεται είναι η κατάσταση στην αντιπολίτευση.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, οι δυσκολίες συνεννόησης και η απουσία μιας κοινής κυβερνητικής πρότασης αποτελούν σημαντικά δεδομένα της πολιτικής συγκυρίας.
Η κυβέρνηση προβάλλει αυτά τα στοιχεία ως ένδειξη ότι δεν υπάρχει συγκροτημένη εναλλακτική λύση.
Ωστόσο, πρέπει να διαχωριστούν δύο διαφορετικά ζητήματα.
Το πρώτο είναι αν η αντιπολίτευση έχει παρουσιάσει ένα πειστικό και εφαρμόσιμο σχέδιο διακυβέρνησης.
Το δεύτερο είναι αν η σημερινή κυβέρνηση ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις υποχρεώσεις της.
Η απάντηση στο πρώτο δεν καθορίζει αυτομάτως την απάντηση στο δεύτερο.
Μια αδύναμη ή κατακερματισμένη αντιπολίτευση μπορεί να διευκολύνει πολιτικά μια κυβέρνηση.
Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι κυβερνητικές επιλογές είναι αποτελεσματικές.
Η λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας δεν εξαρτάται από το πόσο ισχυροί είναι οι αντίπαλοί της.
Το 25%, η αυτοδυναμία και η εκλογική πραγματικότητα
Στο κυβερνητικό αφήγημα εμφανίζεται επίσης η συζήτηση για το όριο του 25% και τη σημασία της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης.
Το ζήτημα συνδέεται με τον εκλογικό νόμο και τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Χρειάζεται, ωστόσο, να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ τριών διαφορετικών εννοιών: της πρόθεσης ψήφου, της εκτίμησης εκλογικού αποτελέσματος και της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας.
Το 25% συνδέεται με την προϋπόθεση ενεργοποίησης της κλιμακωτής ενίσχυσης του πρώτου κόμματος στο ισχύον εκλογικό σύστημα.
Δεν αποτελεί από μόνο του όριο αυτοδυναμίας.
Η εξασφάλιση 151 εδρών εξαρτάται από το ποσοστό του πρώτου κόμματος, την κατανομή των ψήφων και το ποσοστό που θα συγκεντρώσουν τα κόμματα εκτός Βουλής.
Επομένως, οι δημοσκοπικές μετρήσεις της πρόθεσης ψήφου δεν μπορούν να μετατραπούν αυτομάτως σε ασφαλή συμπεράσματα για την κοινοβουλευτική σύνθεση.
Ούτε η σημερινή πολιτική κατάσταση αποτελεί βεβαιότητα για την ημέρα των εκλογών.
Σαμαράς και Καραμανλής: Η άλλη πλευρά των εσωκομματικών ισορροπιών
Το δημοσίευμα αναφέρεται ακόμη στη στάση του Κώστα Καραμανλή απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.
Σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφεται, η αποστασιοποίηση Καραμανλή από ένα τέτοιο εγχείρημα αντιμετωπίζεται θετικά στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει πολιτικό ενδιαφέρον.
Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η μη στήριξη ενός νέου κόμματος με την πλήρη αποδοχή της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής.
Ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να επιλέγει να παραμείνει στον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκει, διατηρώντας παράλληλα διαφωνίες με συγκεκριμένες επιλογές της ηγεσίας.
Αντίστοιχα, οι δημοσκοπικές καταγραφές ενός ενδεχόμενου κόμματος Σαμαρά αποτυπώνουν απαντήσεις σε υποθετικά εκλογικά σενάρια.
Δεν συνιστούν πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Το ίδιο ισχύει για κάθε νέο ή υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα.
Η κοινωνία μετρά διαφορετικά την πραγματικότητα
Πίσω από τη συζήτηση για τη δημοσκοπική πρωτιά υπάρχει μια καθημερινότητα που δεν περιγράφεται μόνο με κομματικά ποσοστά.
Για ένα νοικοκυριό, η οικονομική κατάσταση αποτυπώνεται στο διαθέσιμο εισόδημα μετά την πληρωμή των βασικών υποχρεώσεων.
Για έναν εργαζόμενο, στους μισθούς και στην αγοραστική του δύναμη.
Για μια μικρή επιχείρηση, στο ενεργειακό κόστος, στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις και στη δυνατότητα διατήρησης της δραστηριότητάς της.
Για έναν ασθενή, στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.
Για μια οικογένεια, στο κόστος στέγασης και εκπαίδευσης.
Αυτά τα ζητήματα αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια αξιολόγησης κάθε κυβέρνησης.
Οι δημοσκοπήσεις μπορούν να δείξουν πώς διαμορφώνεται ο πολιτικός ανταγωνισμός.
Δεν υποκαθιστούν τους οικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες που αποτυπώνουν την ποιότητα ζωής.
Η πολιτική κυριαρχία χρειάζεται περισσότερες αποδείξεις
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σημαντικό προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου.
Αυτό αποτελεί σαφές στοιχείο της πολιτικής πραγματικότητας.
Όμως τα ποσοστά 25,5%–27% που καταγράφονται στις συγκεκριμένες μετρήσεις δεν είναι ταυτόσημα με την εικόνα του 30% και άνω που προκύπτει από την εκτίμηση ψήφου.
Και, κυρίως, η πρώτη θέση δεν αρκεί για να τεκμηριώσει γενικευμένη κοινωνική ικανοποίηση.
Η κυβέρνηση οφείλει να αξιολογείται για τα αποτελέσματα της πολιτικής της.
Η αντιπολίτευση οφείλει να αξιολογείται για την αξιοπιστία των προτάσεών της.
Η δημοσκοπική αντοχή του ενός δεν αναιρεί την ανάγκη κριτικής και στους δύο.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη. Είναι και γιατί, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τόσο έντονες οικονομικές πιέσεις.
Αυτό το ερώτημα δεν απαντάται με την επίκληση του προβαδίσματος έναντι του δεύτερου κόμματος.
Απαιτεί συγκεκριμένο κυβερνητικό απολογισμό, μετρήσιμα αποτελέσματα και ουσιαστική πολιτική συζήτηση.
Γιατί η δημοσκοπική πρωτιά δείχνει ποιος προηγείται στον εκλογικό ανταγωνισμό.
Δεν αποδεικνύει από μόνη της ποιος έχει δώσει τις αναγκαίες λύσεις στα προβλήματα των πολιτών.



