Η πολιτική κινητικότητα γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς, παράλληλα με τις διεργασίες για το νέο πολιτικό εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού, πυκνώνουν οι δημόσιες παρεμβάσεις που επιχειρούν να αμφισβητήσουν τόσο την πολιτική δυναμική όσο και την απήχησή του στον χώρο της Δεξιάς.
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται το τελευταίο διάστημα πρόσωπα όπως ο Γιάννης Κουρτάκης, ο Πάνος Καμμένος και ο Γιώργος Καρατζαφέρης, με διαφορετική βεβαίως πολιτική αφετηρία και διαφορετικό τρόπο παρέμβασης ο καθένας.
Από την πλευρά των υποστηρικτών του πρώην πρωθυπουργού, πάντως, οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις εκλαμβάνονται ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας πολιτικής απαξίωσης του Αντώνη Σαμαρά.
Το εάν υπάρχει οποιοσδήποτε κεντρικός συντονισμός ή σύνδεση με το Μέγαρο Μαξίμου δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία και, συνεπώς, δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως γεγονός.
Το πολιτικά σημαντικό, όμως, βρίσκεται αλλού: η συζήτηση για τον Σαμαρά δεν αφορά πλέον μόνο τον ίδιο.
Το ακροατήριο στα δεξιά της ΝΔ
Η κινητικότητα του πρώην πρωθυπουργού έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρύτερη αναδιάταξη του δεξιού και συντηρητικού χώρου.
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει επιλέξει εδώ και μήνες να διαφοροποιείται έντονα από τη σημερινή Νέα Δημοκρατία σε σειρά ζητημάτων, από τα εθνικά θέματα και το μεταναστευτικό μέχρι την οικογένεια και αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει «woke ατζέντα».
Η συγκεκριμένη γραμμή δεν αποτελεί απλώς δημοσιογραφική ερμηνεία. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα κατηγορήσει τη σημερινή ΝΔ για ιδεολογική «μετάλλαξη». Τον Ιούλιο επιτέθηκε στην κυβέρνηση με αφορμή δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου για την οικογένεια, κάνοντας λόγο για «επιτομή της woke ατζέντας», ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου επανήλθε με αφορμή τις επιλογές φύλου που εμφανίζονταν σε πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ.
Η αντιπαράθεση επομένως έχει σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο.
Από τη μία βρίσκεται η σημερινή Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία έχει διευρύνει πολιτικά την απεύθυνσή της προς το Κέντρο και έχει προχωρήσει σε επιλογές που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις στο παραδοσιακό συντηρητικό ακροατήριο.
Από την άλλη, ο Σαμαράς επιχειρεί να εκφράσει μια διαφορετική εκδοχή της κεντροδεξιάς και της Δεξιάς, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραδοσιακή οικογένεια, στην εθνική ταυτότητα, στην ασφάλεια και σε μια περισσότερο σκληρή προσέγγιση στα εθνικά θέματα.
«Ο Σαμαράς δεν είναι μόνος»
Αυτό ακριβώς επιχειρούν να αναδείξουν και υποστηρικτές του πρώην πρωθυπουργού με δημόσιες τοποθετήσεις τους.
Το μήνυμά τους συμπυκνώνεται σε μία φράση:
«Ο Σαμαράς δεν είναι μόνος».
Η θέση τους είναι ότι πίσω από τον πρώην πρωθυπουργό υπάρχει ένα τμήμα της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της ΝΔ που θεωρεί ότι το κυβερνών κόμμα έχει απομακρυνθεί από στοιχεία της παλαιότερης ιδεολογικής του ταυτότητας.
Το πόσο μεγάλο είναι αυτό το ακροατήριο δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί με ασφάλεια. Αυτό είναι άλλωστε και ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ερωτήματα της επόμενης περιόδου.
Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που δύσκολα αμφισβητείται: η ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της ευρύτερης Δεξιάς έχει πλέον ανοίξει δημόσια.
Και δεν περιορίζεται σε προσωπικές διαφορές του Αντώνη Σαμαρά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η προετοιμασία του νέου φορέα
Παράλληλα, τα σενάρια για νέο κόμμα έχουν προχωρήσει πολύ πέρα από μια απλή φιλολογία.
Ήδη από τον Ιούνιο, ο ίδιος ο Σαμαράς είχε δηλώσει ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του και ότι θα τις ανακοινώσει όταν ο ίδιος κρίνει κατάλληλη τη στιγμή, μιλώντας ταυτόχρονα για «κενό εκπροσώπησης». Έκτοτε έχουν καταγραφεί διεργασίες για τη στελέχωση ενός νέου πολιτικού φορέα.
Αυτό εξηγεί και γιατί κάθε παρέμβαση υπέρ ή κατά του πρώην πρωθυπουργού αποκτά πλέον διαφορετικό πολιτικό βάρος.
Δεν γίνεται σε πολιτικό κενό.
Γίνεται την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη μια συζήτηση για το ποιος θα εκφράσει το παραδοσιακό δεξιό και συντηρητικό ακροατήριο στις επόμενες εκλογές.
Η μεγάλη μάχη για την ταυτότητα της Κεντροδεξιάς
Εδώ βρίσκεται πιθανότατα και η ουσία της σύγκρουσης.
Ο Σαμαράς δεν επιχειρεί απλώς να διαφοροποιηθεί από μία κυβερνητική απόφαση. Αμφισβητεί την ίδια την ιδεολογική κατεύθυνση που έχει πάρει η Νέα Δημοκρατία επί Κυριάκου Μητσοτάκη.
Στον δημόσιο λόγο του αντιπαραθέτει στη σημερινή ΝΔ μια περισσότερο παραδοσιακή συντηρητική αντίληψη για την παράταξη.
Η κυβέρνηση και στελέχη της, από την άλλη πλευρά, έχουν απορρίψει επανειλημμένα αυτή την κριτική και υπερασπίζονται τη σημερινή φυσιογνωμία της ΝΔ ως μιας ευρύτερης κεντροδεξιάς παράταξης.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς αν ο Αντώνης Σαμαράς θα προχωρήσει τελικά μέχρι τις εκλογές με αυτόνομο κόμμα.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι εάν υπάρχει αρκετά μεγάλο τμήμα του παραδοσιακού εκλογικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας που αισθάνεται σήμερα πολιτικά «άστεγο» και θα ήταν διατεθειμένο να ακολουθήσει μια διαφορετική πρόταση.
Εάν αυτό αποδειχθεί στην πράξη, τότε η αντιπαράθεση που σήμερα εκδηλώνεται με δηλώσεις, άρθρα και δημόσιες επιθέσεις θα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί τότε η μάχη δεν θα αφορά μόνο τον Σαμαρά και τον Μητσοτάκη.
Θα αφορά το ποιος θα εκφράσει πολιτικά την παραδοσιακή Δεξιά στην Ελλάδα της επόμενης ημέρας.



