Ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει για ακόμη μία φορά τα social media για να στείλει τα πολιτικά του μηνύματα και, όσο παραμένει ανοιχτό το σενάριο δημιουργίας νέου κόμματος, κάθε δημόσια παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν ανοίγει ακόμη τα χαρτιά του για το εάν και πότε θα προχωρήσει στην επόμενη πολιτική κίνηση. Παράλληλα, όμως, φροντίζει να παραμένει παρών στη δημόσια συζήτηση, με παρεμβάσεις πάνω σε ζητήματα που αγγίζουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό ακροατήριο: τη δεξιά και ιδιαίτερα την παραδοσιακή, πατριωτική βάση της.
Οι τελευταίες παρεμβάσεις του κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Η μία αφορά τα εθνικά ζητήματα και η δεύτερη το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Και το πολιτικό μήνυμα έχει πολλούς αποδέκτες.
Πρώτος είναι ασφαλώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Υπάρχουν όμως και οι υπόλοιποι «ένοικοι» της λεγόμενης δεξιάς πολυκατοικίας, καθώς μια ενδεχόμενη κάθοδος του Αντώνη Σαμαρά στις επόμενες εκλογές θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες σε ολόκληρο αυτό το κομμάτι του πολιτικού χάρτη.
Η στόχευση στη δεξιά εκλογική δεξαμενή
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν φαίνεται να απευθύνεται αποκλειστικά στους σημερινούς ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Το δυνητικό ακροατήριο μιας νέας πολιτικής κίνησης βρίσκεται και έξω από τη ΝΔ.
Πρόκειται για ψηφοφόρους που τα προηγούμενα χρόνια μετακινήθηκαν προς κόμματα στα δεξιά της κυβερνητικής παράταξης, με χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου και τη Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου.
Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη βαρύτητα που δίνει ο πρώην πρωθυπουργός στα εθνικά ζητήματα.
Είναι ένα πεδίο στο οποίο ο ίδιος έχει διαμορφώσει εδώ και δεκαετίες συγκεκριμένο πολιτικό προφίλ και ταυτόχρονα ένα πεδίο στο οποίο έχουν επενδύσει σημαντικά οι πολιτικοί σχηματισμοί που βρίσκονται σήμερα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Η Βόρεια Ελλάδα στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η Βόρεια Ελλάδα.
Εκεί η συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών, τη Βόρεια Μακεδονία, τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις και γενικότερα τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας εξακολουθεί να έχει ισχυρό πολιτικό και συναισθηματικό φορτίο.
Και ακριβώς σε αυτό το πεδίο επέλεξε να παρέμβει εκ νέου ο Αντώνης Σαμαράς.
Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα σχολίασε τις εξελίξεις γύρω από τη Βόρεια Μακεδονία αλλά και την επιστροφή στη Βουλγαρία των οστών του Σαμουήλ, συνδέοντας παράλληλα το θέμα με τα ελληνικά κειμήλια που είχαν αφαιρεθεί από τη Βόρεια Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η παρέμβασή του ήταν χαρακτηριστική:
«Δεχτήκαμε σήμερα διπλό χτύπημα. Η κυρία φον ντερ Λάιεν, που δεν ξέρω ποια Ευρώπη εκπροσωπεί, εξέφρασε θαυμασμό για τη δήθεν “μακεδονική γλώσσα” και τον “μακεδονικό πολιτισμό” των Σκοπίων. Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ χειρότερα από το φιάσκο των Πρεσπών.
Και εμείς παρακολουθούμε βουβή. Την ίδια ώρα με τις πιο επίσημες τιμές υποδέχθηκε η Βουλγαρία τα οστά του Σαμουήλ, που για αυτούς είναι σαν να ήρθαν στην Ελλάδα τα οστά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν για πάνω από 100 χρόνια ο εθνικός πόθος των Βουλγάρων. Και προσέξτε. Εμείς τι πήραμε; 48 μόνο από τα χιλιάδες κλεμμένα ιερά δικά μας κειμήλια που είχαν αρπάξει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βούλγαροι από τη βόρεια Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός είχα απαιτήσει να μας επιστρέψουν όλα τα κλεμμένα και εμείς δυστυχώς σήμερα σαλπίζουμε υποχώρηση με πανηγυρισμούς. Δεν είναι αυτή η Ελλάδα».
Η τελευταία φράση, «Δεν είναι αυτή η Ελλάδα», συμπυκνώνει ουσιαστικά το πολιτικό αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομήσει ο πρώην πρωθυπουργός.
Το μήνυμα προς τον Μητσοτάκη
Η αναφορά δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική.
Εμπεριέχει σαφή πολιτική κριτική προς τη σημερινή κυβέρνηση και προσωπικά προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με τον Αντώνη Σαμαρά να επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκφραστής μιας διαφορετικής αντίληψης για την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά ζητήματα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς ακόμη να έχει ανακοινωθεί νέο κόμμα.
Ο Σαμαράς διατηρεί έτσι μια ιδιότυπη πολιτική ελευθερία κινήσεων. Παρεμβαίνει όταν το επιλέγει, βάζει στην ατζέντα τα ζητήματα που θεωρεί προνομιακά για τον ίδιο και ταυτόχρονα δεν υποχρεώνεται ακόμη να απαντήσει στα ερωτήματα που συνοδεύουν έναν νέο πολιτικό σχηματισμό: πρόσωπα, πρόγραμμα, οργανωτική δομή και ψηφοδέλτια.
Το κυριότερο, δεν έχει ακόμη μπει στην καθημερινή φθορά ενός κόμματος που θα καταγράφεται πλέον επίσημα σε κάθε δημοσκόπηση.
Βελόπουλος και Λατινοπούλου έχουν λόγο να παρακολουθούν
Εφόσον τελικά υπάρξει κόμμα Σαμαρά, η πολιτική σύγκρουση δεν θα αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία.
Η Ελληνική Λύση και η Φωνή Λογικής θα βρεθούν επίσης απέναντι σε έναν νέο ανταγωνιστή για ένα τμήμα του εκλογικού τους ακροατηρίου.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος έχει οικοδομήσει ισχυρή παρουσία κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ η Αφροδίτη Λατινοπούλου επιχειρεί επίσης να εκφράσει ένα δεξιό ακροατήριο που θεωρεί ότι η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές ιδεολογικές της αναφορές.
Ένας πρώην πρωθυπουργός προερχόμενος από τη ΝΔ, με αναγνωρισιμότητα και ιστορικά καταγεγραμμένες θέσεις στα εθνικά ζητήματα, θα διεκδικούσε αναπόφευκτα μέρος της ίδιας εκλογικής δεξαμενής.
Και υπάρχει ακόμη ένας παίκτης
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος.
Ο Ηλίας Κασιδιάρης έχει επιστρέψει στη δημόσια ζωή μετά την αποφυλάκισή του και έχει ήδη προαναγγείλει επάνοδο στην πολιτική δραστηριότητα.
Το πώς ακριβώς θα εκφραστεί αυτή η επιστροφή εκλογικά και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι διαφορετικό ζήτημα. Πολιτικά, όμως, αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν επιχειρείται να χαρτογραφηθεί το ακροατήριο στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Επομένως, η πιθανή εμφάνιση ενός κόμματος Σαμαρά δεν θα πραγματοποιηθεί σε κενό χώρο.
Θα πρέπει να διεκδικήσει ψηφοφόρους από μια δεξαμενή στην οποία ήδη υπάρχουν ισχυροί παίκτες και διαφορετικές πολιτικές εκφράσεις.
Το πλεονέκτημα της αναμονής
Μέχρι τότε, ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται να επιλέγει την αναμονή.
Δεν ανακοινώνει κόμμα, αλλά συμπεριφέρεται πολιτικά ως πρόσωπο που θέλει να βρίσκεται μέσα στο παιχνίδι.
Δεν παρουσιάζει ακόμη υποψηφίους, αλλά παρεμβαίνει σε ζητήματα με σαφή εκλογική στόχευση.
Και δεν προσδιορίζει την ημερομηνία της επόμενης κίνησής του, αφήνοντας τους υπόλοιπους να υπολογίζουν συνεχώς τι θα συμβεί εάν τελικά κατέβει στις εκλογές.
Οι τελευταίες παρεμβάσεις του δείχνουν πάντως προς τα πού θέλει να κινηθεί η πολιτική συζήτηση: εθνικά ζητήματα, ταυτότητα της παράταξης, κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και επαναπροσέγγιση ενός δεξιού ακροατηρίου που σήμερα βρίσκεται κατακερματισμένο.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο μπορεί να κοστίσει ένα κόμμα Σαμαρά στη Νέα Δημοκρατία.
Είναι από ποιους θα πάρει τις ψήφους που χρειάζεται για να αποκτήσει πραγματικό πολιτικό βάρος.
Και εκεί η μάχη δεν αφορά μόνο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αφορά ολόκληρη τη δεξιά πολυκατοικία.



