Τσίπρας κατά Μητσοτάκη με… αποδείξεις από την τσέπη: «Αυξήσεις έως 100%, οι μισθοί μόνο 30%»

Μετωπική επίθεση στην κυβέρνηση και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπολύει ο Αλέξης Τσίπρας, επιλέγοντας αυτή τη φορά να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στο πεδίο που «καίει» περισσότερο τα νοικοκυριά: στο κόστος της καθημερινής ζωής.

Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να αντιπαραβάλει την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης με τη σημερινή πραγματικότητα, παραθέτοντας συγκεκριμένα παραδείγματα από τη βενζίνη, το πετρέλαιο θέρμανσης, τη φέτα, τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και τα ενοίκια.

Και καταλήγει σε ένα πολιτικό ερώτημα που, όπως φαίνεται, θέλει να μετατρέψει σε βασικό κομμάτι της αντιπαράθεσής του με τη Νέα Δημοκρατία:

«Ποιος νοιάζεται για τους ανθρώπους και ποιος για τα συμφέροντα;»

Η απάντηση Τσίπρα στη Νέα Δημοκρατία

Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι στο κυβερνητικό στρατόπεδο προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως, σύμφωνα με μετρήσεις στις οποίες αναφέρεται, πολίτες απαντούν ότι περνούσαν καλύτερα κατά την περίοδο που εκείνος βρισκόταν στην πρωθυπουργία.

Κατά τον ίδιο, η κυβερνητική απάντηση επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την οικονομική πραγματικότητα στην αξιολόγηση της δικής του διακυβέρνησης.

Ο Τσίπρας, αντίθετα, επιλέγει να απαντήσει με μία σειρά συγκρίσεων τιμών, θέλοντας να δείξει πόσο έχει μεταβληθεί το πραγματικό κόστος ζωής.

«Ξαφνιάζονται στη Ν.Δ. που σε όλες τις μετρήσεις για το πότε πέρναγε καλύτερα ο κόσμος, η απάντηση είναι ότι τότε περνάγαμε καλύτερα», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η απάντηση της κυβέρνησης είναι πως «είναι άσχετος ο Τσίπρας».

Και αμέσως μετά περνά στους αριθμούς.

«Η βενζίνη ήταν 1,5 ευρώ, τώρα 2,2»

Πρώτο παράδειγμα που χρησιμοποιεί είναι τα καύσιμα.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, όταν ήταν πρωθυπουργός η βενζίνη κόστιζε περίπου 1,50 ευρώ το λίτρο, ενώ σήμερα τοποθετεί την αντίστοιχη τιμή στα 2,20 ευρώ.

Ακολουθεί το πετρέλαιο θέρμανσης.

Ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρει ότι τότε η τιμή του βρισκόταν περίπου στο 1,10 ευρώ, ενώ σήμερα κάνει λόγο για τιμή που φτάνει τα 2 ευρώ.

Με τις συγκεκριμένες αναφορές ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική συζήτηση από τους μακροοικονομικούς δείκτες σε αυτό που πληρώνει ο πολίτης στην καθημερινότητά του.

Από τα 7 στα 14 ευρώ η φέτα, σύμφωνα με τον Τσίπρα

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που επιλέγει από το ράφι του σούπερ μάρκετ.

«Πόσο είχε ένα κιλό φέτα; 7 ευρώ. Τώρα έχει 14», αναφέρει.

Με αυτόν τον τρόπο θέλει να αναδείξει το πρόβλημα της ακρίβειας στα τρόφιμα και ειδικότερα στα βασικά προϊόντα που αποτελούν μέρος της καθημερινής κατανάλωσης ενός νοικοκυριού.

Το πολιτικό επιχείρημα που χτίζει είναι ότι η συζήτηση για την οικονομία δεν μπορεί να περιορίζεται στην αύξηση του ονομαστικού μισθού, εάν την ίδια στιγμή βασικά αγαθά και υπηρεσίες έχουν ακριβύνει με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό.

«Ο λογαριασμός ρεύματος από 60 στα 120 ευρώ»

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και την ηλεκτρική ενέργεια.

Ο Αλέξης Τσίπρας χρησιμοποιεί ως παράδειγμα έναν λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, υποστηρίζοντας ότι από τα περίπου 60 ευρώ την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης έχει φτάσει σήμερα στα 120 ευρώ.

Πρόκειται για μία σύγκριση που ο ίδιος χρησιμοποιεί πολιτικά για να περιγράψει τη συνολική πίεση που, κατά την άποψή του, έχει δεχθεί το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Το μεγάλο μέτωπο των ενοικίων

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη στέγαση, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον τα νοικοκυριά.

Ο Τσίπρας χρησιμοποιεί το παράδειγμα μιας τετραμελούς οικογένειας που αναζητά κατοικία περίπου 100 τετραγωνικών μέτρων στο Παγκράτι.

Σύμφωνα με τη σύγκριση που παρουσιάζει, ένα τέτοιο ακίνητο απαιτούσε περίπου 700 ευρώ ενοίκιο την περίοδο της δικής του πρωθυπουργίας, ενώ σήμερα, όπως υποστηρίζει, χρειάζονται περίπου 1.200 ευρώ.

Η σύγκριση αυτή έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε κεντρικό ζήτημα για εργαζόμενους, νέους και οικογένειες.

Η σύγκριση με τον μέσο μισθό

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του πρώην πρωθυπουργού.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν αρνείται ότι οι μισθοί έχουν αυξηθεί. Υποστηρίζει, όμως, ότι η αύξησή τους υπολείπεται σημαντικά της ανόδου που καταγράφεται, σύμφωνα με τα παραδείγματα που παραθέτει, σε βασικές δαπάνες ενός νοικοκυριού.

«Αντιλαμβάνεστε ότι αυτές οι αυξήσεις είναι της τάξης του 70, 60, 80, 100%; Το καταλαβαίνετε αυτό; Να κάτσουμε να δούμε τους σχετικούς και τους άσχετους», σημειώνει.

Και καταλήγει στη σύγκριση πάνω στην οποία στηρίζει ολόκληρη την παρέμβασή του:

«Για αυξήσεις, λοιπόν, σε όλο το πλέγμα της καθημερινότητάς μας, από 70 ως 100%, η αύξηση του μέσου μισθού είναι μόνο 30%.»

Η ακρίβεια γίνεται κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης

Η συγκεκριμένη παρέμβαση δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση.

Αντί για μία γενική συζήτηση γύρω από την πορεία της οικονομίας, βάζει απέναντι δύο διαφορετικές εικόνες: από τη μία τους κυβερνητικούς δείκτες για ανάπτυξη, απασχόληση και αύξηση μισθών και από την άλλη το πραγματικό ποσό που χρειάζεται ένα νοικοκυριό για καύσιμα, τρόφιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και στέγη.

Είναι μία σύγκρουση που αναμένεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη ένταση όσο πλησιάζουν οι εκλογές.

Η κυβέρνηση θα επιχειρεί να υπερασπιστεί το οικονομικό της αποτύπωμα και την αύξηση εισοδημάτων και μισθών, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται αποφασισμένος να επιμένει στο ερώτημα της αγοραστικής δύναμης: όχι μόνο πόσα περισσότερα ευρώ μπαίνουν στον μισθό, αλλά κυρίως τι μπορούν τελικά να αγοράσουν αυτά τα ευρώ.

Και πάνω ακριβώς σε αυτή τη διαφορά επιχειρεί να οικοδομήσει το πολιτικό του μήνυμα: ότι η πραγματική οικονομία δεν κρίνεται μόνο στους δείκτες, αλλά στο τι απομένει στην τσέπη του πολίτη όταν πληρωθούν το ενοίκιο, το ρεύμα, τα καύσιμα και το σούπερ μάρκετ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ