Αλέξης Τσίπρας: Το 13,2% που δημιουργεί ερωτήματα παρά τη δεύτερη θέση

Τσίπρας – Ανδρουλάκης: Η δημοσκόπηση που αποκαλύπτει το μεγάλο πρόβλημα της αντιπολίτευσης – Το 61% που προβληματίζει και τους δύο

Μπορεί η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα να εμφανίζεται στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ, όμως δύο ευρήματα της Interview αναδεικνύουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Η προσωπική εμπιστοσύνη προς τον πρώην πρωθυπουργό υποχωρεί στο 13,2%, ενώ το 61% των ερωτηθέντων δεν θεωρεί κανένα από τα δύο κόμματα πιο αξιόπιστο στην άσκηση αντιπολίτευσης. Τα στοιχεία αυτά θέτουν διαφορετικά, αλλά εξίσου σημαντικά ερωτήματα για τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Η μάχη για τη δεύτερη θέση στο πολιτικό σκηνικό βρίσκεται σε εξέλιξη, με την ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ να διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Ωστόσο, πίσω από τα ποσοστά εκτίμησης ψήφου διαμορφώνεται μια εικόνα που δεν αποτυπώνεται πλήρως στη συνηθισμένη σύγκριση των κομματικών δυνάμεων.

Τα στοιχεία που αποδίδονται στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Interview δείχνουν ότι η εκλογική απήχηση ενός κόμματος δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη εμπιστοσύνη προς τον αρχηγό του.

Παράλληλα, αναδεικνύουν ένα ευρύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας της αντιπολίτευσης, το οποίο δεν περιορίζεται σε έναν πολιτικό σχηματισμό.

Η ουσία βρίσκεται σε δύο αριθμούς: 13,2% και 61%.

Ο πρώτος αφορά την εμπιστοσύνη προς τον Αλέξη Τσίπρα για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ο δεύτερος αφορά το ποσοστό των πολιτών που δεν επιλέγουν ούτε την ΕΛ.Α.Σ. ούτε το ΠΑΣΟΚ ως πιο αξιόπιστο κόμμα στην άσκηση αντιπολίτευσης.

Το 13,2% που δημιουργεί ερωτήματα για τον Αλέξη Τσίπρα

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο δημοσίευμα, το ποσοστό εμπιστοσύνης προς τον Αλέξη Τσίπρα για τη διακυβέρνηση της χώρας διαμορφώνεται στο 13,2%.

Στην προηγούμενη μέτρηση της 29ης Σεπτεμβρίου, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 15,7%.

Η διαφορά είναι 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Πρόκειται για μεταβολή που αξίζει να εξεταστεί, ιδιαίτερα επειδή αφορά ένα πρόσωπο το οποίο έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός και επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό.

Η προσωπική εμπιστοσύνη αποτελεί διαφορετικό δημοσκοπικό μέγεθος από την πρόθεση ή την εκτίμηση ψήφου.

Ένας πολίτης μπορεί να δηλώνει ότι θα ψήφιζε ένα κόμμα, χωρίς να θεωρεί απαραίτητα τον αρχηγό του καταλληλότερο για τη διακυβέρνηση.

Μπορεί επίσης να επιλέγει έναν πολιτικό σχηματισμό ως μέσο διαμαρτυρίας ή ως έκφραση προγραμματικής συμφωνίας, χωρίς να έχει διαμορφώσει ισχυρή προσωπική εμπιστοσύνη προς την ηγεσία του.

Γι’ αυτό και τα δύο ποσοστά δεν πρέπει να συγχέονται.

Δεύτερη θέση για την ΕΛ.Α.Σ., χαμηλότερη προσωπική εμπιστοσύνη

Στην εκτίμηση ψήφου που παρατίθεται, η ΕΛ.Α.Σ. συγκεντρώνει 15,7% και εμφανίζεται μπροστά από το ΠΑΣΟΚ.

Την ίδια στιγμή, το ποσοστό εμπιστοσύνης προς τον Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται στο 13,2%.

Η διαφορά των 2,5 μονάδων μεταξύ των δύο μεγεθών δεν αποδεικνύει ότι συγκεκριμένο ποσοστό ψηφοφόρων της ΕΛ.Α.Σ. δεν εμπιστεύεται τον αρχηγό της.

Για να προκύψει ένα τέτοιο συμπέρασμα θα χρειάζονταν διασταυρωμένα στοιχεία από τις απαντήσεις των ίδιων ερωτηθέντων.

Αναδεικνύει, ωστόσο, ότι η κομματική απήχηση και η προσωπική εμπιστοσύνη δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.

Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ένα πολιτικό εγχείρημα που συνδέεται στενά με την πολιτική διαδρομή του πρώην πρωθυπουργού.

Η αναγνωρισιμότητα του Αλέξη Τσίπρα είναι δεδομένη.

Το ζητούμενο που προκύπτει από τη συγκεκριμένη μέτρηση είναι η σχέση ανάμεσα στην αναγνωρισιμότητα, στην πρόθεση ψήφου και στην εμπιστοσύνη για ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης.

Η μεταβολή μετά τη ΔΕΘ

Το δημοσίευμα συνδέει τη δημοσκοπική εικόνα με την πολιτική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Γίνεται αναφορά σε αλλαγές στρατηγικής, επαφές με στελέχη που είχαν διαδρομή στον ΣΥΡΙΖΑ και μεγαλύτερη έμφαση στις δημόσιες εμφανίσεις και περιοδείες του Αλέξη Τσίπρα.

Η περιγραφή αυτή παρουσιάζει την προσπάθεια διεύρυνσης της πολιτικής απήχησης του εγχειρήματος.

Ωστόσο, η σύνδεση μιας δημοσκοπικής μεταβολής με συγκεκριμένες κινήσεις της ηγεσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη χωρίς πρόσθετα στοιχεία.

Αντίστοιχα, οι αναφορές του αρχικού δημοσιεύματος σε επιχειρηματίες που φέρονται να περιορίζουν την υποστήριξή τους δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα τεκμήρια και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως επιβεβαιωμένο γεγονός.

Αυτό που μπορεί να εξεταστεί με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι η ίδια η δημοσκοπική καταγραφή και η εξέλιξή της στον χρόνο.

Το 61% που αλλάζει την ανάγνωση της πολιτικής αντιπαράθεσης

Το δεύτερο εύρημα αφορά την αξιοπιστία της αντιπολίτευσης.

Στο ερώτημα ποιο από τα δύο κόμματα, η ΕΛ.Α.Σ. ή το ΠΑΣΟΚ, ασκεί πιο αξιόπιστη αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση, τα ποσοστά που παρατίθενται είναι:

Απάντηση Ποσοστό
Κανένα από τα δύο 61%
ΠΑΣΟΚ 24%
ΕΛ.Α.Σ. 15%

Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η επιλογή «κανένα από τα δύο».

Περισσότεροι από έξι στους δέκα ερωτηθέντες δεν προκρίνουν κάποιον από τους δύο συγκεκριμένους πολιτικούς σχηματισμούς ως πιο αξιόπιστο στην άσκηση αντιπολίτευσης.

Η διατύπωση του ερωτήματος έχει σημασία.

Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι το 61% απορρίπτει όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ούτε αποδεικνύει ότι οι ίδιοι πολίτες επιθυμούν συγκεκριμένη κυβερνητική αλλαγή.

Δείχνει ότι, στη συγκεκριμένη σύγκριση μεταξύ ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ, η πλειονότητα δεν επιλέγει κανένα από τα δύο.

Αυτό είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο για την κατανόηση της πολιτικής στάσης των ερωτηθέντων.

Το ΠΑΣΟΚ προηγείται στην αξιοπιστία, αλλά όχι στην εκτίμηση ψήφου

Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 24% στο ερώτημα της πιο αξιόπιστης αντιπολίτευσης, έναντι 15% της ΕΛ.Α.Σ.

Η διαφορά είναι εννέα ποσοστιαίες μονάδες.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται μπροστά από το ΠΑΣΟΚ στην εκτίμηση ψήφου.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές μετρήσεις που αναδεικνύουν διαφορετικές πλευρές της πολιτικής εικόνας.

Η εκτίμηση ψήφου επιχειρεί να αποτυπώσει την πιθανή εκλογική επιλογή.

Η ερώτηση περί αξιοπιστίας καταγράφει την αξιολόγηση των πολιτών για την αντιπολιτευτική παρουσία των δύο κομμάτων.

Το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ προηγείται στη δεύτερη ερώτηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι θα προηγηθεί και στις εκλογές.

Αντίστοιχα, η δεύτερη θέση της ΕΛ.Α.Σ. στην εκτίμηση ψήφου δεν σημαίνει ότι διαθέτει και αντίστοιχο προβάδισμα σε όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η διαφορετική πρόκληση για τον Νίκο Ανδρουλάκη

Για το ΠΑΣΟΚ, τα στοιχεία παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα.

Από τη μία πλευρά, το κόμμα εμφανίζεται πίσω από την ΕΛ.Α.Σ. στην εκτίμηση ψήφου που αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Από την άλλη, προηγείται στη σύγκριση για την αξιοπιστία της αντιπολίτευσης.

Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η αξιολόγηση της κοινοβουλευτικής και πολιτικής παρουσίας ενός κόμματος δεν μετατρέπεται αναγκαστικά σε εκλογική υποστήριξη.

Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί ότι ένα κόμμα ασκεί πιο αξιόπιστη αντιπολίτευση, αλλά να προτιμά κάποιο άλλο στην κάλπη.

Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, το ερώτημα που ανακύπτει από τα στοιχεία είναι πώς συνδέονται η αντιπολιτευτική αξιολόγηση και η εκλογική απήχηση του ΠΑΣΟΚ.

Δεν πρόκειται για ταυτόσημες διαδικασίες, ούτε εξελίσσονται πάντοτε με τον ίδιο ρυθμό.

Μπορεί να υπάρξει κυβερνητική εναλλακτική χωρίς προσωπική εμπιστοσύνη;

Το δημοσίευμα θέτει στο επίκεντρο τη δυνατότητα ενός κόμματος να παρουσιαστεί ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Η εκλογική απήχηση αποτελεί ασφαλώς σημαντικό στοιχείο.

Δεν είναι, όμως, το μοναδικό.

Η εμπιστοσύνη προς τον αρχηγό, η αξιολόγηση του προγράμματος, η εικόνα των στελεχών και η αντίληψη των πολιτών για την ικανότητα διακυβέρνησης αποτελούν διαφορετικές παραμέτρους.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, το 13,2% στο συγκεκριμένο ερώτημα δείχνει το επίπεδο εμπιστοσύνης που καταγράφηκε στη μέτρηση.

Δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλεψη για την εκλογική πορεία της ΕΛ.Α.Σ.

Ούτε επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα για το εάν το πολιτικό εγχείρημα μπορεί να διευρύνει ή να περιορίσει την απήχησή του τους επόμενους μήνες.

Για τέτοιες εκτιμήσεις απαιτείται μεγαλύτερη σειρά συγκρίσιμων δημοσκοπήσεων.

Τι πρέπει να προσέξουμε στη σύγκριση των δημοσκοπήσεων

Η μεταβολή από το 15,7% στο 13,2% αντιστοιχεί πράγματι σε μείωση 2,5 ποσοστιαίων μονάδων.

Ωστόσο, για να αξιολογηθεί η στατιστική σημασία της χρειάζονται στοιχεία για το μέγεθος του δείγματος, τη μέθοδο συλλογής απαντήσεων, τη διατύπωση της ερώτησης και το περιθώριο δειγματοληπτικού σφάλματος.

Μια διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσεις μπορεί να αντανακλά πραγματική μεταβολή της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί επίσης να επηρεάζεται από τη στατιστική αβεβαιότητα.

Αυτό δεν καθιστά τα στοιχεία αδιάφορα.

Σημαίνει ότι πρέπει να εξετάζονται με προσοχή, χωρίς να αποδίδεται σε μία μόνο μέτρηση μεγαλύτερη βεβαιότητα από εκείνη που πραγματικά προσφέρει.

Το πολιτικό μήνυμα πίσω από τους αριθμούς

Η εικόνα που παρουσιάζεται δεν αφορά αποκλειστικά τη σχέση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολογούν συνολικά τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές.

Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται να διαθέτει εκλογική απήχηση που της δίνει τη δεύτερη θέση στη συγκεκριμένη μέτρηση.

Το ΠΑΣΟΚ καταγράφει υψηλότερο ποσοστό στη σύγκριση για την αξιοπιστία της αντιπολίτευσης.

Την ίδια στιγμή, το 61% δεν επιλέγει κανένα από τα δύο κόμματα στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Αυτό είναι και το κεντρικό συμπέρασμα: η εκλογική δύναμη, η προσωπική εμπιστοσύνη και η αντιπολιτευτική αξιοπιστία δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Για να διαμορφωθεί πληρέστερη εικόνα του πολιτικού σκηνικού, χρειάζεται να εξετάζονται και τα τρία μεγέθη, μαζί με τη διαχρονική τους εξέλιξη.

Η μάχη της δεύτερης θέσης αποτυπώνει έναν κομματικό συσχετισμό.

Οι απαντήσεις για την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία δείχνουν μια διαφορετική διάσταση της σχέσης των πολιτών με την αντιπολίτευση, η οποία δεν εξαντλείται σε έναν πίνακα εκτίμησης ψήφου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ