Νέα δεδομένα δημιουργεί στην Κεντροαριστερά η γραμμή που επέλεξε ο Αλέξης Τσίπρας. Το «ή εμείς ή κανείς» δεν στρέφεται πολιτικά μόνο απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η αιχμηρή αναφορά στην «κολλημένη βελόνα» του ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι η μάχη για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο μπαίνει πλέον σε πολύ πιο σκληρή φάση.
Η φράση του Αλέξη Τσίπρα στον ΣΚΑΪ ήταν ξεκάθαρη: «Μόνο η ΕΛ.Α.Σ. Ή εμείς ή κανείς». Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. παρουσίασε το κόμμα του ως τη δύναμη που μπορεί να διεκδικήσει την πρώτη θέση και υποστήριξε ότι όσο εφικτή θεωρείται η προσπάθεια της ΝΔ για αυτοδυναμία, άλλο τόσο εφικτή θεωρεί ο ίδιος την ανατροπή της σημερινής εκλογικής κατάταξης.
Όμως το πολιτικά ενδιαφέρον σημείο ήρθε όταν η συζήτηση έφτασε στον Νίκο Ανδρουλάκη.
Ο Τσίπρας υποστήριξε ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε τρία χρόνια χωρίς τη δική του παρουσία για να επιχειρήσει να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη και σχολίασε ότι η δημοσκοπική «βελόνα» παρέμενε κολλημένη. Παράλληλα, δήλωσε ότι χαίρεται για κάθε πρόσθετη μονάδα ή μισή μονάδα που κερδίζει το ΠΑΣΟΚ, επιμένοντας ότι βασικός αντίπαλός του είναι η ΝΔ.
Η μάχη δεν είναι πλέον μόνο Τσίπρας – Μητσοτάκης
Πίσω από τις φράσεις αυτές βρίσκεται μια δεύτερη πολιτική αναμέτρηση.
Η ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ απευθύνονται σε σημαντικό βαθμό σε επικαλυπτόμενα εκλογικά ακροατήρια και διεκδικούν ισχυρό ρόλο στον χώρο από το Κέντρο έως την Αριστερά. Επομένως, πριν φτάσει οποιαδήποτε συζήτηση στη διεκδίκηση της κυβέρνησης, υπάρχει η μάχη των συσχετισμών μέσα στην αντιπολίτευση.
Η στρατηγική Τσίπρα επιχειρεί να μετατρέψει το ερώτημα από το «ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης προτιμάτε;» στο «ποιος μπορεί να διεκδικήσει την πρώτη θέση;».
Αυτή ακριβώς η στρατηγική αυξάνει αναπόφευκτα την πίεση προς το ΠΑΣΟΚ.
Η «κολλημένη βελόνα» αλλάζει τους τόνους
Μέχρι πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας επέμενε στη διάκριση μεταξύ ανταγωνιστών και αντιπάλων στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Στη συνέντευξη του ΣΚΑΪ, όταν του επισημάνθηκε ακριβώς αυτή η προηγούμενη τοποθέτηση, απάντησε ότι δεν καταφέρθηκε εναντίον του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, η αναφορά του στην εκλογική στασιμότητα του Νίκου Ανδρουλάκη ήταν σαφώς αιχμηρή.
Και εδώ εμφανίζεται μια βασική αντίφαση της επόμενης ημέρας.
ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ μπορεί σήμερα να ανταγωνίζονται για το ποιος θα κυριαρχήσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά μετά τις εκλογές οι αριθμητικοί συσχετισμοί ενδέχεται να επαναφέρουν στο τραπέζι το ζήτημα των συνεργασιών.
Το ΠΑΣΟΚ τραβά τη δική του γραμμή
Από την άλλη πλευρά, ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται διατεθειμένος να παραχωρήσει τον κεντρικό ρόλο.
Το ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει στρατηγική πολιτικής αυτονομίας, ενώ το συνέδριό του έχει αποκλείσει μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία.
Έτσι διαμορφώνεται μια ιδιόμορφη κατάσταση: δύο κόμματα που επιδιώκουν πολιτική αλλαγή ανταγωνίζονται ταυτόχρονα για το ποιο θα έχει την πρωτοκαθεδρία στον ίδιο ευρύτερο πολιτικό χώρο.
Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αυτή η αντιπαράθεση είναι πιθανό να γίνεται εντονότερη.
Και μετά τις κάλπες τι;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα.
Ο ίδιος ο Τσίπρας, ερωτηθείς τι θα πράξει εάν η ΕΛ.Α.Σ. αναδειχθεί πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία, απάντησε ότι θα επιδιώξει κάθε δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης στη βάση του πολιτικού του σχεδίου και, αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, έθεσε ως επόμενο ενδεχόμενο δεύτερες εκλογές.
Άρα η συζήτηση περί συνεργασιών δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται για μετά την καταγραφή των πραγματικών εκλογικών συσχετισμών.
Και αυτό αφορά όχι μόνο την ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ αλλά συνολικά το πολιτικό σύστημα.
Όσο κάθε κόμμα προσέρχεται στις κάλπες διεκδικώντας τη μέγιστη δυνατή ενίσχυσή του, τόσο παραμένει ανοιχτό το ερώτημα τι θα συμβεί εάν η αριθμητική της Βουλής δεν δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η μεγάλη μάχη μέσα στην Κεντροαριστερά μόλις αρχίζει
Το βέβαιο είναι ότι μετά τη συνέντευξη Τσίπρα η σχέση ΕΛ.Α.Σ.–ΠΑΣΟΚ αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη δεύτερη θέση στην πρώτη και να εμφανίσει την ΕΛ.Α.Σ. ως τον βασικό κυβερνητικό αντίπαλο της ΝΔ.
Ο Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, επιμένει στην αυτονομία και στη δική του πρόταση εξουσίας.
Έτσι, πριν δοθεί η τελική μάχη με τη Νέα Δημοκρατία, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια δεύτερη μάχη για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην Κεντροαριστερά.
Και αυτή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική όχι μόνο για την προεκλογική περίοδο, αλλά και για τις συζητήσεις που θα αρχίσουν την επόμενη ημέρα των εκλογών.



