Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ως η δύναμη που μπορεί να νικήσει τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ θέτει ως προϋπόθεση την πρωτιά του και η συζήτηση για την επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς σκοντάφτει στο ίδιο ερώτημα: ποιος θα είναι ο «κορμός»;
Μία ιδιότυπη μάχη πρωτοκαθεδρίας βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος παρουσιάζει την ΕΛ.Α.Σ. ως την πολιτική δύναμη που μπορεί να νικήσει τη Νέα Δημοκρατία και να αποτελέσει τον βασικό πόλο μιας διαφορετικής κυβερνητικής πρότασης.
Από την άλλη βρίσκεται ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος επιμένει ότι πραγματική πολιτική αλλαγή μπορεί να υπάρξει μόνο εάν το ΠΑΣΟΚ αναδειχθεί πρώτο κόμμα.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο στρατηγικές βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα:
τι συμβαίνει εάν κανένας από τους δύο δεν πετύχει τον στόχο που θέτει σήμερα ως πολιτική προϋπόθεση;
Ο Τσίπρας θέλει την ΕΛ.Α.Σ. στον ρόλο του βασικού πόλου
Η θέση του Αλέξη Τσίπρα χρειάζεται να αποδίδεται με ακρίβεια.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει αποκλείσει τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ.
Το αντίθετο.
Στη ΔΕΘ εμφανίστηκε ανοιχτός στο ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας, εφόσον η ΕΛ.Α.Σ. αναδειχθεί πρώτο κόμμα, δηλώνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα εξαντλήσει τα περιθώρια συνεννόησης.
Παράλληλα, χαρακτήρισε το ΠΑΣΟΚ όχι «αντίπαλο», αλλά «ανταγωνιστή».
Εδώ όμως βρίσκεται και η ουσία.
Η στρατηγική Τσίπρα έχει ως αφετηρία ότι η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τον ισχυρότερο πόλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Μάλιστα, στις 23 Σεπτεμβρίου η δήλωσή του ότι μόνο η ΕΛ.Α.Σ. είναι σε θέση να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη προκάλεσε έντονη αντίδραση από το ΠΑΣΟΚ.
Επομένως η πόρτα της συνεργασίας δεν είναι κλειστή.
Το ερώτημα είναι ποιος θα περάσει πρώτος από αυτήν.
Ανδρουλάκης: Πρώτα πρώτο το ΠΑΣΟΚ
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει τοποθετήσει τον πήχη επίσης ξεκάθαρα.
Στη ΔΕΘ επέμεινε ότι στόχος του ΠΑΣΟΚ είναι η πρώτη θέση, υποστηρίζοντας ότι πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν ηττηθεί η Νέα Δημοκρατία.
Λίγες ημέρες αργότερα έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένος.
Η θέση που διατύπωσε ήταν ότι κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπάρξει εφόσον το κόμμα του είναι πρώτο.
Το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή, δεν διεκδικεί απλώς συμμετοχή σε ένα μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα.
Διεκδικεί να είναι ο βασικός πολιτικός κορμός του.
Και έτσι φτάνουμε στο παράδοξο της σημερινής συζήτησης.
Και οι δύο συζητούν συνεργασία – αλλά από την πρώτη θέση
Τσίπρας και Ανδρουλάκης δεν λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Οι στρατηγικές τους όμως συναντώνται σε ένα κρίσιμο σημείο:
και οι δύο διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία στον ίδιο ευρύτερο πολιτικό χώρο.
Ο Τσίπρας εμφανίζει την ΕΛ.Α.Σ. ως τη δύναμη που μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη.
Ο Ανδρουλάκης απαντά ότι η πολιτική αλλαγή περνά από την πρωτιά του ΠΑΣΟΚ.
Και έτσι η συζήτηση για συνεργασία μετατρέπεται πρώτα σε αγώνα για το ποιος θα είναι ισχυρότερος.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια.
Είναι πιθανότατα η σημαντικότερη πολιτική διαφορά που πρέπει να λυθεί εάν κάποτε οι δύο χώροι επιχειρήσουν πραγματικά να συζητήσουν κυβερνητική συνεργασία.
Η διαφορετική γραμμή Δούκα
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο εσωτερικό του ίδιου του ΠΑΣΟΚ έχει ήδη διατυπωθεί διαφορετική προσέγγιση.
Ο Χάρης Δούκας έχει θέσει δημόσια το ερώτημα εάν ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ., σε περίπτωση που διαθέτουν αθροιστικά κοινοβουλευτική δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, θα πρέπει να συζητήσουν προκειμένου να δημιουργηθεί μια διαφορετική κυβερνητική πλειοψηφία.
Η παρέμβασή του προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και έδειξε ακριβώς πόσο δύσκολη είναι η συζήτηση.
Γιατί εδώ υπάρχουν δύο διαφορετικές λογικές.
Η πρώτη λέει: πρώτα κερδίζουμε την πρωτοκαθεδρία και μετά συζητάμε συνεργασίες.
Η δεύτερη λέει: εξετάζουμε τους πραγματικούς κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς που θα δημιουργήσει η κάλπη και μετά αποφασίζουμε.
Το ερώτημα που μπορεί να βάλει η κάλπη
Υπάρχει όμως ένα ενδεχόμενο που καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να αποκλείσει εκ των προτέρων.
Τι θα συμβεί εάν μετά τις εκλογές ούτε η ΕΛ.Α.Σ. ούτε το ΠΑΣΟΚ είναι πρώτο κόμμα, αλλά οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί επιτρέπουν αριθμητικά κάποια μορφή συνεργασίας μεταξύ δυνάμεων της αντιπολίτευσης;
Εκεί οι σημερινές διακηρύξεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με τα πραγματικά αποτελέσματα.
Και τότε η συζήτηση δεν θα είναι θεωρητική.
Θα αφορά συγκεκριμένες έδρες, συγκεκριμένους συσχετισμούς και συγκεκριμένες δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Η μάχη πριν από τη συνεργασία
Προς το παρόν πάντως, Τσίπρας και Ανδρουλάκης βρίσκονται περισσότερο σε φάση ανταγωνισμού για την ηγεμονία του χώρου παρά σε φάση προετοιμασίας μιας κοινής κυβερνητικής πρότασης.
Και αυτό είναι απολύτως ορατό στον δημόσιο λόγο τους.
Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να πείσει ότι η ΕΛ.Α.Σ. είναι η δύναμη που μπορεί να αποτελέσει τον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης θέλει να αποδείξει ότι αυτόν τον ρόλο μπορεί και πρέπει να αναλάβει το ΠΑΣΟΚ.
Κανένας από τους δύο δεν θέλει σήμερα να εμφανιστεί ως συμπληρωματική δύναμη του άλλου.
Και αυτό ίσως εξηγεί περισσότερα για τις δυσκολίες της συζήτησης περί συνεργασιών από οποιαδήποτε προσωπική αντιπαράθεση.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ακόμη εάν Τσίπρας και Ανδρουλάκης μπορούν να συνεργαστούν.
Είναι ότι πριν φτάσουν σε αυτή τη συζήτηση πρέπει να απαντήσουν σε ένα πολύ δυσκολότερο ερώτημα:
ποιος από τους δύο θα δεχόταν να συνεργαστεί με τον άλλον χωρίς να κρατά ο ίδιος το τιμόνι;
Και αυτή την απάντηση, προς το παρόν, κανείς δεν την έχει δώσει.



