Με μια παρέμβαση που βάζει την ακρίβεια και ειδικά το κόστος της ενέργειας στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ο Αλέξης Τσίπρας αμφισβητεί ευθέως την κυβερνητική επιχειρηματολογία για τα περιθώρια μείωσης των φόρων στα καύσιμα. Υποστηρίζει ότι υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία και θέτει ως στόχο τιμή έως 1,40 ευρώ το λίτρο για το πετρέλαιο θέρμανσης και έως 1,80 ευρώ για το diesel κίνησης. Προτείνει τέσσερις παρεμβάσεις: πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών, μείωση ΕΦΚ και χαμηλότερο ΦΠΑ.
Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης εξελίσσεται σε ένα από τα πρώτα μεγάλα πολιτικά μέτωπα του φθινοπώρου, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους απειλεί να επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Σε αυτό το σκηνικό παρεμβαίνει ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να μεταφέρει τη συζήτηση από το ερώτημα «πόσο θα ακριβύνει η θέρμανση» στο ερώτημα «τι μπορεί να κάνει το κράτος για να περιορίσει την αύξηση».
Και επιλέγει να αμφισβητήσει ευθέως ένα από τα βασικά επιχειρήματα της κυβέρνησης: τα ευρωπαϊκά όρια στις φορολογικές παρεμβάσεις.
«Το 1,75 ευρώ είναι 50% πάνω από πέρυσι»
Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκινά από την τιμή των 1,75 ευρώ ανά λίτρο, στην οποία έχει αναφερθεί η κυβέρνηση για το πετρέλαιο θέρμανσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή αυτή είναι περίπου 50% υψηλότερη από εκείνη του περασμένου Οκτωβρίου.
Επομένως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσω του επιδόματος θέρμανσης.
Η λογική της πρότασής του είναι διαφορετική: παρέμβαση στην ίδια την τελική τιμή του καυσίμου ώστε η ελάφρυνση να εμφανίζεται απευθείας στην αντλία.
Η μεγάλη σύγκρουση για τον ΕΦΚ
Το πιο πολιτικά αιχμηρό σημείο της παρέμβασης αφορά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης.
Ο Τσίπρας απορρίπτει την κυβερνητική θέση ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν αφήνουν επαρκή περιθώρια και υποστηρίζει ότι ο ΕΦΚ μπορεί να μειωθεί μέχρι το ελάχιστο επίπεδο που επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε αυτό το σημείο υπάρχει μια σημαντική τεχνική λεπτομέρεια.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πράγματι καθορίζει ελάχιστα επίπεδα φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων. Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κίνησης, το ευρωπαϊκό ελάχιστο αναφέρεται στα 330 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, ενώ για χρήση θέρμανσης το αντίστοιχο ελάχιστο είναι πολύ χαμηλότερο, στα 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Τα κράτη-μέλη μπορούν να επιβάλλουν υψηλότερους συντελεστές.
Συνεπώς, το κρίσιμο πολιτικό και δημοσιονομικό ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένη η κυβέρνηση να μειώσει τους εθνικούς συντελεστές και ποιο θα ήταν το κόστος μιας τέτοιας επιλογής για τα δημόσια έσοδα.
Τα τέσσερα μέτρα Τσίπρα
Η παρέμβαση Τσίπρα δεν περιορίζεται στον ΕΦΚ.
Παρουσιάζει τέσσερα εργαλεία που, κατά την άποψή του, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε αυτοτελώς είτε συνδυαστικά.
Πρώτο είναι η επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, με τον Τσίπρα να υποστηρίζει ότι ο περιορισμός δεν πρέπει να αφορά μόνο τα πρατήρια αλλά να φτάνει και στα διυλιστήρια.
Δεύτερο είναι η έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα σχετικά κέρδη ξεπέρασαν το 1,5 δισ. ευρώ το προηγούμενο εξάμηνο.
Πρόκειται για αριθμό που παρουσιάζει ο ίδιος και ο οποίος θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων και τον ακριβή ορισμό του τι θεωρείται «υπερκέρδος».
Τρίτο μέτρο είναι η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, μέχρι τα όρια που επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Και τέταρτο, η μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 13%.
Ο στόχος των 1,40 ευρώ
Ο Τσίπρας προχωρά ακόμη περισσότερο και βάζει συγκεκριμένο αριθμητικό στόχο.
Υποστηρίζει ότι, με τις κατάλληλες παρεμβάσεις, το πετρέλαιο θέρμανσης δεν δικαιολογείται να υπερβαίνει τα 1,40 ευρώ ανά λίτρο, ενώ για το diesel κίνησης τοποθετεί τον αντίστοιχο στόχο στα 1,80 ευρώ.
Πρόκειται για πολιτική πρόταση και όχι για βεβαιωμένη μελλοντική τιμή.
Το εάν μπορεί πράγματι να επιτευχθεί εξαρτάται από πολλές μεταβλητές: τη διεθνή τιμή του πετρελαίου, την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας, τους φόρους και φυσικά τη διάρκεια οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης.
Από το επίδομα στην τιμή της αντλίας
Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσιαστικότερη διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίσεων που εμφανίζονται στην πολιτική συζήτηση.
Η μία δίνει μεγαλύτερο βάρος στις στοχευμένες ενισχύσεις, όπως το επίδομα θέρμανσης, ώστε η κρατική στήριξη να κατευθύνεται στα νοικοκυριά που πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Η πρόταση Τσίπρα μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του βάρους στην οριζόντια μείωση της τελικής τιμής, μέσω φορολογικών και ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην αγορά.
Οι δύο επιλογές έχουν διαφορετικές δημοσιονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η οριζόντια μείωση φόρων ωφελεί όλους όσοι αγοράζουν καύσιμο, ανεξαρτήτως εισοδήματος, αλλά έχει μεγαλύτερο δημοσιονομικό κόστος. Οι στοχευμένες επιδοτήσεις περιορίζουν το κόστος για το Δημόσιο, αλλά αφήνουν εκτός στήριξης νοικοκυριά που βρίσκονται λίγο πάνω από τα προβλεπόμενα όρια.
Ο χειμώνας μετατρέπεται σε πολιτικό τεστ
Η αντιπαράθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν αφορά ένα θεωρητικό οικονομικό ζήτημα.
Αφορά το ποσό που θα χρειαστεί να πληρώσει ένα νοικοκυριό για να γεμίσει τη δεξαμενή του.
Για παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα στα 1,75 και τα 1,40 ευρώ είναι 35 λεπτά ανά λίτρο.
Σε μια παραγγελία 1.000 λίτρων αυτό μεταφράζεται σε 350 ευρώ διαφορά.
Γι’ αυτό και όσο πλησιάζει η περίοδος διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η πίεση για συγκεκριμένες απαντήσεις θα μεγαλώνει.
Η ακρίβεια στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης
Η σημερινή παρέμβαση Τσίπρα δείχνει παράλληλα και κάτι ακόμη: η ακρίβεια εξελίσσεται σε βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για τους επόμενους μήνες.
Ο ίδιος επιχειρεί να θέσει ένα σαφές δίλημμα.
Υποστηρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν εργαλεία, αλλά αν υπάρχει η πολιτική επιλογή να χρησιμοποιηθούν απέναντι στις εταιρείες του κλάδου και με δημοσιονομικό κόστος για το κράτος.
Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη συγκράτηση των τιμών, στη στήριξη των νοικοκυριών και στα δημοσιονομικά περιθώρια.
Και τελικά ο πραγματικός κριτής δεν θα είναι η πολιτική αντιπαράθεση.
Θα είναι η τιμή που θα βλέπει ο καταναλωτής στην αντλία όταν έρθει η ώρα να γεμίσει τη δεξαμενή του.



