Μια φαινομενικά αθώα κίνηση για ενίσχυση της ασφάλειας εξελίχθηκε σε μεγάλο νομικό μπλέξιμο για δύο πολίτες, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με πρόστιμο 6.000 ευρώ και την παρέμβαση των Αρχών για παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Όλα ξεκίνησαν το 2022, όταν κάτοικοι μιας γειτονιάς παρατήρησαν ότι στην ιδιοκτησία των δύο γειτόνων τους, όπου στεγάζεται τόσο η κατοικία τους όσο και η επιχείρησή τους, είχαν τοποθετηθεί τρεις κάμερες παρακολούθησης. Το πρόβλημα; Οι κάμερες δεν κατέγραφαν μόνο τον χώρο των ιδιοκτητών. Οι φακοί –και ειδικά δύο περιστρεφόμενες κάμερες τύπου PTZ– «έπιαναν» και τις γύρω περιοχές, μεταξύ των οποίων το σπίτι του καταγγέλλοντος αλλά και τμήμα δημόσιου δρόμου.
Ο καταγγέλλων, παρατηρώντας ότι μια από τις κάμερες περιστρέφεται και στρέφεται προς τη δική του αυλή, απευθύνθηκε άμεσα στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Κατέθεσε φωτογραφίες, αλλά και βίντεο που αποδείκνυαν την κατεύθυνση της καταγραφής, ζητώντας παράλληλα να έχει πρόσβαση στο υλικό για να δει αν έχει καταγραφεί ο ίδιος ή η οικογένειά του.
Οι ιδιοκτήτες, από την πλευρά τους, υποστήριξαν ότι οι κάμερες τοποθετήθηκαν για λόγους ασφαλείας, εξαιτίας πρόσφατων περιστατικών κλοπών και βανδαλισμών στην επιχείρησή τους. Υπογράμμισαν μάλιστα ότι οι συσκευές δεν ήταν συνδεδεμένες με εξωτερικό καταγραφικό και ότι οι εγγραφές γίνονταν μόνο μέσω ενσωματωμένης κάρτας μνήμης, η οποία κρατά τα δεδομένα το πολύ για πέντε ημέρες πριν τα διαγράψει αυτόματα.
«Δεν έχουμε υλικό να παραδώσουμε στην Εισαγγελία», ανέφεραν, εξηγώντας ότι το παλιό υλικό έχει ήδη διαγραφεί. Ωστόσο, ένα τμήμα του πιο πρόσφατου βιντεοληπτικού υλικού διασώθηκε και παραδόθηκε στις Αρχές, οι οποίες διαπίστωσαν πως, πράγματι, μέρος της εικόνας κατέγραφε ιδιοκτησία τρίτων και δημόσιο χώρο.
Η υπόθεση ανέδειξε ένα ευρύτερο πρόβλημα: Πόσο εύκολο είναι τελικά να παραβιάσει κάποιος την ιδιωτικότητα του άλλου στο όνομα της «προστασίας»; Η νομοθεσία είναι σαφής: οι κάμερες σε ιδιωτικούς χώρους επιτρέπονται μόνο εφόσον εστιάζουν αποκλειστικά στον χώρο που ανήκει στον ιδιοκτήτη τους. Οποιαδήποτε καταγραφή δημόσιου δρόμου ή ξένης ιδιοκτησίας, χωρίς συγκατάθεση, αποτελεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Η Εισαγγελέας που εξέτασε την υπόθεση δήλωσε ξεκάθαρα πως ακόμα κι αν οι κάμερες έχουν εγκατασταθεί για λόγους ασφαλείας σε οικιακό χώρο, όταν στον ίδιο χώρο λειτουργεί και επιχείρηση, τότε η χρήση τους δεν εμπίπτει πλέον μόνο σε «προσωπική χρήση» – κάτι που έχει τεράστια νομική σημασία. Η λειτουργία τέτοιων καμερών εμπίπτει πλέον σε επαγγελματική δραστηριότητα, και ως εκ τούτου υπόκειται σε πολύ αυστηρότερους ελέγχους.
Η Αρχή επέβαλε από 3.000 ευρώ πρόστιμο σε κάθε έναν από τους εμπλεκόμενους, ενώ ζήτησε άμεση τροποποίηση του συστήματος παρακολούθησης, με στόχο να περιοριστεί το πεδίο λήψης και να προστατευτούν πλήρως τα δικαιώματα των περιοίκων. Επιπλέον, ξεκαθαρίστηκε ότι οποιοδήποτε σύστημα περιλαμβάνει δυνατότητα στρέψης και εστίασης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο υπό αυστηρούς όρους, όπως αυτοί προβλέπονται από την Οδηγία του 2011.
Ένα ακόμα ενδιαφέρον –και ίσως ενοχλητικό– ερώτημα που προέκυψε από την υπόθεση είναι το εξής: Γιατί η ίδια αυστηρότητα δεν εφαρμόζεται στις κάμερες που βρίσκονται πάνω από ΑΤΜ τραπεζών και καταγράφουν ολόκληρους δρόμους και περαστικούς; Μπορεί η καταγραφή από ιδιώτες να διώκεται, ενώ η αντίστοιχη από μεγάλους οργανισμούς να περνά απαρατήρητη;
Η αλήθεια είναι πως η τεχνολογία μάς δίνει απίστευτα εργαλεία για την ασφάλεια, αλλά και τεράστιες ευθύνες. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι πανίσχυρη, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Η παρακολούθηση, ακόμα και αν γίνεται με τις καλύτερες προθέσεις, χρειάζεται κανόνες. Χωρίς αυτούς, οι «αθώες» κάμερες γίνονται επικίνδυνα όπλα παραβίασης της ιδιωτικής ζωής.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν η γραμμή ανάμεσα στην ασφάλεια και την παραβίαση γίνεται θολή. Και λειτουργεί ως καμπανάκι για όσους έχουν ή σκέφτονται να εγκαταστήσουν συστήματα παρακολούθησης: η τεχνολογία δεν είναι παιχνίδι — και οι νόμοι υπάρχουν για κάποιο λόγο.


