Τα τελευταία χρόνια, το ασφαλιστικό σύστημα έχει υποστεί συνεχείς αλλαγές, μεταρρυθμίσεις και «διορθωτικές» παρεμβάσεις, με στόχο –τουλάχιστον στα χαρτιά– τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, αφήνει πολλούς εργαζόμενους με μια έντονη αίσθηση αδικίας: περισσότερη δουλειά, περισσότερες εισφορές και τελικά… μια σύνταξη που δεν ανταποκρίνεται στην προσπάθεια.
Στην πράξη, το ισχύον μοντέλο δεν επιβραβεύει ουσιαστικά όσους παραμένουν για δεκαετίες στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η μακροχρόνια ασφάλιση και οι υψηλότερες εισφορές αποδίδουν οριακά οφέλη στο τελικό ποσό σύνταξης. Για πολλούς, αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά και όχι ενθαρρυντικά.
Η στροφή προς την «εθνική σύνταξη»
Οι συντάξεις που υπολογίζονται με το σύστημα μετά το 2016 βασίζονται σε δύο πυλώνες: την εθνική και την ανταποδοτική σύνταξη. Ωστόσο, η ισορροπία μεταξύ των δύο έχει αλλάξει δραστικά. Η εθνική σύνταξη αποτελεί πλέον τον βασικό κορμό του εισοδήματος των συνταξιούχων, ενώ το ανταποδοτικό μέρος –που θεωρητικά συνδέεται άμεσα με τα χρόνια εργασίας και τις εισφορές– εμφανίζεται σαφώς αποδυναμωμένο.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το κίνητρο παραμονής στην εργασία μετά από ένα συγκεκριμένο σημείο, καθώς τα επιπλέον έτη ασφάλισης δεν μεταφράζονται σε ανάλογη αύξηση της σύνταξης. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι «το ταβάνι έχει ήδη πιαστεί».
Συντάξεις χαμηλότερες κατά μέσο όρο 18%
Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών, οι κύριες συντάξεις που εκδίδονται με το καθεστώς μετά το 2016 είναι, κατά μέσο όρο, περίπου 18% χαμηλότερες σε σχέση με εκείνες που θα προέκυπταν με το προηγούμενο σύστημα. Για να περιοριστεί το σοκ αυτής της μείωσης, θεσπίστηκε η λεγόμενη «προσωπική διαφορά», η οποία λειτούργησε ως προσωρινό μαξιλάρι για παλαιότερους συνταξιούχους.
Ωστόσο, για όσους βγαίνουν τώρα ή θα βγουν τα επόμενα χρόνια στη σύνταξη, η προσωπική διαφορά δεν αποτελεί δεδομένη ασπίδα. Έτσι, το νέο σύστημα αποτυπώνει ξεκάθαρα τις αδυναμίες του.
Πώς υπολογίζεται σήμερα η σύνταξη
Από τον Μάιο του 2016 και μετά, η πλήρης εθνική σύνταξη διαμορφώνεται στα 446 ευρώ για ασφαλισμένους με τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης, ενώ για 15 έτη περιορίζεται στα 401 ευρώ. Το ανταποδοτικό τμήμα υπολογίζεται βάσει των ετών ασφάλισης και των μέσων αποδοχών από το 2002 έως την ημερομηνία συνταξιοδότησης.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στα ποσοστά αναπλήρωσης. Παρότι αυξάνονται όσο μεγαλώνουν τα έτη ασφάλισης, παραμένουν χαμηλά για μεγάλο μέρος του εργασιακού βίου, με αποτέλεσμα το τελικό όφελος να είναι περιορισμένο. Με απλά λόγια, τα επιπλέον χρόνια «κοστίζουν» πολύ και αποδίδουν λίγο.
Παραδείγματα που εξηγούν την απογοήτευση
Τα αριθμητικά δεδομένα αποκαλύπτουν το πρόβλημα πιο καθαρά από οποιαδήποτε θεωρητική ανάλυση.
Ένας μισθωτός με 25 χρόνια ασφάλισης και μέσες αποδοχές 1.150 ευρώ, στα 67 του έτη, λαμβάνει συνολική σύνταξη περίπου 682 ευρώ. Αν ο ίδιος εργαζόταν 10 χρόνια παραπάνω, φτάνοντας τα 35 έτη ασφάλισης, το ποσό θα αυξανόταν στα 871 ευρώ. Δηλαδή, μια δεκαετία επιπλέον δουλειάς αποδίδει λιγότερα από 200 ευρώ μηνιαίως.
Αντίστοιχα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας με 35 χρόνια ασφάλισης, που επιλέγει χαμηλή ασφαλιστική κατηγορία μετά το 2017, καταλήγει με σύνταξη γύρω στα 900 ευρώ. Ακόμα και αν κατέβαλλε σημαντικά υψηλότερες εισφορές, το όφελος στο τελικό ποσό θα ήταν μόλις μερικές δεκάδες ευρώ.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση μισθωτού με 40 χρόνια ασφάλισης και μέσες αποδοχές 1.600 ευρώ. Αν αποχωρήσει στα 62, η κύρια και επικουρική σύνταξη διαμορφώνονται σε επίπεδα που δεν απέχουν πολύ από εκείνα που θα λάβει αν παραμείνει στην εργασία έως τα 67. Πέντε επιπλέον χρόνια δουλειάς οδηγούν σε μια αύξηση που πολλοί θεωρούν δυσανάλογα μικρή.
Οι συνέπειες στο σύστημα
Αυτή η εικόνα εξηγεί γιατί ολοένα και περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες επιλέγουν τις χαμηλότερες δυνατές ασφαλιστικές κατηγορίες. Παράλληλα, στους μισθωτούς παρατηρείται αύξηση της υποασφάλισης, καθώς η σχέση κόστους–οφέλους μοιάζει μη ελκυστική.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: χωρίς ουσιαστική ενίσχυση του ανταποδοτικού σκέλους, το ασφαλιστικό σύστημα δύσκολα θα πείσει τους εργαζόμενους να επενδύσουν περισσότερα χρόνια και περισσότερα χρήματα. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, το ερώτημα θα παραμένει επίμονο: γιατί να δουλέψεις παραπάνω, όταν η σύνταξη δεν ακολουθεί;



