Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για τα χρονικά όρια μέσα στα οποία μπορεί η Φορολογική Διοίκηση να καταλογίζει φόρους και πρόστιμα εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, κρίνοντας αντισυνταγματικές συγκεκριμένες ρυθμίσεις που προέβλεπαν 20ετή και 10ετή παραγραφή σε υποθέσεις φοροδιαφυγής.
Η απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επαναφέρει στο επίκεντρο έναν από τους σημαντικότερους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας: το Δημόσιο δεν διαθέτει απεριόριστο χρόνο για να ελέγξει μια φορολογική χρήση και να καταλογίσει φόρους.
Ο βασικός κανόνας είναι η πενταετής παραγραφή.
Αυτό όμως χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση: η νέα απόφαση δεν σημαίνει ότι όλα τα χρέη προς το Δημόσιο διαγράφονται μετά από πέντε χρόνια, ούτε ότι καταργούνται όλες οι περιπτώσεις στις οποίες η φορολογική νομοθεσία προβλέπει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ελέγχου.
Αφορά το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξεις καταλογισμού φόρου στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που εξέτασε το δικαστήριο.
Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από την απόφαση του Β΄ Τμήματος, το ΣτΕ έκρινε ότι η πρόβλεψη 20ετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων λόγω φοροδιαφυγής αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Πρόκειται για τη ρύθμιση του άρθρου 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013.
Παράλληλα, το δικαστήριο έκρινε αντίθετη προς το άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και συγκεκριμένη μεταβατική διάταξη του ν. 4646/2019, η οποία προέβλεπε δεκαετή παραγραφή για υποθέσεις φοροδιαφυγής.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το πρόβλημα ήταν ότι η ρύθμιση επιχειρούσε να καταλάβει το φορολογικό έτος 2013, δηλαδή χρονικό διάστημα προγενέστερο από εκείνο που επιτρέπουν οι συνταγματικοί περιορισμοί για την αναδρομική επιβολή φορολογικών βαρών.
Στην υπόθεση που κρίθηκε, επομένως, εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή.
Τι σημαίνει πρακτικά η πενταετία
Ο γενικός κανόνας του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει ότι η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να εκδώσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μέσα σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η πενταετία δεν υπολογίζεται απαραιτήτως από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια συναλλαγή ή αποκτήθηκε ένα εισόδημα.
Για παράδειγμα, για ένα φορολογικό έτος του οποίου η δήλωση υποβάλλεται το επόμενο έτος, η αφετηρία του χρόνου παραγραφής προσδιορίζεται με βάση το έτος λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης.
Η λογική πίσω από τον κανόνα είναι σαφής: ο φορολογούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι μετά την παρέλευση ενός εύλογου χρονικού διαστήματος μια παλιά φορολογική χρήση δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον ανοικτή.
Το ΣτΕ έχει βάλει και στο παρελθόν «φρένο» στις συνεχείς παρατάσεις
Η νέα κρίση δεν εμφανίζεται σε νομικό κενό.
Ήδη με την ιστορική απόφαση 1738/2017, το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε κρίνει αντισυνταγματικές διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις της παραγραφής παλαιών φορολογικών υποθέσεων.
Το δικαστήριο είχε επισημάνει ότι η συνεχής παράταση του χρόνου μέσα στον οποίο μπορεί το Δημόσιο να ελέγξει μια υπόθεση δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας για τον φορολογούμενο και υπονομεύει την προβλεψιμότητα του φορολογικού συστήματος.
Με απλά λόγια, δεν μπορεί μια φορολογική χρήση να πλησιάζει στην παραγραφή και λίγο πριν κλείσει να ψηφίζεται συνεχώς μια νέα παράταση που την κρατά ανοικτή.
Η πενταετία έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ως εύλογος βασικός χρόνος μέσα στον οποίο η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να οργανώσει και να πραγματοποιήσει τους ελέγχους της.
Προσοχή: Δεν σημαίνει «όλα παραγράφονται στα πέντε χρόνια»
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της είδησης.
Η διατύπωση ότι «μετά την πενταετία παραγράφονται όλα τα χρέη, από όπου κι αν προέρχονται» μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση.
Άλλο πράγμα είναι η παραγραφή του δικαιώματος της ΑΑΔΕ να καταλογίσει έναν φόρο και άλλο η παραγραφή μιας οφειλής που έχει ήδη βεβαιωθεί.
Επίσης, η φορολογική νομοθεσία εξακολουθεί να προβλέπει περιπτώσεις στις οποίες το χρονικό περιθώριο μπορεί να επεκταθεί, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μόλις τον Σεπτέμβριο του 2026 το ΣτΕ, με την απόφαση 363/2026, δέχθηκε σε διαφορετική υπόθεση δεκαετή παραγραφή για πρόστιμα που αφορούσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς είχαν προκύψει συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία περιήλθαν στην αρμόδια φορολογική αρχή μετά την αρχική πενταετία.
Επομένως, δεν μπορεί να δημιουργηθεί ένας απλουστευτικός κανόνας του τύπου:
«Πέρασαν πέντε χρόνια, άρα η Εφορία δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα».
Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται με βάση το φορολογικό έτος, το είδος του φόρου, το πότε υποβλήθηκε ή έπρεπε να υποβληθεί η δήλωση, το εάν προέκυψαν νέα στοιχεία και τις ειδικές διατάξεις που ίσχυαν.
Τι αλλάζει για τους φορολογουμένους
Η πραγματική σημασία της απόφασης βρίσκεται αλλού.
Περιορίζεται η δυνατότητα του νομοθέτη να διατηρεί για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα ανοικτό το δικαίωμα καταλογισμού φόρων επικαλούμενος τη φοροδιαφυγή.
Η 20ετία θεωρήθηκε δυσανάλογη.
Παράλληλα, η εφαρμογή της συγκεκριμένης δεκαετούς παραγραφής προσέκρουσε στις συνταγματικές εγγυήσεις του άρθρου 78, λόγω του τρόπου με τον οποίο επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί αναδρομικά.
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για φορολογουμένους που βρίσκονται αντιμέτωποι με καταλογιστικές πράξεις της ΑΑΔΕ για πολύ παλιές φορολογικές χρήσεις, εφόσον οι υποθέσεις τους παρουσιάζουν τα ίδια ή συναφή νομικά χαρακτηριστικά.
Δεν σημαίνει όμως αυτοδίκαιη ακύρωση κάθε παλαιού φορολογικού καταλογισμού.
Τι πρέπει να ελέγξει κάποιος που έχει παλιά φορολογική υπόθεση
Για όσους έχουν δεχθεί ή πρόκειται να δεχθούν έλεγχο για παλιές χρήσεις, το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι πότε ακριβώς γεννήθηκε και πότε λήγει το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για καταλογισμό.
Στη συνέχεια πρέπει να ελεγχθεί αν υπήρξε κάποια νόμιμη αιτία παράτασης ή επέκτασης της παραγραφής και αν η υπόθεση εμπίπτει πράγματι στο σκεπτικό της νέας απόφασης.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή δύο φορολογικές υποθέσεις που αφορούν το ίδιο έτος μπορεί να έχουν διαφορετική νομική αντιμετώπιση εφόσον διαφέρουν τα πραγματικά δεδομένα.
Μια απόφαση με ευρύτερη σημασία
Η νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στέλνει πάντως ένα σαφές μήνυμα ως προς τα όρια της φορολογικής εξουσίας του Δημοσίου.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αποτελεί θεμιτό και κρίσιμο δημόσιο σκοπό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο φορολογούμενος μπορεί να βρίσκεται επί δεκαετίες σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με το εάν μια παλιά χρήση παραμένει ανοικτή.
Η Φορολογική Διοίκηση διαθέτει πλέον ισχυρά ψηφιακά εργαλεία, ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και τεράστιο όγκο δεδομένων. Η ύπαρξη αυτών των δυνατοτήτων ενισχύει ακόμη περισσότερο την απαίτηση οι έλεγχοι να πραγματοποιούνται μέσα σε εύλογο και προβλέψιμο χρονικό διάστημα.
Το βασικό συμπέρασμα, λοιπόν, δεν είναι ότι “όλα τα χρέη σβήνουν στην πενταετία”. Είναι ότι η πενταετία παραμένει ο βασικός κανόνας για το δικαίωμα της Εφορίας να καταλογίζει φόρους και ότι οι εξαιρετικά μεγάλες χρονικές επεκτάσεις αυτού του δικαιώματος πρέπει να περνούν από αυστηρό συνταγματικό έλεγχο.



