Καραμανλής, Βενιζέλος και Δένδιας επιστρατεύονται σε ένα πολιτικό αφήγημα που αποδίδει στον Αντώνη Σαμαρά σχέδιο ανατροπής του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όμως ποιος επιβεβαιώνει αυτές τις συζητήσεις; Και γιατί μια τέτοια εικόνα θα μπορούσε να εξυπηρετεί την πολιτική αποδυνάμωση του πρώην πρωθυπουργού;
Από την πολιτική διαφωνία στη «συνωμοσία»
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επιχείρηση πολιτικής ερμηνείας βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται να σχεδιάζει όχι απλώς τη δημιουργία νέου κόμματος, αλλά ολόκληρη τη μετεκλογική αρχιτεκτονική της χώρας, με έναν και μοναδικό στόχο: την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία.
Στο τραπέζι τοποθετούνται τρία πρόσωπα: ο Κώστας Καραμανλής, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Νίκος Δένδιας.
Τρεις διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, τρία διαφορετικά σενάρια και ένας κοινός υποτιθέμενος σκηνοθέτης.
Ο Αντώνης Σαμαράς.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν τα συγκεκριμένα σενάρια έχουν πραγματική βάση.
Είναι και ποιον εξυπηρετεί πολιτικά η παρουσίασή τους.
Διότι η εικόνα ενός πρώην πρωθυπουργού που συζητά πολιτικές επιλογές για το μέλλον της χώρας είναι εντελώς διαφορετική από την εικόνα ενός πολιτικού που παρουσιάζεται να καταστρώνει προσωπικό σχέδιο απομάκρυνσης του σημερινού πρωθυπουργού.
Και αυτή ακριβώς η διαφορά βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης.
Η εκδοχή των διαρροών από το μητσοτακικό στρατόπεδο
Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι η διακίνηση τέτοιων σεναρίων θα μπορούσε να εξυπηρετεί πολιτικά το στρατόπεδο του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως το Μέγαρο Μαξίμου ή συνεργάτες του πρωθυπουργού βρίσκονται πίσω από το συγκεκριμένο δημοσίευμα.
Δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να τεκμηριώνουν τέτοια προέλευση.
Υπάρχει, όμως, μια σαφής πολιτική λογική που αξίζει να εξεταστεί.
Αν ο Αντώνης Σαμαράς παρουσιαστεί ως ένας πολιτικός που ενδιαφέρεται πρωτίστως να εκδικηθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται.
Δεν επικεντρώνεται πλέον στις πολιτικές διαφωνίες των δύο ανδρών, αλλά στις υποτιθέμενες προσωπικές επιδιώξεις του πρώην πρωθυπουργού.
Οι ενστάσεις του για την εξωτερική πολιτική, την ιδεολογική κατεύθυνση της Νέας Δημοκρατίας και τις κυβερνητικές επιλογές περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Στη θέση τους προβάλλεται η εικόνα ενός πολιτικού που αναζητά τρόπο να απομακρύνει τον σημερινό πρωθυπουργό.
Αυτό είναι το πολιτικό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να επιδιώκει μια τέτοια επικοινωνιακή τακτική.
Το αν πράγματι υπάρχει οργανωμένη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση παραμένει ζήτημα που απαιτεί τεκμηρίωση.
Η λέξη «συνωμοσία» και η πολιτική της χρησιμότητα
Δεν είναι ασήμαντο ότι η σχετική υπόθεση παρουσιάστηκε και με τη λέξη «συνωμοσία».
Η λέξη αυτή δεν περιγράφει απλώς πολιτικές επαφές ή συζητήσεις.
Υποδηλώνει παρασκηνιακή δράση, κρυφές συμφωνίες και οργανωμένη επιχείρηση ανατροπής.
Έτσι, μια συζήτηση για πιθανά μετεκλογικά κυβερνητικά σχήματα αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Αντί να εξετάζεται ως μέρος της πολιτικής διαδικασίας, παρουσιάζεται με όρους μυστικού σχεδίου.
Ασφαλώς, οι παρασκηνιακές συνεννοήσεις αποτελούν υπαρκτό στοιχείο της πολιτικής ζωής.
Όμως η ύπαρξή τους πρέπει να αποδεικνύεται.
Δεν αρκεί η αναφορά σε ανώνυμες εμπιστευτικές συνομιλίες για να θεωρηθεί ότι έχουν ήδη συμφωνηθεί πρωθυπουργοί, κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και αλλαγές κομματικών ηγεσιών.
Και κυρίως, δεν αρκεί για να αποδοθεί σε ένα πολιτικό πρόσωπο ως μοναδικό κίνητρο η προσωπική εξόντωση ενός αντιπάλου του.
Ο ίδιος ο Μητσοτάκης έχει αποκλείσει τη συνεννόηση
Η δημόσια αντιπαράθεση Μητσοτάκη και Σαμαρά δεν είναι φανταστική.
Στη συνέντευξη Τύπου της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι δεν βλέπει περιθώριο συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό, επικαλούμενος τις διαφωνίες τους στην εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Η τοποθέτηση αυτή καταγράφει μια πραγματική πολιτική σύγκρουση.
Παράλληλα, ο Αντώνης Σαμαράς έχει ασκήσει δημόσια κριτική στην κυβερνητική πολιτική και προσωπικά στον πρωθυπουργό.
Δεν χρειάζονται, επομένως, υποθετικά σενάρια για να αποδειχθεί ότι υπάρχει βαθιά διαφωνία.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς ερμηνεύεται αυτή η διαφωνία.
Είναι μια σύγκρουση για την πολιτική κατεύθυνση της παράταξης;
Είναι μια προσωπική αντιπαλότητα;
Ή συνυπάρχουν πολιτικές και προσωπικές διαστάσεις;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από πληροφορίες ανώνυμων συνομιλητών.
Καραμανλής: Ένα όνομα που προσδίδει βάρος στο αφήγημα
Η αναφορά στον Κώστα Καραμανλή είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του δημοσιεύματος.
Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσιάζεται ως πιθανός επικεφαλής κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Το σενάριο περιλαμβάνει υποθέσεις για τη στάση της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, του πολιτικού χώρου του Αλέξη Τσίπρα και κομμάτων στα δεξιά της ΝΔ.
Όμως δεν παρουσιάζεται δημόσια επιβεβαιωμένη συμφωνία του Κώστα Καραμανλή για ανάληψη τέτοιου ρόλου.
Ούτε υπάρχουν επιβεβαιωμένες δεσμεύσεις των πολιτικών δυνάμεων που υποτίθεται ότι θα στήριζαν την κυβέρνησή του.
Η αναφορά στο όνομά του προσδίδει πολιτικό βάρος στο σενάριο.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει ήδη ένα πρόσωπο ικανό να ενώσει διαφορετικά κόμματα.
Αυτή η εντύπωση είναι πολύ ισχυρότερη από όσα τεκμηριώνονται.
Και αν ο στόχος κάποιου ήταν να εμφανίσει τον πρώην πρωθυπουργό ως οργανωτή μιας ευρείας αντιμητσοτακικής συμμαχίας, η χρησιμοποίηση του ονόματος Καραμανλή θα εξυπηρετούσε ακριβώς αυτή την εικόνα.
Βενιζέλος: Ένα δεύτερο σενάριο με πολλές αναπάντητες προϋποθέσεις
Αντίστοιχα, η αναφορά στον Ευάγγελο Βενιζέλο στηρίζεται σε μια σειρά υποθέσεων.
Θα πρέπει το ΠΑΣΟΚ να καταλάβει συγκεκριμένη θέση στις εκλογές.
Θα πρέπει να αποδεχθεί ο Νίκος Ανδρουλάκης την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον πρώην πρόεδρο του κόμματος.
Θα πρέπει να υπάρξει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή άλλη συνταγματικά βιώσιμη λύση.
Και θα πρέπει να συμφωνήσουν πολιτικές δυνάμεις με σημαντικές διαφορές.
Τίποτε από αυτά δεν παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη συμφωνία.
Παρ’ όλα αυτά, το όνομα Βενιζέλου εντάσσεται στο ίδιο υποτιθέμενο σχέδιο Σαμαρά.
Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει ήδη επεξεργαστεί εναλλακτικές λύσεις για κάθε πιθανό εκλογικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα είναι ότι η πολλαπλότητα των σεναρίων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ύπαρξης σχεδίου.
Μπορεί απλώς να δείχνει πόσες διαφορετικές υποθέσεις διακινούνται στον πολιτικό διάλογο.
Δένδιας: Η πιο ευαίσθητη πλευρά για τη Νέα Δημοκρατία
Το τρίτο σενάριο αφορά τον Νίκο Δένδια.
Εδώ η συζήτηση αποκτά καθαρά εσωκομματική διάσταση.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας παρουσιάζεται ως πιθανός διάδοχος του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, με προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης που θα μπορούσε να υποστηριχθεί από έναν νέο πολιτικό φορέα του Αντώνη Σαμαρά.
Αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτική πίεση σε περισσότερα από ένα πρόσωπα.
Στον Σαμαρά, επειδή τον εμφανίζει να παρεμβαίνει στις εσωκομματικές διαδικασίες ενός κόμματος από το οποίο έχει απομακρυνθεί.
Στον Δένδια, επειδή τον τοποθετεί σε ένα υποθετικό σενάριο διαδοχής χωρίς να έχει παρουσιαστεί σχετική δική του δέσμευση.
Και συνολικά στη Νέα Δημοκρατία, επειδή μεταφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την επόμενη ηγεσία της.
Εδώ φαίνεται και μια αντίφαση της θεωρίας περί οργανωμένης κυβερνητικής διαρροής.
Αν τα σενάρια διακινούνται για να πλήξουν τον Σαμαρά, μπορεί ταυτόχρονα να προκαλούν ανεπιθύμητες συζητήσεις για τη διαδοχή Μητσοτάκη.
Συνεπώς, δεν είναι αυτονόητο ότι η δημοσιοποίησή τους εξυπηρετεί αποκλειστικά το πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Η προέλευση και η σκοπιμότητά τους χρειάζονται ξεχωριστή διερεύνηση.
Από το «διαφωνώ με τον Μητσοτάκη» στο «θέλω να τον εκπαραθυρώσω»
Η ουσιαστικότερη μετατόπιση του αφηγήματος βρίσκεται στην απόδοση κινήτρων.
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει διατυπώσει δημόσια πολιτικές διαφωνίες.
Το δημοσίευμα, όμως, παρουσιάζει ως βασική επιδίωξή του την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την εξουσία.
Αυτά τα δύο δεν είναι ταυτόσημα.
Ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να ασκεί έντονη κριτική σε μια κυβέρνηση, να διαφωνεί με την ηγεσία του κόμματός του και να εξετάζει τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα.
Από αυτά τα δεδομένα δεν αποδεικνύεται αυτομάτως ότι όλες οι κινήσεις του υπαγορεύονται από προσωπική εκδίκηση.
Για να υποστηριχθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός χρειάζονται περισσότερα από ερμηνείες προθέσεων.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η κριτική προς το συγκεκριμένο αφήγημα.
Διότι, αν η πολιτική διαφωνία μετατραπεί σε ιστορία προσωπικής συνωμοσίας, τότε η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από το περιεχόμενο των θέσεων και περιορίζεται στη σύγκρουση προσώπων.
Ποιος κερδίζει από την εικόνα του «Σαμαρά που θέλει να ρίξει τον Μητσοτάκη»;
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη.
Το πρωθυπουργικό στρατόπεδο θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή την εικόνα για να παρουσιάσει τη σύγκρουση ως προσωπική αντιπαλότητα και να υποβαθμίσει τις πολιτικές ενστάσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Παράλληλα, θα μπορούσε να απευθυνθεί σε ψηφοφόρους που θεωρούν σημαντική τη σταθερότητα, αντιπαραβάλλοντας την κυβερνητική συνέχεια με τα υποθετικά μετεκλογικά σενάρια.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια συζήτηση θα μπορούσε να ωφελήσει πολιτικά και τον Αντώνη Σαμαρά, προβάλλοντάς τον ως πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο των διεργασιών για την επόμενη ημέρα.
Θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει τη δημόσια συζήτηση για κυβερνήσεις συνεργασίας χωρίς τον σημερινό πρωθυπουργό.
Επομένως, το γεγονός ότι ένα αφήγημα μπορεί να εξυπηρετεί έναν πολιτικό στόχο δεν αποδεικνύει από μόνο του ποιος το δημιούργησε.
Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση για την αξιολόγηση των διαρροών.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι παρουσιάζεται ένα εξαιρετικά λεπτομερές σχέδιο, χωρίς αντίστοιχα λεπτομερή δημόσια τεκμηρίωση.
Αναφέρονται υποτιθέμενες εμπιστευτικές συνομιλίες, πιθανοί πρωθυπουργοί, πιθανές κοινοβουλευτικές συνεργασίες και ενδεχόμενες αλλαγές ηγεσίας.
Δεν παρουσιάζονται, όμως, επιβεβαιωμένες συμφωνίες των προσώπων που κατονομάζονται.
Ούτε αποδεικνύεται ότι ο Αντώνης Σαμαράς έχει υιοθετήσει το συγκεκριμένο σχέδιο.
Η εκδοχή ότι κύκλοι προσκείμενοι στον Κυριάκο Μητσοτάκη ενδέχεται να αξιοποιούν τέτοια σενάρια για να πλήξουν τον πρώην πρωθυπουργό αποτελεί μια πολιτική υπόθεση που μπορεί να εξεταστεί.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένη πραγματικότητα χωρίς στοιχεία για την προέλευση των πληροφοριών.
Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά είναι πραγματική. Το υποτιθέμενο σχέδιο με Καραμανλή, Βενιζέλο και Δένδια παραμένει ανεπιβεβαίωτο.
Και μέχρι να υπάρξουν συγκεκριμένες τοποθετήσεις ή αποδείξεις, το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος από τους τρεις θα μπορούσε να γίνει πρωθυπουργός.
Είναι γιατί ένα τόσο σύνθετο και υποθετικό σενάριο παρουσιάζεται ως συγκροτημένος πολιτικός σχεδιασμός ενός μόνο προσώπου — και ποια πολιτική συζήτηση παραμερίζεται όσο κυριαρχεί αυτή η εικόνα.



