Αντιμέτωποι με σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις μπορεί να βρεθούν φορολογούμενοι που εισπράττουν χρήματα από μη αδειοδοτημένες στην Ελλάδα στοιχηματικές πλατφόρμες και δεν μπορούν να τεκμηριώσουν επαρκώς την προέλευσή τους. Αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ αναδεικνύουν τον κίνδυνο καταλογισμού φόρου 33%, πρόσθετων προστίμων και τόκων, ακόμη και για τραπεζικές καταθέσεις προηγούμενων ετών.
Φορολογικός έλεγχος ακόμη και για κέρδη προηγούμενων ετών
Σημαντικές οικονομικές συνέπειες μπορεί να έχει για έναν φορολογούμενο η αδυναμία να αποδείξει την προέλευση χρημάτων που πιστώθηκαν στον τραπεζικό του λογαριασμό από στοιχηματικές δραστηριότητες.
Το ζήτημα αναδεικνύεται μέσα από αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, στις οποίες εξετάζονται τραπεζικές πιστώσεις που οι φορολογούμενοι αποδίδουν σε κέρδη από τυχερά παιχνίδια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συναλλαγές συνδέονται με πλατφόρμες που δεν διαθέτουν ελληνική άδεια ή δεν υπάρχουν επαρκή δικαιολογητικά για να εξακριβωθεί η πραγματική προέλευση και η φορολογική αντιμετώπιση των χρημάτων.
Όταν οι εξηγήσεις και τα στοιχεία που προσκομίζονται δεν κρίνονται επαρκή, η φορολογική διοίκηση μπορεί να χαρακτηρίσει τις πιστώσεις ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.
Στην περίπτωση αυτή, τα ποσά μπορούν να φορολογηθούν με συντελεστή 33%, ενώ ενδέχεται να επιβληθούν πρόστιμα και τόκοι.
Πώς ο φόρος μπορεί να φτάσει στο 49,5% πριν από τους τόκους
Η οικονομική επιβάρυνση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα μεγάλη.
Για ποσό που χαρακτηρίζεται αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, ο φόρος 33% υπολογίζεται επί της φορολογητέας αξίας.
Εφόσον επιβληθεί και πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ίσο με το 50% του φόρου, η συνολική επιβάρυνση ανέρχεται στο 49,5% του ποσού.
Για παράδειγμα, σε αδικαιολόγητη πίστωση 10.000 ευρώ:
- Ο φόρος 33% αντιστοιχεί σε 3.300 ευρώ.
- Το πρόστιμο 50% επί του φόρου αντιστοιχεί σε 1.650 ευρώ.
- Το σύνολο φτάνει τα 4.950 ευρώ.
Στο ποσό αυτό μπορούν να προστεθούν τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής και, για παλαιότερα φορολογικά έτη όπου προβλεπόταν, άλλες επιβαρύνσεις.
Έτσι, ο τελικός λογαριασμός μπορεί να υπερβεί το 50% της φορολογητέας πίστωσης.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ενιαίο πρόστιμο που επιβάλλεται αυτομάτως σε κάθε συμμετοχή σε μη αδειοδοτημένο τυχερό παιχνίδι. Η συγκεκριμένη φορολογική αντιμετώπιση εξαρτάται από τα ευρήματα του ελέγχου και τις εφαρμοστέες διατάξεις.
Η υπόθεση με τα 10.676 ευρώ από την Gamebookers
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση που περιλαμβάνεται στην απόφαση ΔΕΔ Α 2496/2022 και αφορά τραπεζικές πιστώσεις των ετών 2015 και 2016.
Κατά τον φορολογικό έλεγχο εξετάστηκαν κινήσεις σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και ζητήθηκαν εξηγήσεις για την προέλευση συγκεκριμένων χρηματικών ποσών.
Για το 2015, μία από τις αμφισβητούμενες πιστώσεις αντιστοιχούσε σε 10.676,49 ευρώ, ποσό που αναλογούσε στον φορολογούμενο από εισερχόμενο έμβασμα.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από κέρδη στη στοιχηματική πλατφόρμα Gamebookers.
Ωστόσο, δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν στη φορολογική αρχή να αποδεχθεί τον ισχυρισμό του.
Η ΔΕΔ διατήρησε τον χαρακτηρισμό του ποσού ως εισοδήματος από προσαύξηση περιουσίας.
Αντίστοιχα, για το 2016 παρέμειναν αδικαιολόγητες πιστώσεις συνολικού ύψους 5.388,75 ευρώ.
Η υπόθεση αποδεικνύει πόσο κρίσιμη μπορεί να αποδειχθεί η δυνατότητα τεκμηρίωσης μιας τραπεζικής συναλλαγής, ακόμη και όταν αυτή πραγματοποιήθηκε πολλά χρόνια πριν από τον έλεγχο.
Γιατί η ΔΕΔ δέχθηκε ορισμένες καταθέσεις και απέρριψε άλλες
Η ίδια απόφαση παρουσιάζει και μια άλλη σημαντική πλευρά.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν αντιμετώπισε όλες τις αμφισβητούμενες πιστώσεις με τον ίδιο τρόπο.
Για ορισμένα μικρότερα ποσά δέχθηκε τους ισχυρισμούς του φορολογουμένου, καθώς από τα στοιχεία που εξετάστηκαν προέκυψε ότι δεν έπρεπε να παραμείνουν στον καταλογισμό ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.
Αντίθετα, για τις μεγαλύτερες πιστώσεις που δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς, διατήρησε τη φορολογική επιβάρυνση.
Αυτή η διαφοροποίηση είναι ουσιαστική: το αποτέλεσμα του ελέγχου δεν εξαρτάται μόνο από τον ισχυρισμό ότι τα χρήματα προέρχονται από στοίχημα, αλλά από το κατά πόσο αυτός μπορεί να αποδειχθεί με αξιόπιστα στοιχεία.
Πώς μπορούν να εντοπιστούν οι ύποπτες τραπεζικές πιστώσεις
Οι τραπεζικές κινήσεις αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών για τους φορολογικούς ελέγχους.
Όταν προκύπτουν πιστώσεις που δεν συνδέονται εμφανώς με δηλωμένα εισοδήματα ή άλλες δικαιολογημένες πηγές, η φορολογική διοίκηση μπορεί, στο πλαίσιο των νόμιμων ελεγκτικών διαδικασιών, να ζητήσει εξηγήσεις και παραστατικά.
Ο έλεγχος μπορεί να αφορά εμβάσματα, καταθέσεις ή άλλες μεταφορές χρημάτων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τραπεζική πίστωση αποτελεί φορολογητέο εισόδημα.
Ένα ποσό μπορεί, για παράδειγμα, να προέρχεται από μεταφορά μεταξύ λογαριασμών, επιστροφή χρημάτων ή άλλη νόμιμη αιτία. Η πραγματική φύση της συναλλαγής πρέπει να εξετάζεται με βάση τα στοιχεία της υπόθεσης.
Για τους φορολογικούς κατοίκους Ελλάδας, οι λογαριασμοί στο εξωτερικό δεν βρίσκονται κατ’ ανάγκην εκτός της εμβέλειας των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς προβλέπονται διαδικασίες διεθνούς ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών.
Τι ισχύει για τις νόμιμες στοιχηματικές εταιρείες
Διαφορετικό είναι το φορολογικό πλαίσιο για τα κέρδη από τυχερά παιχνίδια που παρέχονται νόμιμα στην ελληνική αγορά.
Τα συγκεκριμένα κέρδη υπάγονται στους ειδικούς κανόνες φορολόγησης που ισχύουν ανά κατηγορία παιχνιδιού.
Η φορολογική μεταχείριση διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος του παιχνιδιού, το ύψος των κερδών και τις προβλέψεις της σχετικής νομοθεσίας.
Για τον φορολογούμενο έχει σημασία να μπορεί να αποδείξει ότι τα χρήματα προέρχονται από συγκεκριμένο πάροχο και ότι έχει εφαρμοστεί η προβλεπόμενη φορολογική διαδικασία.
Η ύπαρξη επίσημης βεβαίωσης κερδών ή άλλων αξιόπιστων παραστατικών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική σε ενδεχόμενο έλεγχο.
Αντίθετα, όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ο φορολογούμενος μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην τεκμηρίωση της προέλευσης των χρημάτων.
Τι πρέπει να προσέχουν οι φορολογούμενοι
Οι αποφάσεις της ΔΕΔ αναδεικνύουν τη σημασία της διατήρησης αποδεικτικών στοιχείων για χρηματικές συναλλαγές που συνδέονται με τυχερά παιχνίδια.
Ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλα ποσά, είναι σημαντικό να υπάρχει σαφής εικόνα της προέλευσής τους και της φορολογικής τους αντιμετώπισης.
Η απλή αναφορά σε κέρδη από στοίχημα δεν αποτελεί πάντοτε επαρκή αιτιολόγηση για μια τραπεζική πίστωση.
Παράλληλα, η συμμετοχή σε παιχνίδια μέσω παρόχων που δεν διαθέτουν άδεια στην Ελλάδα δημιουργεί πρόσθετους νομικούς και οικονομικούς κινδύνους, πέρα από τις ενδεχόμενες φορολογικές συνέπειες.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι μια τραπεζική πίστωση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς ενδέχεται να μετατραπεί σε σημαντική φορολογική υποχρέωση.
Και σε περιπτώσεις όπου συνδυάζονται φόρος 33%, πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης και τόκοι, η επιβάρυνση μπορεί να απορροφήσει περισσότερο από το μισό ποσό που καταλογίζεται ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.



