Μητσοτάκης από τις Βρυξέλλες: Ένα δισεκατομμύριο στις ανακοινώσεις, η ακρίβεια στην καθημερινότητα – Η πραγματικότητα πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα
Ο πρωθυπουργός μίλησε για μέτρα στήριξης, χαμηλές τιμές στο πετρέλαιο θέρμανσης, αυξήσεις μισθών και ευρωπαϊκές επιτυχίες. Όμως τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν: Πόσα χρήματα φτάνουν πραγματικά στα νοικοκυριά; Πόσο διαρκεί η ανακούφιση; Και τι ακριβώς έχει εξασφαλίσει η Ελλάδα από τις Βρυξέλλες;
Το ένα δισεκατομμύριο δεν πληρώνει από μόνο του τους λογαριασμούς
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε από τις Βρυξέλλες να υπερασπιστεί την κυβερνητική πολιτική απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια, επικαλούμενος μέτρα στήριξης που, όπως ανέφερε, ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ.
Ένα εντυπωσιακό ποσό, τουλάχιστον ως τίτλος.
Μόνο που υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο πόσο κοστίζουν τα μέτρα στον κρατικό προϋπολογισμό και στο πόσο πραγματικά ανακουφίζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το πρώτο είναι δημοσιονομικό μέγεθος. Το δεύτερο είναι ζήτημα αγοραστικής δύναμης.
Και ακριβώς σε αυτή τη διαφορά βρίσκεται το βασικό κενό της πρωθυπουργικής επιχειρηματολογίας.
Διότι το ερώτημα για τον εργαζόμενο που πληρώνει ρεύμα, καύσιμα, τρόφιμα και ενοίκιο δεν είναι πόσα δισεκατομμύρια ανακοινώθηκαν συνολικά.
Είναι πόσα ευρώ του απομένουν στο τέλος του μήνα.
Η επίκληση ενός μεγάλου ποσού δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα μέτρα καλύπτουν την πραγματική αύξηση του κόστους ζωής.
Για να αποδειχθεί αυτό, χρειάζεται αναλυτική παρουσίαση των δικαιούχων, των ποσών που λαμβάνουν και των αυξήσεων στις δαπάνες τους.
Αυτή η σύγκριση απουσιάζει από τις δηλώσεις που δημοσιοποιήθηκαν.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Η χαμηλή τιμή δεν είναι ίδια για όλους
Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε ως παράδειγμα το πετρέλαιο θέρμανσης, υποστηρίζοντας ότι η διάθεσή του ξεκίνησε σε τιμές από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη κι αν επιβεβαιωθεί αυτή η σύγκριση με ομοιόμορφα ευρωπαϊκά στοιχεία, υπάρχει ένα πρόβλημα: η θέση μιας χώρας σε μια κατάταξη δεν δείχνει αυτομάτως αν το καύσιμο είναι προσιτό για τους κατοίκους της.
Η δυνατότητα αγοράς εξαρτάται και από το διαθέσιμο εισόδημα.
Επιπλέον, η τιμή δεν είναι ίδια στην Αθήνα, στα ορεινά χωριά και στα νησιά.
Με βάση τις ενδεικτικές τιμές εκκίνησης που δημοσιοποιήθηκαν, η πανελλαδική μέση τιμή βρίσκεται κοντά στα 1,55 ευρώ το λίτρο, ενώ στις νησιωτικές περιοχές μπορεί να φτάνει περίπου στα 1,62 ευρώ.
Για 1.000 λίτρα, αυτή η διαφορά μεταφράζεται σε 70 ευρώ.
Και αν η σύγκριση γίνει με μια εμπορική προσφορά των 1,49 ευρώ, η διαφορά φτάνει τα 130 ευρώ.
Οι τιμές αυτές είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν επιβεβαιωμένη τιμοληψία στην Κεφαλονιά ή την Ιθάκη.
Αναδεικνύουν, όμως, ένα υπαρκτό ζήτημα: η ίδια κρατική παρέμβαση δεν εξασφαλίζει απαραίτητα το ίδιο τελικό κόστος σε κάθε περιοχή της χώρας.
Ούτε η τιμή εκκίνησης εγγυάται ότι το πετρέλαιο θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο σε ολόκληρο τον χειμώνα.
Το επίδομα αυξάνεται, αλλά ποιος μετρά την πραγματική επιβάρυνση;
Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30%.
Η αύξηση αποτελεί οικονομικό όφελος για τους δικαιούχους.
Αλλά το ποσοστό από μόνο του δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: πόσο έχει αυξηθεί η συνολική δαπάνη θέρμανσης;
Ας υποθέσουμε ότι ένα νοικοκυριό λάμβανε επίδομα 300 ευρώ.
Με αύξηση 30%, η ενίσχυση γίνεται 390 ευρώ.
Το πρόσθετο όφελος είναι 90 ευρώ.
Αν το ίδιο νοικοκυριό χρειαστεί 1.000 λίτρα πετρελαίου και η τιμή που πληρώνει έχει αυξηθεί κατά 20 λεπτά σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο αγοράς, η επιπλέον δαπάνη είναι 200 ευρώ.
Σε αυτό το υποθετικό παράδειγμα, η αύξηση του επιδόματος καλύπτει λιγότερο από τη μισή πρόσθετη επιβάρυνση.
Αντίθετα, εφόσον η τελική τιμή έχει μειωθεί, η εικόνα είναι διαφορετική.
Αυτό ακριβώς δείχνει γιατί δεν αρκεί η αναφορά σε ένα ποσοστό επιδότησης.
Χρειάζονται πραγματικές συγκρίσεις τιμών, ποσοτήτων και εισοδημάτων.
Ευρωπαϊκή επιτυχία ή ευρωπαϊκή αναμονή;
Στο θέμα της ενέργειας, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πέτυχε να συμπεριληφθεί στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου η ανάγκη πρόσθετων προσωρινών και στοχευμένων μέτρων.
Πράγματι, το κείμενο αναγνωρίζει τις διαφορετικές ενεργειακές συνθήκες των κρατών-μελών και καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει περαιτέρω παρεμβάσεις.
Αυτό είναι το επιβεβαιωμένο αποτέλεσμα.
Αλλά εδώ τελειώνει η απόφαση και αρχίζει η κυβερνητική πολιτική αποτίμηση.
Διότι η Ευρώπη δεν ενέκρινε νέο κοινό πακέτο επιδοτήσεων για τους λογαριασμούς των Ελλήνων.
Δεν καθόρισε ποσά ανά νοικοκυριό.
Δεν όρισε ημερομηνία καταβολής.
Δεν δεσμεύτηκε για οριζόντια μείωση των τιμών.
Και δεν έδωσε στις εθνικές κυβερνήσεις ανεπιφύλακτη ελευθερία δαπανών.
Η Κομισιόν καλείται να εξετάσει και, όπου χρειάζεται, να προτείνει.
Άλλο η πολιτική αναγνώριση ενός προβλήματος και άλλο η χρηματοδοτημένη λύση του.
Η κυβέρνηση δικαιούται να επισημαίνει ότι οι ελληνικές θέσεις αποτυπώθηκαν στο κείμενο.
Δεν μπορεί όμως αυτή η εξέλιξη να παρουσιάζεται ως ήδη εξασφαλισμένη οικονομική ελάφρυνση.
«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις» – Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες ευθύνες
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι δεν περιμένει μαγικές λύσεις από τις Βρυξέλλες.
Η παραδοχή είναι ρεαλιστική.
Καμία ευρωπαϊκή απόφαση δεν μπορεί να εξαλείψει αυτομάτως τις διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις.
Όμως η απουσία μαγικών λύσεων δεν απαλλάσσει μια κυβέρνηση από την υποχρέωση να παρουσιάζει συγκεκριμένο σχέδιο.
Πόσο θα διαρκέσουν οι ενισχύσεις;
Ποια νοικοκυριά καλύπτονται;
Τι γίνεται με όσους βρίσκονται λίγο πάνω από τα εισοδηματικά όρια;
Πώς θα αντιμετωπιστεί το αυξημένο κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Και με ποιον τρόπο θα μετρηθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα πολιτικής αντιπαράθεσης για τις εντυπώσεις.
Είναι οι προϋποθέσεις για να αξιολογηθεί μια δημόσια πολιτική.
Αυξήσεις μισθών: Η ανακοίνωση δεν ισοδυναμεί με αύξηση της αγοραστικής δύναμης
Ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε επίσης τις αυξήσεις μισθών που πρόκειται να εφαρμοστούν.
Αλλά οι αυξήσεις πρέπει να εξετάζονται σε πραγματικούς και όχι μόνο σε ονομαστικούς όρους.
Αν ένας εργαζόμενος λαμβάνει αύξηση 4% και οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνει αυξάνονται κατά 5%, η αγοραστική του δύναμη δεν βελτιώνεται.
Το παράδειγμα είναι υποθετικό, αλλά αποτυπώνει μια βασική οικονομική αρχή.
Το ίδιο ισχύει για τους συνταξιούχους και τους εργαζομένους με σταθερές αποδοχές.
Η αύξηση στο εκκαθαριστικό δεν λέει ολόκληρη την αλήθεια όταν δεν συνυπολογίζεται η αύξηση των αναγκαίων δαπανών.
Γι’ αυτό η πραγματική δοκιμασία δεν είναι αν η κυβέρνηση υλοποιεί μια εξαγγελθείσα ονομαστική αύξηση.
Είναι αν η αύξηση αυτή βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο.
Αγροτικά κονδύλια: Η αποφασιστικότητα δεν είναι ακόμη συμφωνία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι δεν προτίθεται να δεχθεί περικοπές στα ποσά που έχει προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και την πολιτική συνοχής.
Πρόκειται για σαφή διαπραγματευτική θέση.
Όχι, όμως, για οριστική εξασφάλιση κονδυλίων.
Ο επόμενος πολυετής ευρωπαϊκός προϋπολογισμός παραμένει αντικείμενο δύσκολων διαπραγματεύσεων.
Οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερα στον κοινό προϋπολογισμό έχουν διαφορετικές προτεραιότητες από εκείνες που εξαρτώνται περισσότερο από την αγροτική χρηματοδότηση και τα κονδύλια συνοχής.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι θα χρειαστούν συμβιβασμοί.
Επομένως, η πολιτική αποφασιστικότητα της ελληνικής πλευράς δεν πρέπει να συγχέεται με το τελικό αποτέλεσμα.
Για τους αγρότες και τις περιφέρειες της χώρας, η ουσία θα βρίσκεται στα κονδύλια που τελικά θα εγκριθούν και στους όρους διάθεσής τους.
Ανανεώσιμες πηγές: Περισσότερη παραγωγή, αλλά γιατί δεν αρκεί για φθηνό ρεύμα;
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Υπάρχει πραγματική οικονομική βάση σε αυτή τη θέση.
Η αυξημένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά μπορεί να μειώσει τη χονδρεμπορική τιμή σε ώρες υψηλής παραγωγής.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση μεταφέρεται αυτομάτως και ολόκληρη στον τελικό λογαριασμό.
Οι χρεώσεις δικτύου, οι φόροι, τα συμβόλαια προμήθειας, η ανάγκη εφεδρικής παραγωγής και οι περιορισμοί των υποδομών επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.
Η ίδια η αναφορά του πρωθυπουργού στην ανάγκη περισσότερης αποθήκευσης δείχνει ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ χρειάζεται συμπληρωματικές επενδύσεις.
Επομένως, το σωστό ερώτημα δεν είναι αν οι ανανεώσιμες πηγές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κόστους.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι πόσο από αυτό το όφελος μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή και με ποια ταχύτητα.
Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη δεν θερμαίνονται με τον πανελλαδικό μέσο όρο
Για τα νησιά, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, το ενεργειακό κόστος δεν περιορίζεται στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.
Επηρεάζει τις μεταφορές, την τροφοδοσία, τις μικρές επιχειρήσεις, τις τουριστικές μονάδες και το κόστος θέρμανσης.
Όταν οι τιμές καυσίμων διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, η πανελλαδική μέση τιμή δεν περιγράφει την επιβάρυνση κάθε νοικοκυριού.
Ούτε μια ενιαία επιδότηση εξαλείφει αυτομάτως τις γεωγραφικές ανισότητες.
Αν η κυβέρνηση επικαλείται τις ιδιαιτερότητες των κρατών-μελών στην Ευρώπη, το ίδιο σκεπτικό έχει σημασία και στο εσωτερικό της χώρας.
Οι νησιωτικές συνθήκες πρέπει να αποτυπώνονται στον σχεδιασμό και στην αξιολόγηση των μέτρων.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία και στον οικογενειακό προϋπολογισμό
Η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη περιλάμβανε τρία διαφορετικά είδη αναφορών.
Μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί ή εφαρμόζονται.
Ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Και μελλοντικές παρεμβάσεις που αναμένεται να υλοποιηθούν.
Η παρουσίασή τους ως ενιαίας εικόνας κυβερνητικής αποτελεσματικότητας αφήνει αναπάντητο το σημαντικότερο ερώτημα: ποιο είναι το σημερινό, μετρήσιμο αποτέλεσμα για τα νοικοκυριά;
Η ενεργειακή ακρίβεια δεν αξιολογείται από το πόσο εντυπωσιακός είναι ένας αριθμός σε μια συνέντευξη Τύπου.
Ούτε η αγοραστική δύναμη αποκαθίσταται επειδή ανακοινώνονται αυξήσεις μισθών.
Και ασφαλώς μια ευρωπαϊκή διατύπωση που ζητά να εξεταστούν πρόσθετα μέτρα δεν αποτελεί από μόνη της μείωση λογαριασμών.
Η ουσία της κυβερνητικής πολιτικής δεν βρίσκεται στα δισεκατομμύρια που ανακοινώνονται, αλλά στη διαφορά που δημιουργούν ανάμεσα στο εισόδημα και στις πραγματικές δαπάνες των πολιτών.
Μέχρι να παρουσιαστεί αυτή η σύγκριση με συγκεκριμένα στοιχεία, το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα των μέτρων παραμένει ανοιχτό.
Και είναι ένα ερώτημα που δεν απαντιέται με πανηγυρικούς τίτλους από τις Βρυξέλλες.



