Υπάρχει ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να παρουσιάσεις την οικονομική πραγματικότητα: επιλέγεις τους αριθμούς που σε ευνοούν, τους μετατρέπεις σε μεγάλα ποσοστά, τους βάζεις σε ένα όμορφο γράφημα και αφήνεις τον πολίτη να σχηματίσει μόνος του το επιθυμητό συμπέρασμα.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί η Νέα Δημοκρατία με τον πίνακα για τις φορολογικές μειώσεις της τελευταίας επταετίας.
Και ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή:
Οι περισσότερες από αυτές τις μειώσεις έγιναν.
Ο εταιρικός φόρος πράγματι μειώθηκε. Ο φόρος στα μερίσματα επίσης. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης καταργήθηκε. Το τέλος επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα καταργήθηκε. Ο εισαγωγικός συντελεστής του φόρου εισοδήματος μειώθηκε. Ο ΕΝΦΙΑ έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με το 2019.
Η ίδια η κυβέρνηση καταγράφει πλέον 83 μειώσεις φόρων και εισφορών από το 2019, εκ των οποίων 25 αφορούν την έμμεση φορολογία.
Επομένως, μια σοβαρή κριτική δεν χρειάζεται να ισχυριστεί ότι «δεν μειώθηκε κανένας φόρος».
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο για την κυβέρνηση:
Αφού μειώθηκαν ή καταργήθηκαν 83 φόροι και εισφορές, γιατί το κράτος εισπράττει σήμερα πολύ περισσότερα από τους πολίτες;
Και εκεί αρχίζει η άλλη μισή εικόνα.
Το γράφημα δείχνει ποσοστά – όχι ποιος πραγματικά ωφελήθηκε
Κοιτάζοντας κανείς τον πίνακα βλέπει:
«Φόρος μερισμάτων -67%».
Εντυπωσιακό.
Αλλά πόσα ελληνικά νοικοκυριά εισπράττουν μερίσματα τέτοιου ύψους ώστε αυτή η μείωση να μεταβάλλει ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημά τους;
Βλέπει:
«Φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου -60%».
Επίσης εντυπωσιακό.
Πόσο επηρεάζει όμως αυτό τον μισθωτό που πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ, τον συνταξιούχο, τον οικογενειάρχη που πληρώνει βενζίνη ή το νοικοκυριό που πληρώνει ηλεκτρικό ρεύμα;
Βλέπει:
«Γονικές παροχές έως €800.000 – 100%».
Μόνο που εδώ η διατύπωση χρειάζεται προσοχή.
Ο φόρος γονικών παροχών δεν καταργήθηκε γενικά.
Για πρόσωπα της Α΄ κατηγορίας θεσπίστηκε αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ και πάνω από αυτό το ποσό εφαρμόζεται φόρος 10%. Η ΑΑΔΕ περιγράφει ρητά τόσο το αφορολόγητο όσο και τις προϋποθέσεις που ισχύουν, ιδιαίτερα στις χρηματικές μεταβιβάσεις.
Άρα το «100%» του γραφήματος είναι πραγματικό για συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση και μέχρι συγκεκριμένο όριο.
Δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε ο φόρος γονικών παροχών από το ελληνικό φορολογικό σύστημα.
Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.
Και ο ΕΝΦΙΑ του 2026 δεν μειώθηκε 50% για όλους
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στο επιχείρημα για τον ΕΝΦΙΑ.
Η ΝΔ αναφέρει τη μεσοσταθμική μείωση άνω του 35% και στη συνέχεια προσθέτει ότι το 2026 υπάρχει μείωση 50% και το 2027 μηδενισμός στους μικρούς οικισμούς.
Σωστό.
Αλλά όχι για όλους.
Η ειδική μείωση αφορά την κύρια κατοικία φυσικών προσώπων σε συγκεκριμένους οικισμούς, με πληθυσμιακά και περιουσιακά κριτήρια. Το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι η απαλλαγή αφορά περίπου ένα εκατομμύριο δικαιώματα σε 12.720 οικισμούς, ενώ εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, κατοικίες άνω συγκεκριμένης φορολογητέας αξίας.
Άρα:
άλλο «μειώσαμε τον ΕΝΦΙΑ 50%» και άλλο «μειώσαμε κατά 50% τον ΕΝΦΙΑ συγκεκριμένων κύριων κατοικιών σε συγκεκριμένες περιοχές».
Το δεύτερο είναι ακριβές.
Το πρώτο είναι επικοινωνία.
Το ερώτημα που απουσιάζει: Πόσα εισπράττει τελικά το κράτος;
Και τώρα φτάνουμε στην ουσία.
Εάν θέλουμε να κρίνουμε συνολικά εάν οι Έλληνες πληρώνουν λιγότερους φόρους, δεν αρκεί να μετράμε πόσοι φορολογικοί συντελεστές μειώθηκαν.
Πρέπει να δούμε και πόσα χρήματα τελικά συγκεντρώνει το κράτος.
Και εκεί η εικόνα γίνεται πολύ διαφορετική.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, τα συνολικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν 108 δισ. ευρώ το 2023, 117,1 δισ. το 2024 και 124,2 δισ. το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπονται περίπου 130,1 δισ. ευρώ.
Μόνο οι έμμεσοι φόροι καταγράφονται στα 38,4 δισ. το 2023, 40,2 δισ. το 2024, 42,6 δισ. το 2025, με πρόβλεψη 45,1 δισ. το 2026.
Αυτό βέβαια δεν αποδεικνύει ότι αυξήθηκε αυτομάτως η φορολογική επιβάρυνση κάθε πολίτη.
Τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται όταν μεγαλώνει η οικονομία, αυξάνονται οι μισθοί και η απασχόληση, ανεβαίνουν οι τιμές, περιορίζεται η φοροδιαφυγή και βελτιώνεται η εισπραξιμότητα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πραγματική συζήτηση.
Δεν μπορείς όμως από τη μία να πανηγυρίζεις αποκλειστικά για τις μειώσεις των συντελεστών και από την άλλη να εξαφανίζεις από την εικόνα την τεράστια αύξηση των απόλυτων φορολογικών εσόδων.
Ο μεγάλος αόρατος πρωταγωνιστής λέγεται ΦΠΑ
Υπάρχει μάλιστα ένας φόρος που ο πολίτης πληρώνει καθημερινά και ο οποίος δεν χρειάζεται να αυξηθεί ως συντελεστής για να αποφέρει περισσότερα χρήματα στο Δημόσιο.
Ο ΦΠΑ.
Όταν ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ φτάνει στα 120, ο ίδιος ποσοστιαίος συντελεστής ΦΠΑ εφαρμόζεται πλέον σε μεγαλύτερη φορολογητέα αξία.
Άρα ο πληθωρισμός μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αυτόματης αύξησης των ονομαστικών φορολογικών εσόδων.
Και αυτό εξηγεί μέρος του παράδοξου που δεν χωρά εύκολα σε ένα προεκλογικό infographic:
μπορείς να μειώνεις φορολογικούς συντελεστές και ταυτόχρονα να εισπράττεις περισσότερους φόρους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει άλλωστε ότι σε επίπεδο ΕΕ η άνοδος των φορολογικών εσόδων πρέπει να εξετάζεται μαζί με την ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας. Το 2024 τα φορολογικά έσοδα στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 5,6%, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ κατά 4,4%.
Ακριβώς γι’ αυτό οι απόλυτοι αριθμοί θέλουν ερμηνεία.
Το ίδιο όμως ισχύει και για τα κυβερνητικά ποσοστά μειώσεων.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο ελεύθερος επαγγελματίας
Υπάρχει και ένα ακόμη κομμάτι που δεν ταιριάζει εύκολα στο αφήγημα της γενικευμένης φορολογικής ελάφρυνσης.
Η κυβέρνηση πράγματι κατάργησε το τέλος επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα.
Ταυτόχρονα όμως εφαρμόζει το σύστημα ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρεται ακόμη και στις ειδικές μειώσεις κατά 50% του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για συγκεκριμένους επαγγελματίες μικρών οικισμών και στις εξαιρέσεις ορισμένων κατηγοριών.
Αν λοιπόν θέλουμε να παρουσιάσουμε ολόκληρη την πραγματικότητα στον επαγγελματία, δεν αρκεί:
«Καταργήσαμε το τέλος επιτηδεύματος – 100%».
Πρέπει δίπλα να υπάρχει και το ερώτημα:
Τι πλήρωνες συνολικά το 2019 και τι πληρώνεις συνολικά σήμερα;
Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της φορολογικής επιβάρυνσης.
Όχι πόσες γραμμές ενός φορολογικού καταλόγου καταργήθηκαν.
Το «83» είναι αριθμός μέτρων – όχι 83 φόροι που πλήρωνε κάθε Έλληνας
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επικοινωνιακή επιτυχία του κυβερνητικού μηνύματος.
«Μειώσαμε ή καταργήσαμε 83 φόρους και εισφορές».
Ακούγεται σχεδόν σαν ο μέσος πολίτης να πλήρωνε 83 διαφορετικούς φόρους και η κυβέρνηση να άρχισε να τους σβήνει έναν έναν.
Δεν σημαίνει αυτό.
Η επίσημη λίστα περιλαμβάνει διαφορετικές φορολογικές παρεμβάσεις: συντελεστές, ειδικά τέλη, ΦΠΑ συγκεκριμένων αγαθών και υπηρεσιών, απαλλαγές, αναστολές και στοχευμένες ρυθμίσεις. Μάλιστα το ίδιο το Υπουργείο αναφέρει ότι 25 από τις 83 παρεμβάσεις αφορούν έμμεση φορολογία.
Είναι λοιπόν 83 φορολογικές ελαφρύνσεις.
Αυτό είναι θετικό.
Αλλά δεν είναι το ίδιο με το να έχει μειωθεί κατά αντίστοιχο μέγεθος η συνολική φορολογική επιβάρυνση κάθε νοικοκυριού.
Η ΝΔ έχει ένα ισχυρό επιχείρημα – γιατί το παραφορτώνει;
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να κατασκευάζει μια εικόνα φορολογικού παραδείσου για να υπερασπιστεί την πολιτική της.
Έχει πραγματικές μειώσεις να παρουσιάσει.
Έχει την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης.
Έχει τη μείωση της φορολογίας επιχειρήσεων.
Έχει τη μείωση του φόρου μερισμάτων.
Έχει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ.
Έχει την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για φυσικά πρόσωπα.
Έχει τις νέες αλλαγές στη φορολογική κλίμακα από το 2026, τις οποίες η κυβέρνηση υπολογίζει ότι αφορούν εκατομμύρια φορολογουμένους.
Γιατί λοιπόν χρειάζεται να παρουσιάζεται η πραγματικότητα σαν να έχει συντελεστεί μια σχεδόν καθολική φορολογική απελευθέρωση;
Το σωστό γράφημα θα είχε δύο στήλες
Εάν πραγματικά θέλουμε να κάνουμε πολιτική συζήτηση με αριθμούς, το επόμενο κυβερνητικό infographic θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ενδιαφέρον.
Στην αριστερή στήλη:
Όλες οι μειώσεις φόρων από το 2019.
Και στη δεξιά:
Η εξέλιξη των συνολικών φόρων που εισπράττει το κράτος, των έμμεσων φόρων και της πραγματικής φορολογικής επιβάρυνσης ανά κατηγορία νοικοκυριού.
Τότε θα έχουμε ολόκληρη την εικόνα.
Γιατί η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να απαντά στον Τσίπρα και στα «λεφτόδεντρα».
Έχει επίσης κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται τις 83 φορολογικές παρεμβάσεις της.
Αλλά υπάρχει ένας κανόνας που πρέπει να ισχύει και για τους δύο:
Όταν μιλάμε για την οικονομία, δεν επιλέγουμε μόνο τους αριθμούς που μας βολεύουν.
Αν ο Τσίπρας πρέπει να μας πει πού θα βρει τα χρήματα για όσα υπόσχεται, τότε και η Νέα Δημοκρατία πρέπει να εξηγήσει κάτι πολύ απλό:
Πώς γίνεται, ύστερα από 83 μειώσεις φόρων και εισφορών, το ελληνικό κράτος να συγκεντρώνει ολοένα περισσότερα φορολογικά έσοδα και ιδιαίτερα έμμεσους φόρους;
Υπάρχουν οικονομικές απαντήσεις σε αυτό. Ανάπτυξη, πληθωρισμός, αύξηση απασχόλησης και εισοδημάτων, ηλεκτρονικές συναλλαγές, περιορισμός φοροδιαφυγής.
Ας τις συζητήσουμε όλες.
Αλλά τότε ας σταματήσουν και τα εύκολα γραφήματα που αφήνουν την εντύπωση ότι «83 μειώσεις» σημαίνουν αυτομάτως «ο Έλληνας πληρώνει πολύ λιγότερους φόρους».
Γιατί στο τέλος υπάρχει μόνο ένας αριθμός που ενδιαφέρει πραγματικά το νοικοκυριό:
πόσα βγάζει, πόσα του παίρνει άμεσα και έμμεσα το κράτος και πόσα τελικά του μένουν στην τσέπη.
Και αυτόν τον αριθμό δεν τον βλέπουμε πουθενά στον πανηγυρικό πίνακα της Νέας Δημοκρατίας.



