Άδωνις: «Για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε» – Όταν το σούπερ μάρκετ βαφτίζεται απόδειξη ευημερίας (βίντεο)

Υπάρχουν οικονομικές αναλύσεις που απαιτούν δείκτες, συγκρίσεις, πραγματικά εισοδήματα, πληθωρισμό και αγοραστική δύναμη.

Και υπάρχει και η οικονομική θεωρία του:

«Για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε».

Αυτή ήταν η χαρακτηριστική φράση του Άδωνι Γεωργιάδη στο Action24, σε μια έντονη συζήτηση για την ακρίβεια και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μισθωτοί και συνταξιούχοι. Το ίδιο το Action24 ανάρτησε το σχετικό απόσπασμα με τίτλο «Να μην ασκείται μίρλα – Για να ψωνίζουμε, σημαίνει πως έχουμε».

Μόνο που υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα:

Το ότι ένας άνθρωπος καταναλώνει δεν αποδεικνύει ότι διαθέτει οικονομική άνεση.

Αποδεικνύει πρωτίστως ότι έχει ανάγκες.

Ο άνθρωπος που αγοράζει γάλα δεν αποδεικνύει ότι «του περισσεύουν»

Ας πάρουμε το απλούστερο παράδειγμα.

Μια τετραμελής οικογένεια πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ.

Αγοράζει γάλα, ψωμί, μακαρόνια, κρέας, απορρυπαντικά και είδη προσωπικής υγιεινής.

Τι αποδεικνύει αυτό;

Ότι «έχει λεφτά»;

Ή ότι πρέπει να φάει, να καθαρίσει το σπίτι και να καλύψει βασικές ανάγκες;

Στα οικονομικά, μεγάλο μέρος αυτών των αγαθών έχει σχετικά ανελαστική ζήτηση. Δεν σταματάς να αγοράζεις τρόφιμα επειδή πιέστηκε το εισόδημά σου.

Μπορείς όμως να αγοράσεις φθηνότερες μάρκες.

Να περιορίσεις τις ποσότητες.

Να κόψεις άλλες δαπάνες.

Να αναβάλεις την αγορά ρούχων.

Να μην πας διακοπές.

Να χρησιμοποιήσεις πιστωτική κάρτα.

Να καταναλώσεις αποταμιεύσεις.

Άρα το «ψωνίζει» δεν μας λέει σχεδόν τίποτε από μόνο του για το πόσο άνετα ζει.

Και υπάρχει ένα στοιχείο που σχεδόν αποδομεί μόνο του το επιχείρημα

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του 2026 είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά.

Στην Ελλάδα, η πραγματική ατομική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Την ίδια περίοδο όμως το πραγματικό ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5%.

Με απλά λόγια:

οι Έλληνες κατανάλωσαν περισσότερο ενώ το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά τους μειωνόταν.

Αυτό ακριβώς δείχνει γιατί το «αφού ψωνίζουν, έχουν» είναι οικονομικά ανεπαρκές επιχείρημα.

Η κατανάλωση και η οικονομική ευχέρεια δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ναι, το λιανεμπόριο αυξήθηκε – και πρέπει να το πούμε

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, υπάρχει και στοιχείο που ευνοεί την κυβερνητική επιχειρηματολογία.

Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για τον Ιούνιο του 2026 αύξηση 1,9% στον δείκτη όγκου του λιανικού εμπορίου σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025.

Και εδώ έχει σημασία η λέξη «όγκος».

Δεν μιλάμε μόνο για περισσότερα ευρώ στα ταμεία λόγω υψηλότερων τιμών. Ο δείκτης όγκου επιχειρεί να αποτυπώσει την πραγματική μεταβολή στις πωλούμενες ποσότητες.

Άρα δεν θα ισχυριστούμε ότι «οι Έλληνες έχουν σταματήσει να καταναλώνουν».

Δεν το δείχνουν τα στοιχεία.

Αλλά από το «ο όγκος λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε 1,9%» μέχρι το «για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Γιατί ο πρώτος είναι οικονομικός δείκτης.

Ο δεύτερος είναι αυθαίρετο συμπέρασμα για την οικονομική κατάσταση εκατομμυρίων ανθρώπων.

Και οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν

Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τη συζήτηση.

Τον Αύγουστο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,8%, έναντι 2,9% ένα χρόνο νωρίτερα.

Μάλιστα, μόνο μέσα σε έναν μήνα, από τον Ιούλιο στον Αύγουστο, ο γενικός δείκτης τιμών αυξήθηκε κατά 0,4%.

Άρα η ακρίβεια δεν αποτελεί κάποια φαντασίωση της παρουσιάστριας ή «μίρλα» των καταναλωτών.

Είναι μετρήσιμο οικονομικό φαινόμενο.

Το αν τα εισοδήματα συγκεκριμένων ομάδων αυξάνονται αρκετά ώστε να το αντισταθμίσουν είναι διαφορετική συζήτηση.

Αλλά δεν μπορείς να απορρίψεις την πίεση των τιμών επειδή βλέπεις κόσμο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Τζίρος δεν σημαίνει ευημερία

Υπάρχει και ένα δεύτερο λάθος που εμφανίζεται συχνά σε τέτοιες συζητήσεις.

Η επίκληση του τζίρου.

Αν ένα κατάστημα πούλησε πέρυσι 100 προϊόντα προς 10 ευρώ, έκανε τζίρο 1.000 ευρώ.

Αν φέτος πουλήσει τα ίδια 100 προϊόντα προς 12 ευρώ, ο τζίρος γίνεται 1.200 ευρώ.

Αύξηση 20%.

Οι καταναλωτές όμως δεν αγόρασαν ούτε ένα προϊόν περισσότερο.

Πλήρωσαν απλώς περισσότερο.

Μπορεί ακόμη να αγοράσουν λιγότερα προϊόντα και ο τζίρος να παραμείνει αυξημένος λόγω των υψηλότερων τιμών.

Γι’ αυτό η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει χωριστά δείκτες αξίας και όγκου.

Και γι’ αυτό το «έχουν τζίρο τα μαγαζιά» δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με «οι καταναλωτές έχουν λεφτά».

Η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Υπάρχει και η ευρύτερη εικόνα.

Η Eurostat χρησιμοποιεί την «πραγματική ατομική κατανάλωση» σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ως έναν από τους καταλληλότερους δείκτες για τη σύγκριση της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών μεταξύ των χωρών.

Τα στοιχεία του 2025 δείχνουν μεγάλες αποκλίσεις μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται και στο χαμηλότερο άκρο της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, μαζί με τη Βουλγαρία, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «οι Έλληνες είναι όλοι φτωχοί».

Όπως ακριβώς μια γεμάτη καφετέρια δεν σημαίνει ότι «οι Έλληνες είναι όλοι πλούσιοι».

Σημαίνει ότι η πραγματική οικονομική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από μια τηλεοπτική ατάκα.

Και υπάρχει και το 27,5%

Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι, σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης του 2025, 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Πρόκειται για περίπου 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους.

Το ποσοστό μάλιστα αυξήθηκε από 26,9% έναν χρόνο νωρίτερα.

Μπορεί κάποιος να συζητήσει τις αδυναμίες του συγκεκριμένου δείκτη.

Δεν μπορεί όμως να ισχυριστεί σοβαρά ότι η οικονομική πίεση εκατομμυρίων πολιτών αναιρείται επειδή… τους βλέπουμε να ψωνίζουν.

Και αυτοί οι άνθρωποι πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ.

Και αυτοί αγοράζουν ψωμί.

Και αυτοί πληρώνουν ρεύμα.

Το γεγονός ότι καταναλώνουν δεν τους αφαιρεί αυτομάτως από τις στατιστικές οικονομικής δυσχέρειας.

«Δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά»

Ακόμη πιο προβληματική είναι η αντίδραση απέναντι στην περιγραφή της οικονομικής δυσκολίας μισθωτών και συνταξιούχων:

«Δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά».

Η οικονομική πραγματικότητα όμως δεν είναι θέμα πίστης.

Δεν χρειάζεται να «πιστέψει» κανείς ούτε την κυβέρνηση ούτε μια παρουσιάστρια.

Υπάρχουν στοιχεία.

Υπάρχει πληθωρισμός 3,8%.

Υπάρχει αύξηση του πραγματικού όγκου λιανικών πωλήσεων κατά 1,9%.

Υπάρχει ταυτόχρονα, στο πρώτο τρίμηνο του 2026, αύξηση της πραγματικής κατανάλωσης και μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Υπάρχει 27,5% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με βάση την τελευταία διαθέσιμη έρευνα.

Αυτή είναι η πραγματικότητα:

έχει και θετικά και αρνητικά δεδομένα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν επιλέγουμε μόνο όσα βολεύουν το αφήγημά μας.

Το ερώτημα που καταρρίπτει ολόκληρη τη λογική

Ας δεχτούμε λοιπόν για μια στιγμή το «για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε».

Τότε ας απαντήσει κάποιος σε μια απλή ερώτηση:

Πώς ξεχωρίζουμε τον άνθρωπο που ψωνίζει επειδή έχει οικονομική άνεση από εκείνον που ψωνίζει επειδή πρέπει να φάει;

Από την ουρά στο ταμείο;

Από το γεμάτο καρότσι;

Από τον τζίρο του σούπερ μάρκετ;

Προφανώς όχι.

Τον ξεχωρίζουμε εξετάζοντας το εισόδημά του, τις τιμές που πληρώνει, τις υποχρεώσεις του, το κόστος στέγασης, τις αποταμιεύσεις του, το χρέος του και τελικά την πραγματική αγοραστική του δύναμη.

Αυτά είναι οικονομικά δεδομένα.

Το «βλέπω κόσμο να ψωνίζει, άρα έχει λεφτά» δεν είναι.

Και από έναν υπουργό μπορεί κανείς εύλογα να περιμένει η δημόσια συζήτηση για την ακρίβεια να γίνεται με το πρώτο.

Όχι με το δεύτερο.

@user9861661027493

♬ πρωτότυπος ήχος – Γιάννης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ