Υπάρχει ένας παράξενος τρόπος να ζητάς «την αλήθεια» για τα Τέμπη: να ξεκινάς έχοντας ήδη αποφασίσει ποια είναι.
«Τρία χρόνια παρακολουθούμε τα Τέμπη και την ξυλολιάδα. Αποδείχθηκε ότι όλα ήταν ψέματα. Τώρα το δικαστήριο έφτασε στο προφανές και ανοίγει το κινητό του σταθμάρχη. Η Καρυστιανού δεν πήγε να καταθέσει. Για να δούμε πόσο θα το παίξουν τα ΜΜΕ».
Εντυπωσιακό.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:
σχεδόν κάθε κρίσιμο συμπέρασμα αυτής της αφήγησης χρειάζεται είτε σοβαρή διόρθωση είτε σοβαρή απόδειξη.
Ας τα πάρουμε ένα προς ένα.
1. «Αποδείχθηκε ότι όλα ήταν ψέματα»
Ποια ακριβώς «όλα»;
Αποδείχθηκε ότι η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε παράνομο φορτίο ξυλολίου;
Όχι.
Αποδείχθηκε όμως ότι δεν υπήρξε ποτέ ξυλόλιο στα δείγματα;
Επίσης όχι.
Οι χημικές αναλύσεις είχαν πράγματι εντοπίσει ίχνη ξυλολίου και άλλων υδρογονανθράκων. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ κατέγραφε μάλιστα ότι σε συγκεκριμένο δείγμα εδάφους είχαν βρεθεί κυρίως ίχνη ξυλολίου, ενώ μεταγενέστερα δείγματα από την ίδια περιοχή δεν το περιείχαν. Το ίδιο πόρισμα υπογράμμιζε παράλληλα ένα τεράστιο πρόβλημα: η κρίσιμη δειγματοληψία δεν έγινε αμέσως μετά το δυστύχημα αλλά εβδομάδες αργότερα, με αποτέλεσμα τα χημικά ευρήματα να έχουν περιορισμένη αποδεικτική αξία.
Αργότερα ήρθε η πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή του ΕΜΠ Δημήτρη Καρώνη, η οποία υποστήριξε ότι, υπό τις ακραίες συνθήκες του δυστυχήματος, τα έλαια σιλικόνης των μετασχηματιστών μπορούσαν να αναφλεγούν και να δημιουργήσουν πυρόσφαιρα.
Αυτό αποτελεί πολύ σημαντικό επιστημονικό στοιχείο υπέρ μιας διαφορετικής εξήγησης της πυρόσφαιρας.
Δεν μετατρέπει όμως αυτομάτως κάθε προηγούμενο εύρημα σε «ψέμα».
Και κυρίως δεν αποδεικνύει ότι όποιος έθεσε ερωτήματα για την πυρόσφαιρα ή για τα χημικά ευρήματα έλεγε συνειδητά ψέματα.
Άλλο:
«δεν αποδείχθηκε η θεωρία παράνομου φορτίου ξυλολίου»
και άλλο:
«αποδείχθηκε ότι όλα ήταν ψέματα».
Το πρώτο μπορεί να υποστηριχθεί με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.
Το δεύτερο είναι σύνθημα.
2. Αν ήταν «όλα ψέματα», γιατί ακόμη συζητούνται μέσα στο δικαστήριο;
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Στη δίκη που βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη, συγγενείς θυμάτων εξακολουθούν να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου ερωτήματα για τη φωτιά και τις συνθήκες θανάτου των ανθρώπων τους.
Ο Παύλος Ασλανίδης κατέθεσε ότι ο γιος του κάηκε μαζί με άλλα θύματα και έθεσε το ερώτημα γιατί, κατά την άποψή του, δεν υπάρχει αντίστοιχη κατηγορία για την έκρηξη και τη φωτιά.
Μπορεί τελικά το δικαστήριο να καταλήξει ότι η πυρόσφαιρα εξηγείται από τα έλαια.
Μπορεί να απορρίψει άλλες θεωρίες.
Αυτό ακριβώς όμως είναι η δουλειά της δίκης.
Να εξετάσει στοιχεία, πραγματογνωμοσύνες και μαρτυρίες.
Όχι να ξεκινήσει από το συμπέρασμα ότι «όλα ήταν ψέματα».
3. «Το δικαστήριο έφτασε στο προφανές: να ανοίξει το κινητό του σταθμάρχη»
Ούτε αυτό έχει συμβεί ακόμη όπως παρουσιάζεται.
Υποβλήθηκε αίτημα να εξεταστεί το κατασχεμένο κινητό τηλέφωνο του σταθμάρχη.
Η εισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτό.
Και μάλιστα όχι απλώς να «ανοιχτεί» το τηλέφωνο.
Πρότεινε άρση απορρήτου και εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη ώστε να ελεγχθούν εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, SMS, MMS, δεδομένα εφαρμογών όπως το Viber και, εφόσον εντοπιστούν διαγραμμένα αρχεία, να επιχειρηθεί η ανάκτησή τους.
Με την πρόταση συμφώνησε ακόμη και η υπεράσπιση του σταθμάρχη.
Το δικαστήριο όμως δεν έχει ακόμη αποφασίσει.
Η απόφαση αναμένεται στις 21 Σεπτεμβρίου.
Άρα το «το δικαστήριο έφτασε στο προφανές και ανοίγει το κινητό» παρουσιάζει ως ειλημμένη δικαστική απόφαση κάτι που αυτή τη στιγμή είναι εισαγγελική πρόταση.
Μικρή λεπτομέρεια;
Όχι όταν εγκαλείς τους άλλους για παραπληροφόρηση.
4. Υπάρχει όμως εδώ ένα πραγματικά σοβαρό ερώτημα
Και μάλιστα πολύ σοβαρότερο από την ειρωνεία.
Γιατί συζητάμε τον Σεπτέμβριο του 2026 για τόσο εκτεταμένο ψηφιακό έλεγχο του κινητού του σταθμάρχη;
Γιατί χρειάζεται να φτάσουμε μέσα στην ακροαματική διαδικασία, τριάμισι χρόνια μετά την τραγωδία, για να τεθεί αίτημα ελέγχου κλήσεων, μηνυμάτων, εφαρμογών και πιθανών διαγραμμένων δεδομένων;
Τι είχε εξεταστεί προηγουμένως;
Τι δεν είχε εξεταστεί;
Γιατί;
Αυτά είναι σοβαρά δημοσιογραφικά ερωτήματα.
Και μπορούν να τεθούν χωρίς να χρειάζεται να παραποιήσουμε το τι αποφάσισε το δικαστήριο.
5. «Η Καρυστιανού ΔΕΝ πήγε να καταθέσει»
Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Πράγματι δημοσιεύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου ισχυρισμός του δικηγόρου Δημήτρη Γαλλή ότι η Μαρία Καρυστιανού «επρόκειτο να καταθέσει» εκείνη την ημέρα και δεν προσήλθε.
Άρα ο ισχυρισμός δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.
Μόνο που σήμερα έχουμε νεότερη και πολύ συγκεκριμένη πληροφορία από τη Λάρισα:
Η Μαρία Καρυστιανού είναι προγραμματισμένο να καταθέσει στη δίκη την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου.
Η «Ελευθερία» της Λάρισας καταγράφει μάλιστα το πρόγραμμα των επόμενων δικασίμων: στις 21 Σεπτεμβρίου συνεχίζονται οι καταθέσεις άλλων οικογενειών και στις 22 Σεπτεμβρίου καταθέτει η Καρυστιανού.
Άρα τι ακριβώς αποδεικνύει σήμερα το «ΔΕΝ πήγε να καταθέσει»;
Ότι δεν κατέθεσε στις 14 Σεπτεμβρίου;
Ναι, σύμφωνα με την αναφορά Γαλλή.
Ότι αρνείται να καταθέσει στη δίκη;
Όχι.
Ότι αποφεύγει το δικαστήριο;
Δεν προκύπτει.
Ότι «ζητά δικαιοσύνη αλλά δεν εμφανίζεται στη Δικαιοσύνη»;
Με προγραμματισμένη κατάθεση στις 22 Σεπτεμβρίου, αυτό το συμπέρασμα είναι τουλάχιστον πρόωρο.
Σε έξι ημέρες μάλιστα θα μπορεί να ελεγχθεί στην πράξη.
6. Και μετά έρχεται το «θρηνεί» σε εισαγωγικά
Εδώ εγκαταλείπεται πλέον η επιχειρηματολογία.
Η φράση:
«η Καρυστιανού που “θρηνεί” για την κόρη της»
δεν είναι κριτική στην Καρυστιανού.
Είναι υπαινιγμός για το εάν μια μητέρα θρηνεί πραγματικά το παιδί της.
Με ποιο στοιχείο;
Με ποια γνώση;
Με ποιο δικαίωμα συμπεραίνουμε τι αισθάνεται ένας γονιός που έχασε το παιδί του;
Η Μαρία Καρυστιανού είναι πλέον πολιτικό πρόσωπο και οι πολιτικές θέσεις της μπορούν να δεχθούν την αυστηρότερη δυνατή κριτική.
Οι επιστημονικοί ισχυρισμοί που έχει υιοθετήσει μπορούν να ελεγχθούν.
Οι δηλώσεις της μπορούν να αποδομηθούν.
Οι αντιφάσεις της μπορούν να επισημανθούν.
Η πολιτική της δραστηριότητα μπορεί να κριθεί όπως οποιουδήποτε άλλου πολιτικού προσώπου.
Αλλά το αν θρηνεί την κόρη της δεν είναι πολιτικό επιχείρημα.
Και τα εισαγωγικά γύρω από τη λέξη δεν προσθέτουν ούτε ένα γραμμάριο αποδεικτικού υλικού.
Προσθέτουν μόνο χλεύη.
7. «Πόση προβολή θα έχει αυτό από τα ΜΜΕ;»
Και φτάνουμε στο καλύτερο.
Καταγγέλλονται προκαταβολικά τα ΜΜΕ επειδή υποτίθεται ότι θα αποκρύψουν ένα γεγονός.
Ποιο γεγονός;
Ότι η Καρυστιανού «δεν πήγε στη δίκη».
Μόνο που σήμερα τοπικό μέσο της Λάρισας δημοσιεύει ξεκάθαρα και ονομαστικά ότι η Καρυστιανού θα καταθέσει στις 22 Σεπτεμβρίου.
Και δημοσιεύματα καταγράφουν κανονικά τόσο την εισαγγελική πρόταση για το κινητό του σταθμάρχη όσο και όσα κατατίθενται αυτές τις ημέρες στο δικαστήριο.
Άρα έχουμε ένα εξαιρετικό επικοινωνιακό τέχνασμα:
Προβλέπουμε ότι τα ΜΜΕ θα κρύψουν κάτι και, πριν ακόμη διαπιστώσουμε εάν πράγματι το έκρυψαν, χρησιμοποιούμε την υποτιθέμενη μελλοντική σιωπή τους ως απόδειξη ότι υπάρχει συγκάλυψη.
Αυτό δεν είναι τεκμήριο.
Είναι αυτοεπιβεβαιούμενη θεωρία.
Τα Τέμπη δεν χρειάζονται άλλη «βεβαιότητα»
Τρία και πλέον χρόνια μετά την τραγωδία, έχουν ειπωθεί υπερβολές.
Έχουν διατυπωθεί θεωρίες που δεν επιβεβαιώθηκαν.
Έχουν παρουσιαστεί ως βεβαιότητες πράγματα που παρέμεναν υποθέσεις.
Και όλα αυτά δικαιούνται αυστηρό έλεγχο.
Αλλά δεν διορθώνεις μια υπερβολή με την αντίθετη υπερβολή.
Δεν αντιμετωπίζεις το «σίγουρα υπήρχε παράνομο ξυλόλιο» με το εξίσου απόλυτο «αποδείχθηκε ότι όλα ήταν ψέματα».
Δεν εγκαλείς τους άλλους για fake news παρουσιάζοντας μια εισαγγελική πρόταση ως ήδη εκδοθείσα δικαστική απόφαση.
Και δεν καταγγέλλεις ότι μια μάρτυρας «δεν πήγε να καταθέσει» χωρίς να αναφέρεις ότι υπάρχει ήδη συγκεκριμένη ημερομηνία προγραμματισμένης κατάθεσής της.
Κυρίως, όμως, δεν χρειάζεται να βάζεις σε εισαγωγικά τον θρήνο μιας μάνας για να κερδίσεις ένα πολιτικό επιχείρημα.
Η υπόθεση των Τεμπών έχει ήδη πληρώσει πολύ ακριβά τη μάχη των βεβαιοτήτων.
Από τη μία οι βεβαιότητες περί παράνομων φορτίων πριν ολοκληρωθεί η επιστημονική διερεύνηση.
Από την άλλη οι βεβαιότητες ότι «όλα αποδείχθηκαν ψέματα» πριν ολοκληρωθεί η ίδια η δίκη.
Υπάρχει όμως ένας πολύ απλούστερος δρόμος.
Να αφήσουμε το δικαστήριο να εξετάσει τα στοιχεία.
Να ανοίξει το κινητό, εφόσον το αποφασίσει.
Να καταθέσει η Καρυστιανού στις 22 Σεπτεμβρίου και να κριθούν όσα θα πει.
Να εξεταστούν οι πραγματογνωμοσύνες για την πυρόσφαιρα.
Και στο τέλος να κριθούν οι κατηγορούμενοι πάνω σε αποδείξεις.
Γιατί αν πραγματικά ζητάμε την αλήθεια για τα Τέμπη, υπάρχει ένας στοιχειώδης κανόνας:
δεν αποφασίζουμε πρώτα ποια αλήθεια μας βολεύει και μετά ψάχνουμε τα γεγονότα που θα τη στηρίξουν.



