Η παρουσία της Μαντόνα στην Ελλάδα αποτελεί αναμφίβολα ισχυρή διεθνή προβολή για τη χώρα. Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα που τέθηκε για όσα φέρεται να συνέβησαν στους Κουραμάδες της Κέρκυρας. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κενό στην επίθεση του Άδωνι Γεωργιάδη προς την Έλενα Ακρίτα.
Ο υπουργός Υγείας επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση από το συγκεκριμένο περιστατικό στη μεγάλη εικόνα του ελληνικού τουρισμού, χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά την κριτική ως ακόμη μία εκδήλωση «γκρίνιας» και «μιζέριας».
Μόνο που τα δύο ζητήματα δεν αλληλοαναιρούνται.
Μπορεί η επίσκεψη μιας παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνιδας να αποτελεί εξαιρετική προβολή για την Ελλάδα και ταυτόχρονα να είναι απολύτως θεμιτό να ζητούνται εξηγήσεις εάν κάτοικοι ενός ελληνικού χωριού κλήθηκαν να κλείσουν τα παράθυρά τους για χάρη της ιδιωτικότητάς της.
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι πραγματικά συνέβη
Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η Έλενα Ακρίτα δεν παρουσίασε το περιστατικό ως αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ξεκίνησε την τοποθέτησή της με το «σύμφωνα με δημοσίευμα» και πρόσθεσε «αν ισχύει».
Και πράγματι υπάρχει σχετικό δημοσίευμα.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος, κάτοικος των Κουραμάδων ανέφερε ότι ζητήθηκε από κατοίκους να κλείσουν τα παράθυρα των σπιτιών τους κατά την άφιξη της Μαντόνα, ώστε να εξασφαλιστεί η διακριτικότητα που επιθυμούσε. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι είχαν κλείσει προσωρινά δύο δρόμοι και υπήρχε αστυνομική παρουσία.
Αυτό όμως αποτελεί μαρτυρία κατοίκου που μεταδόθηκε δημοσιογραφικά, όχι μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση ότι κάποια δημόσια αρχή εξέδωσε τέτοια εντολή.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική.
Πριν λοιπόν η πολιτική συζήτηση μετατραπεί σε σύγκρουση μεταξύ «αισιόδοξων» και «μίζερων», θα ήταν χρησιμότερο να απαντηθεί ένα πολύ απλούστερο ερώτημα:
Ποιος, εάν πράγματι συνέβη, ζήτησε από τους κατοίκους να κλείσουν τα παράθυρά τους;
Η απάντηση Γεωργιάδη δεν απαντά σε αυτό
Ο Άδωνις Γεωργιάδης προβάλλει ένα διαφορετικό επιχείρημα: ότι η Μαντόνα προσέφερε στην Ελλάδα τεράστια δωρεάν τουριστική προβολή.
Και ως προς την προβολή υπάρχει πράγματι ισχυρή βάση.
Η τραγουδίστρια δημοσίευσε υλικό από τις ελληνικές διακοπές της στους περισσότερους από 20 εκατομμύρια ακολούθους της, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων την Κέρκυρα, την Πάτμο και τα Μετέωρα.
Αυτό προφανώς έχει επικοινωνιακή αξία για τον ελληνικό τουρισμό.
Όμως ο υπουργός κάνει ένα πολύ μεγαλύτερο άλμα όταν υποστηρίζει ότι πρόκειται για «δωρεάν διαφήμιση αξίας εκατομμυρίων ευρώ» και ότι του χρόνου άνθρωποι στην Ελλάδα θα βρουν δουλειά επειδή ήρθε η Μαντόνα.
Πού βρίσκεται η αποτίμηση των «εκατομμυρίων»;
Πόση πρόσθετη τουριστική ζήτηση αναμένεται;
Πόσες κρατήσεις μπορούν να αποδοθούν στην επίσκεψή της;
Πόσες νέες θέσεις εργασίας;
Χωρίς συγκεκριμένα δεδομένα, αυτά αποτελούν πολιτική εκτίμηση και όχι μετρημένο οικονομικό αποτέλεσμα.
Η Μαντόνα έκανε πράγματι εξαιρετική προβολή της Ελλάδας
Αυτό δεν χρειάζεται να το υποτιμήσουμε για να ασκήσουμε κριτική στον υπουργό.
Η Μαντόνα όχι μόνο επέλεξε την Ελλάδα για τις διακοπές και τα 68α γενέθλιά της, αλλά παρουσίασε δημόσια εικόνες από τη χώρα και έγραψε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για την Πάτμο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε μάλιστα επικοινωνιακά την παρουσία της, αναδημοσιεύοντας σχετικό υλικό και καλώντας την να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, η κυβερνητική ανάγνωση έχει βάση:
μια σταρ τέτοιου διεθνούς μεγέθους που προβάλλει δημόσια τις διακοπές της στην Ελλάδα αποτελεί θετική δημοσιότητα για τον ελληνικό τουρισμό.
Αλλά από πότε η θετική δημοσιότητα καταργεί το δικαίωμα να εξετάζουμε τι συνέβη κατά την επίσκεψή της;
Τουρισμός δεν σημαίνει ότι ο κάτοικος γίνεται κομπάρσος
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο ζήτημα.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει τουρίστες υψηλού εισοδήματος, διεθνείς προσωπικότητες και προβολή που δεν χρειάζεται να αγοράσει με διαφημιστικές καμπάνιες.
Αλλά υπάρχει ένα όριο που πρέπει να είναι ξεκάθαρο.
Ο δημόσιος χώρος και η καθημερινότητα των κατοίκων δεν παύουν να έχουν κανόνες επειδή ο επισκέπτης είναι διάσημος.
Εάν κάποιος ιδιώτης ζήτησε ευγενικά από κατοίκους να κλείσουν τα παράθυρά τους και εκείνοι το δέχθηκαν οικειοθελώς, έχουμε μία κατάσταση.
Εάν όμως υπήρξε παρέμβαση δημόσιας αρχής ή δημιουργήθηκε η εντύπωση υποχρεωτικής συμμόρφωσης των κατοίκων για την ιδιωτικότητα μιας ιδιώτισσας, τότε έχουμε μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.
Γι’ αυτό έχει σημασία να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη.
Και οι κλειστοί δρόμοι;
Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει διερεύνησης.
Περισσότερα δημοσιεύματα αναφέρουν ότι για την άφιξη της Μαντόνα έκλεισαν προσωρινά δύο δρόμοι στους Κουραμάδες.
Και εδώ χρειάζονται απλές απαντήσεις.
Ποιος αποφάσισε το κλείσιμο;
Για πόσο;
Για ποιον λόγο;
Ήταν μέτρο κυκλοφοριακής διαχείρισης ή ασφαλείας;
Δεν υπάρχει τίποτε παράλογο στο να λαμβάνονται αναγκαία μέτρα ασφαλείας για μια προσωπικότητα που μπορεί να προσελκύσει πλήθος.
Αλλά τα μέτρα των δημόσιων αρχών πρέπει να έχουν θεσμική βάση και να είναι αναλογικά.
Αυτό δεν είναι «μιζέρια».
Είναι ο τρόπος που λειτουργεί μια οργανωμένη πολιτεία.
Το προσωπικό εισόδημα της Ακρίτα τι σχέση έχει;
Ακόμη πιο αδύναμο είναι ένα άλλο σημείο της επίθεσης του υπουργού.
Ο χαρακτηρισμός της Έλενας Ακρίτα ως «ζάμπλουτης» δεν απαντά σε κανένα από τα επιχειρήματά της.
Ακόμη και εάν δεχθούμε πλήρως τον χαρακτηρισμό, τι αλλάζει;
Ένας εύπορος πολίτης έχει μικρότερο δικαίωμα να θέτει ζήτημα για τη λειτουργία του δημόσιου χώρου;
Η οικονομική κατάσταση εκείνου που διατυπώνει ένα επιχείρημα δεν αποδεικνύει εάν το επιχείρημα είναι σωστό ή λανθασμένο.
Ούτε «συμμορία της μιζέριας» χρειάζεται
Το ίδιο ισχύει και για τη φράση «συμμορία της μιζέριας».
Πρόκειται για αποτελεσματικό πολιτικό σύνθημα.
Όχι όμως για απάντηση.
Υπάρχει μια εύκολη παγίδα στον δημόσιο διάλογο: όποιος αναδεικνύει ένα πρόβλημα να χαρακτηρίζεται «μίζερος» και όποιος παρουσιάζει μια θετική εξέλιξη να κατηγορείται για «προπαγάνδα».
Και τα δύο είναι λάθος.
Μια χώρα μπορεί να αναγνωρίζει τις επιτυχίες της και να ελέγχει τις υπερβολές της.
Το ερώτημα παραμένει εξαιρετικά απλό
Η Μαντόνα έκανε πολύ καλή προβολή στην Ελλάδα;
Ναι.
Οι αναρτήσεις της έχουν τεράστια διεθνή απήχηση;
Προφανώς.
Είναι θετικό για τον ελληνικό τουρισμό ότι επέλεξε την Ελλάδα;
Αναμφίβολα.
Αποδεικνύεται όμως από αυτά ότι η επίσκεψή της απέφερε ήδη «εκατομμύρια ευρώ» ή ότι θα δημιουργήσει συγκεκριμένες θέσεις εργασίας;
Όχι με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί μέχρι σήμερα.
Και κυρίως:
Τίποτε από τα παραπάνω δεν απαντά στο αρχικό ερώτημα.
Ζητήθηκε πράγματι από κατοίκους των Κουραμάδων να κλείσουν τα παράθυρά τους;
Από ποιον;
Ήταν απλή παράκληση ιδιωτών ή υπήρξε εμπλοκή δημόσιας αρχής;
Γιατί αν τελικά δεν συνέβη έτσι, πρέπει να αποκατασταθεί η πραγματικότητα.
Αν όμως συνέβη, τότε το να ζητά κάποιος εξηγήσεις δεν είναι «μιζέρια». Είναι ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα για το πού τελειώνει η φιλοξενία και πού αρχίζουν τα δικαιώματα εκείνων που ζουν μόνιμα στον τόπο που επισκέπτονται οι τουρίστες.



