ΟΑριστείδης Σεϊσανάς γεννήθηκε το 1940 στην Καλαμάτα. Μετά τα πρώτα δύσκολα χρόνια, εκείνα της Κατοχής, σαν παιδί ονειρευόταν να κάνει καριέρα ως μουσικός και τραγουδιστής. Τελικά τα κατάφερε, αλλά με τρόπο που δεν μπορούσε καν να φανταστεί. Όχι στην Ελλάδα, μα στο Ισραήλ όπου λατρεύτηκε ως μύθος την δεκαετία του ’60, είχε ισχυρούς δεσμούς με παντοδύναμους παράγοντες που όμως δεν μπόρεσαν να τον προφυλάξουν από τις κατηγορίες που αργότερα αντιμετώπισε για κατασκοπεία!

Και η ιστορία της ζωής του δεν σταματά εκεί, αφού μετέπειτα βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, με ψιθύρους για σχέσεις του με την τοπική Μαφία… Αλλά για την ώρα ας επιστρέψουμε πίσω στην Ελλάδα από όπου ξεκίνησαν όλα.

Έφηβος ακόμα ο Σεϊσανάς βρέθηκε στην Αθήνα κυνηγώντας το όνειρό του. Τραγούδησε σε ταβέρνες, πήρε… προαγωγή σε νυχτερινά κέντρα και κοσμικά μαγαζιά παίζοντας παράλληλα και κιθάρα, εμφανίστηκε στο σινεμά στην ταινία  «Οι τρικαδόροι της Αθήνας» με πρωταγωνιστή τον Κώστα Χατζηχρήστο το 1956 και είχε και δισκογραφική παρουσία ηχογραφώντας τα τραγούδια «Οκτώ χτυπάει το ρολόι» και «Το παράκανες Σωκράτη» με την Ρούλα Γκίκα. Στα 17 του είχε την πρώτη επαφή του με το εξωτερικό, λαμβάνοντας μέρος σε συναυλίες και κάπου εκεί γνώρισε το Ισραήλ, που στην περίπτωσή του αποδείχθηκε (τουλάχιστον για ένα μεγάλο διάστημα) η δική του Γη της Επαγγελίας.

Αμόκ σε κάθε εμφάνισή του: Η δολοφονία του διάσημου Έλληνα τραγουδιστή που κάηκε απ’ τη φωτιά της Μαφίας

Η γνωριμία που άλλαξε την ζωή του ήταν αυτή με έναν Έλληνα εβραϊκής καταγωγής από την Θεσσαλονίκη. Η ελληνική κοινότητα αμέσως αγκάλιασε εκείνο το 17χρονο παιδί που έφτασε στην χώρα δίχως χρήματα, αλλά ο συγκεκριμένος έτυχε να έχει στην ιδιοκτησία του ένα νυχτερινό μαγαζί στην Χάιφα. Του πρότεινε δουλειά ανάλογη των ικανοτήτων του κι έτσι το 1957 ο Αριστείδης Σεϊσάνης υιοθέτησε το καλλιτεχνικότερο όνομα Άρις Σαν και άρχισε να παίζει για τους θαμώνες του κέντρου «Αριάνα», οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν Έλληνες εβραίοι οι οποίοι διασκέδαζαν ακούγοντάς τον να ερμηνεύει γνωστές επιτυχίες από την δεύτερη πατρίδα τους.

Αμόκ σε κάθε εμφάνισή του: Η δολοφονία του διάσημου Έλληνα τραγουδιστή που κάηκε απ’ τη φωτιά της Μαφίας

Τότε συνέλαβε την ιδέα να διασκευάσει τους στίχους στην γλώσσα της χώρας, ενώ αντί για μπουζούκι, μετέφερε το κάθε σόλο στην ηλεκτρική κιθάρα, εισάγοντας με αυτόν τον τρόπο το ροκ εν ρολ που τότε έκανε την εμφάνισή του στην Αμερική και στην Ευρώπη. Αποδείχτηκε η πιο έξυπνη κίνηση της ζωής του. Μέσα σε ελάχιστον χρονικό διάστημα η φήμη του εκτοξεύτηκε και ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της ελληνικής κοινότητας. Ο ήχος του Άρις Σαν ήταν τόσο πρωτοποριακός που οι ντόπιοι έπαθαν αμόκ για τις εμφανίσεις του, ενώ η δημοφιλία του ήταν τέτοια ώστε να ηχογραφήσει δίσκους και μάλιστα να γίνει ο πρώτος καλλιτέχνης στην ιστορία του Ισραήλ του οποίου το άλμπουμ έσπασε το φράγμα των 100.000 αντιτύπων! Σύντομα ακολούθησαν και ρόλοι στο σινεμά, ενώ κατάφερε να αποκτήσει και σημαντικές διασυνδέσεις, με κυριότερη ίσως αυτή με τον επικεφαλής του ισραηλινού στρατού, τον ξακουστό Μοσέ Νταγιάν

Για περίπου μία δεκαετία ο Aris San είχε όλον τον κόσμο στα πόδια του. Άνοιξε το δικό του μαγαζί, το «Ζορμπάς» στο οποίο πολύ συχνά εμφανίζονταν και μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου, όπως ο Στράτος Διονυσίου και ο Στέλιος Καζαντζίδης ο οποίος μάλιστα τον στήριξε και αργότερα. Τότε, όμως, το κλίμα σταδιακά μεταβλήθηκε καθώς υπήρξαν ψίθυροι για σχέση του με κατασκόπους σε βάρος του ίδιου του κράτους του Ισραήλ. Αν και ουδέποτε αποδείχθηκε κάτι, ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι πλέον δεν είχε μέλλον στην χώρα και πήρε για άλλη μια φορά την απόφαση να αλλάξει παραστάσεις.

Ο τυχοδιωκτισμός του τον έστειλε μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου πόνταρε ότι η ελληνική ομογένεια θα μπορούσε να τον στηρίξει. Όπως άλλωστε και έγινε.

Αμόκ σε κάθε εμφάνισή του: Η δολοφονία του διάσημου Έλληνα τραγουδιστή που κάηκε απ’ τη φωτιά της Μαφίας

Βρέθηκε στο Μανχάταν και το 1971 άνοιξε το κλαμπ «Sirocco» (εμφανίστηκε και εκεί ο Καζαντζίδης) που δεν άργησε να γίνει σημείο αναφοράς στη νύχτα, έλκοντας θαμώνες όπως ο Τέλης Σαββάλας ή ο Άντονι Κουίν. Επειδή όμως μιλάμε για τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70, στο μαγαζί σύχναζαν και άλλου τύπου άνθρωποι και συγκεκριμένα μέλη της Μαφίας, με την φαμίλια του διαβόητου Τζόζεφ Γκάλο, γνωστού και ως «Τρελού Τζόι» να δείχνει μια ιδιαίτερη αδυναμία.

Κατά την διάρκεια μιας εφόδου της αστυνομίας φαίνεται ότι ο Aris San συνελήφθη να κάνει χρήση κοκαΐνης μαζί με ορισμένα από τα πρωτοπαλίκαρα του capo της οικογένειας και αν πιστέψουμε τον αστικό μύθο θα μπορούσε να είχε αποφύγει την διετή φυλάκισή του αν «κελαηδούσε» και έδινε πληροφορίες που θα ενέπλεκαν τον αρχηγό τους. Εκείνος προτίμησε τον δρόμο της σιωπής και του κελιού του…

Βγαίνοντας από την φυλακή, δεν έκλεισε πίσω του μόνο την πύλη της αλλά και την πόρτα της Αμερικής. Πλέον δεν είχε μέλλον εκεί και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα όπου έκανε δυο εμφανίσεις στο Παναθηναϊκό Στάδιο, πριν χρησιμοποιήσει ξανά τις επαφές του με το Ισραήλ. Εξασφάλισε μια θέση στο πρόγραμμα του «Casablanca», ενός νυχτερινού κέντρου στην Βουδαπέστη ιδιοκτησίας επιχειρηματία εβραϊκής καταγωγής και έζησε εκεί μέχρι το 1992 όταν και πέθανε σε ηλικία μόλις 52 ετών. Λίγες μέρες πριν το θάνατό του είχε δεχθεί επίθεση από αγνώστους που του έσπασαν τα χέρια, ενώ οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες έφυγε από την ζωή παραμένουν ομιχλώδεις. Φαίνεται ότι η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για ανακοπή καρδιάς αν και οι ψίθυροι και οι φήμες (που έτσι κι αλλιώς πάντοτε ακολουθούσαν τον μυθικό Aris San) μιλούν για πνιγμό στο κρεβάτι του νοσοκομείου.

Πηγή: menhouse.gr

Προηγούμενο άρθροΗ Ένωση Προστασίας της Ισότητας και των Δικαιωμάτων Α.μεΑ. «ΥΠΕΡΙΩΝ» ευχαριστεί τον Πολιτιστικό Σύλλογο Δαμουλιανάδων Αθήνας «Η Πλαγιά»-Δείτε γιατί
Επόμενο άρθροΚοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Αργοστολίου: Το έκθεμα του μήνα – Το σπαθί και η παλάσκα του αγωνιστή Λεωνίδα Καμπίτση