Αργοστόλι: Η πόλη δεν είναι μουσείο – Όταν η «διατήρηση» γίνεται άλλοθι για να μη αλλάξει τίποτα

default

Υπάρχει μια συζήτηση που επανέρχεται σχεδόν κάθε φορά που μια πόλη επιχειρεί να αλλάξει. Από ένα πεζοδρόμιο και μια πλατεία μέχρι έναν δρόμο ή μια ολόκληρη ανάπλαση, εμφανίζεται το ίδιο δίλημμα: θα προχωρήσουμε μπροστά ή θα θυσιάσουμε την ταυτότητα και την ιστορία μας;

Μόνο που το δίλημμα αυτό είναι, πολλές φορές, τεχνητό.

Γιατί μια πόλη δεν χάνει την ιστορία της κάθε φορά που αντικαθιστά ένα πεζοδρόμιο. Και κυρίως, η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε επιχείρημα που καθιστά περίπου ανέγγιχτο οτιδήποτε κατασκευάστηκε πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια.

Το Αργοστόλι χρειάζεται ασφαλή πεζοδρόμια, πραγματική προσβασιμότητα, λειτουργικούς κοινόχρηστους χώρους και υποδομές που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του σήμερα.

Και αυτό δεν αποτελεί διαγραφή της ιστορίας του.

Αποτελεί υποχρέωση μιας σύγχρονης πόλης.

Δεν είναι κάθε παλιά κατασκευή ιστορικό μνημείο

Ας ξεκινήσουμε από μια βασική διάκριση.

Άλλο ένα ιστορικό κτίριο με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, κοινωνική και συμβολική αξία και άλλο ένα πεζοδρόμιο που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1980.

Η ηλικία από μόνη της δεν προσδίδει σε μια κατασκευή χαρακτήρα μνημείου.

Ούτε το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν τοπικά υλικά ή εργάστηκαν Κεφαλονίτες τεχνίτες σημαίνει ότι κάθε τετραγωνικό μέτρο της συγκεκριμένης κατασκευής πρέπει να παραμείνει αναλλοίωτο στο διηνεκές.

Αν υιοθετήσουμε αυτή τη λογική, τότε σχεδόν κάθε δημόσιο έργο κάποια στιγμή θα αποκτά ένα είδος «ιστορικής ασυλίας».

Οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια και οι πλατείες, όμως, κατασκευάζονται πρωτίστως για να χρησιμοποιούνται.

Φθείρονται, επισκευάζονται, αλλάζουν και, όταν οι ανάγκες το απαιτούν, ανακατασκευάζονται.

Αυτό συνέβαινε πάντοτε στις πόλεις.

Και αυτή ακριβώς η συνεχής μεταβολή αποτελεί επίσης μέρος της ιστορίας τους.

Η σύγκριση με την απώλεια ενός ιστορικού κτιρίου είναι υπερβολική

Η κατεδάφιση ενός εμβληματικού ιστορικού κτιρίου και η αντικατάσταση ενός πεζοδρομίου δεν μπορούν να τοποθετούνται στην ίδια ζυγαριά.

Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να χάνεται για πάντα ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό έργο, το οποίο δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί αυθεντικά.

Στη δεύτερη έχουμε μια δημόσια υποδομή η οποία έχει συγκεκριμένη λειτουργία και οφείλει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε εποχής.

Η διαφορά δεν είναι ποσοτική.

Είναι ποιοτική.

Ένα ιστορικό κτίριο υπάρχει και για την αρχιτεκτονική, αισθητική και πολιτιστική του αξία.

Ένα πεζοδρόμιο υπάρχει πρώτα απ’ όλα για να περπατά ο πολίτης.

Και πρέπει να μπορεί να περπατά κάθε πολίτης.

Η προσβασιμότητα δεν είναι μια λωρίδα πάνω σε ένα παλιό πεζοδρόμιο

Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο σημείο.

Η προσβασιμότητα συχνά αντιμετωπίζεται υπερβολικά απλοϊκά, σαν να αρκεί να τοποθετηθεί μια όδευση τυφλών και αυτομάτως ένα πεζοδρόμιο να θεωρείται σύγχρονο και προσβάσιμο.

Δεν είναι έτσι.

Ένα πραγματικά προσβάσιμο πεζοδρόμιο αφορά πολύ περισσότερα: την ομαλότητα της επιφάνειας, τις κλίσεις, τα εμπόδια, το επαρκές πλάτος κίνησης, τις διασταυρώσεις, τις ράμπες και συνολικά την ασφαλή μετακίνηση ανθρώπων με διαφορετικές ανάγκες.

Αφορά έναν άνθρωπο με αναπηρικό αμαξίδιο.

Έναν ηλικιωμένο.

Έναν γονέα με παιδικό καρότσι.

Έναν άνθρωπο με κινητικές δυσκολίες.

Έναν πολίτη με προβλήματα όρασης.

Επομένως το ερώτημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν μπορούσε να χαραχθεί μια λωρίδα μέσα στην παλιά κατασκευή.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

Μπορούσε ολόκληρο το παλιό πεζοδρόμιο να ανταποκριθεί στις σημερινές προδιαγραφές ασφάλειας και προσβασιμότητας χωρίς ουσιαστική ανακατασκευή;

Αυτό είναι τεχνικό ζήτημα και απαιτεί τεχνική απάντηση.

Όχι μια αισθητική προσομοίωση του πώς «θα μπορούσε» να γίνει.

Η φωτογραφία δείχνει και μια άλλη πραγματικότητα

Αρκεί να παρατηρήσει κανείς την ίδια την παλιά επιφάνεια.

Οι ακανόνιστες πέτρες, οι διαφορετικές στάθμες, οι μεγάλοι αρμοί και οι μεταβολές στην επιφάνεια μπορεί να έχουν έναν ιδιαίτερο αισθητικό χαρακτήρα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποτελούν και την καλύτερη δυνατή επιφάνεια κίνησης για όλους.

Και εδώ πρέπει να αποφασίσουμε τι προηγείται στον δημόσιο χώρο.

Η νοσταλγία μας για μια κατασκευή ή η δυνατότητα ενός ανθρώπου να κινηθεί πάνω της με ασφάλεια;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μας, δεν μπορεί να είναι αμφίβολη.

Η ιστορία των μαστόρων πρέπει να διασωθεί – όχι κατ’ ανάγκη κάθε πέτρα

Υπάρχει πράγματι κάτι πολύ όμορφο στην ιστορία ανθρώπων που δούλεψαν στα έργα του Αργοστολίου πριν από δεκαετίες.

Οι τεχνίτες, οι πελεκητές, οι άνθρωποι που έμαθαν δίπλα σε παλιότερους μάστορες, τα τοπικά υλικά και οι τεχνικές αποτελούν κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας της πόλης.

Αυτή η ιστορία αξίζει να καταγραφεί.

Να υπάρχουν φωτογραφίες.

Να γνωρίζουμε τα ονόματα των ανθρώπων.

Να ξέρουμε από πού προέρχονταν οι πέτρες και με ποιες τεχνικές τοποθετήθηκαν.

Θα μπορούσε ακόμη να διατηρηθεί αντιπροσωπευτικό τμήμα μιας παλιάς κατασκευής σε κατάλληλο σημείο, εφόσον αυτό έχει πραγματική τεκμηριωμένη αξία.

Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από την απαίτηση να διατηρείται λειτουργικά μια υποδομή επειδή συνδέεται με μια ενδιαφέρουσα ιστορία κατασκευής.

Μνήμη δεν σημαίνει ακινησία.

Και οι παρεμβάσεις του σήμερα θα γίνουν κάποτε ιστορία

Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Θεωρούμε σήμερα σημαντικό ένα έργο του 1984 ή του 1985 επειδή αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη εποχή του Αργοστολίου.

Γιατί, λοιπόν, αρνούμαστε ότι και η σημερινή μεταμόρφωση της πόλης αποτελεί μέρος της ίδιας ιστορικής συνέχειας;

Οι άνθρωποι που κατασκεύασαν εκείνα τα πεζοδρόμια δεν αποκαθιστούσαν απαραίτητα κάτι αρχαιότερο. Δημιουργούσαν το Αργοστόλι της δικής τους εποχής.

Το ίδιο δικαίωμα –και κυρίως την ίδια υποχρέωση– έχει και η σημερινή γενιά.

Να δημιουργήσει την πόλη που χρειάζεται σήμερα.

Μια πόλη περισσότερο προσβάσιμη, περισσότερο ασφαλή και περισσότερο λειτουργική.

Σε σαράντα χρόνια και οι σημερινές παρεμβάσεις θα αποτελούν κομμάτι της ιστορίας του Αργοστολίου.

Το πραγματικό κριτήριο πρέπει να είναι το αποτέλεσμα

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε ανάπλαση είναι επιτυχημένη επειδή απλώς είναι καινούργια.

Κάθε άλλο.

Η Δημοτική Αρχή πρέπει να κρίνεται αυστηρά για την ποιότητα των έργων της.

Για τα υλικά.

Για την αισθητική.

Για τη λειτουργικότητα.

Για την αντοχή τους στον χρόνο.

Για το κατά πόσο εφαρμόζονται πραγματικά οι κανόνες προσβασιμότητας.

Για το αν προστατεύονται τα δέντρα και το πράσινο.

Για το αν δημιουργείται ένας δημόσιος χώρος καλύτερος από εκείνον που αντικαθίσταται.

Αυτή είναι απολύτως θεμιτή –και απαραίτητη– κριτική.

Αλλά είναι διαφορετικό πράγμα να εξετάζουμε αν ένα νέο έργο είναι καλό και διαφορετικό να θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι η απομάκρυνση μιας κατασκευής σαράντα ετών αποτελεί απώλεια ιστορικής μνήμης.

Το Αργοστόλι έχει πραγματικές μάχες πολιτιστικής κληρονομιάς να δώσει

Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα.

Η Κεφαλονιά και το Αργοστόλι έχουν πραγματική ιστορική και αρχιτεκτονική κληρονομιά που χρειάζεται προστασία.

Υπάρχουν κτίρια, τεκμήρια, αρχιτεκτονικά στοιχεία, δημόσιοι χώροι και χαρακτηριστικά της μετασεισμικής αλλά και της προσεισμικής μνήμης που αξίζουν σοβαρή τεκμηρίωση και προστασία.

Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται και μια ιεράρχηση.

Αν χαρακτηρίζουμε κάθε παλιά κατασκευή περίπου ως ιστορικό κειμήλιο, στο τέλος κινδυνεύουμε να αποδυναμώσουμε την ίδια την έννοια της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Δεν έχουν όλα την ίδια αξία.

Και δεν χρειάζεται να έχουν.

Μια πόλη που σέβεται το παρελθόν της πρέπει να έχει και το θάρρος να αλλάζει

Το Αργοστόλι δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη μνήμη και στην πρόοδο.

Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο: να ξέρει τι πραγματικά αξίζει να διατηρήσει και τι πρέπει να αλλάξει.

Να προστατεύει εκείνα που έχουν ουσιαστική ιστορική αξία.

Να καταγράφει εκείνα που αποτελούν ενδιαφέροντα τεκμήρια μιας προηγούμενης εποχής.

Και ταυτόχρονα να μην φοβάται να ανανεώσει τις υποδομές του όταν αυτές δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των πολιτών.

Γιατί τελικά η πόλη δεν είναι ένα σκηνικό που δημιουργήθηκε κάποια συγκεκριμένη χρονιά και από τότε πρέπει να παραμένει αναλλοίωτο.

Η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός.

Μεταβάλλεται μαζί με τους ανθρώπους της.

Και ο σεβασμός στην ιστορία δεν αποδεικνύεται διατηρώντας υποχρεωτικά κάθε πέτρα στη θέση της.

Αποδεικνύεται όταν γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε, προστατεύουμε όσα πραγματικά έχουν αξία και ταυτόχρονα έχουμε το θάρρος να κατασκευάσουμε μια πόλη καλύτερη για εκείνους που ζουν σε αυτήν σήμερα.

Γιατί το μεγαλύτερο λάθος δεν είναι πάντα να αλλάζεις κάτι παλιό.

Μερικές φορές είναι να φοβάσαι τόσο πολύ να το αλλάξεις, ώστε η ίδια η πόλη να μένει πίσω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ