Υπάρχουν δηλώσεις που χρειάζονται ανάλυση. Και υπάρχουν δηλώσεις που αρκεί να τις βάλεις δίπλα στα πραγματικά γεγονότα για να φανεί το πρόβλημα.
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, μιλώντας για τον Αλκέτ Ριζάι, είπε ότι έχει πάρει 16 άδειες και «σωστά τις πήρε», αναφέρθηκε στον υπερπληθυσμό των φυλακών και κατέληξε:
«Εγώ πιστεύω ότι θα γυρίσει. Αλλά αν δεν γυρίσει, θα τον πιάσουμε».
Ας ξεκινήσουμε από αυτό που πρέπει να αναγνωριστεί.
Ο θεσμός των αδειών δεν μπορεί να κρίνεται εκ των υστέρων μόνο από το γεγονός ότι ένας κρατούμενος τελικά δεν επέστρεψε. Ο Ριζάι είχε λάβει επανειλημμένα άδειες τα προηγούμενα χρόνια και είχε επιστρέψει κανονικά. Επομένως το «πήρε άδεια άρα κάποιος τρελάθηκε και τον άφησε ελεύθερο» είναι υπεραπλούστευση.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, ο υπουργός έχει ένα επιχείρημα.
Από εκεί και πέρα όμως αρχίζουν τα δύσκολα.
Την ώρα που ο υπουργός έλεγε «πιστεύω ότι θα γυρίσει», ο Ριζάι είχε ήδη παραβιάσει την άδειά του, είχε ήδη κηρυχθεί δραπέτης και η Ελληνική Αστυνομία τον αναζητούσε.
Δεν επρόκειτο πλέον για υποθετικό σενάριο.
Και δεν μιλάμε για έναν κρατούμενο που ξέχασε την ώρα επιστροφής.
Μιλάμε για έναν βαρυποινίτη με βαρύ ποινικό παρελθόν, τον οποίο οι ίδιοι οι αστυνομικοί αναζητούν λαμβάνοντας αυξημένα μέτρα αυτοπροστασίας λόγω της επικινδυνότητας της επιχείρησης.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σοβαρό.
Κατά τη διάρκεια της άδειάς του, ο Ριζάι φέρεται να εμπλέκεται στο επεισόδιο με τους πυροβολισμούς στην Ανάβυσσο. Σύμφωνα με πληροφορίες από την αστυνομική έρευνα και το διαθέσιμο βιντεοληπτικό υλικό, εμφανίζεται να φέρει όπλο και να πυροβολεί στον αέρα. Η ακριβής ποινική ευθύνη του, φυσικά, θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη.
Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα η πολιτική απάντηση είναι περίπου:
Πιστεύω ότι θα επιστρέψει. Κι αν δεν επιστρέψει, θα τον πιάσουμε.
Μα είχε ήδη δεν επιστρέψει.
Γι’ αυτό και τον έψαχνε η Αστυνομία.
Και ακόμη πιο αφελές είναι το σκεπτικό «θα κάθεται έξω και θα κάνει τι;», εφόσον αυτή ήταν η λογική που αναπτύχθηκε στη συζήτηση.
Τι μπορεί να κάνει έξω ένας δραπέτης βαρυποινίτης;
Αυτό είναι μάλλον το τελευταίο ερώτημα που θα περίμενε κανείς να ακούσει από τον πολιτικό προϊστάμενο της Ελληνικής Αστυνομίας.
Διότι η ίδια η Αστυνομία αντιμετωπίζει την περίπτωση ως σοβαρή επιχείρηση αναζήτησης. Οι έρευνες έχουν επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα, ενώ πλέον εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο να έχει διαφύγει στο εξωτερικό.
Άρα η πραγματικότητα έρχεται ήδη σε σύγκρουση με την καθησυχαστική λογική της δήλωσης.
Υπάρχει και ένα δεύτερο λογικό άλμα.
Ο Χρυσοχοΐδης συνδέει το «σωστά πήρε τις άδειες» με την κακή κατάσταση και τον υπερπληθυσμό των ελληνικών φυλακών.
Μόνο που πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα.
Ο υπερπληθυσμός των φυλακών είναι πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα. Δεν αποτελεί όμως από μόνος του επιχείρημα για το αν ένας συγκεκριμένος βαρυποινίτης πρέπει να πάρει άδεια. Η άδεια πρέπει να κρίνεται από το θεσμικό πλαίσιο και τα συγκεκριμένα δεδομένα του κρατουμένου — όχι επειδή πρέπει να αδειάσουν μερικά κελιά.
Και τελικά φτάνουμε στο εντυπωσιακότερο:
«Αν δεν γυρίσει, θα τον πιάσουμε».
Αυτό δεν είναι πολιτική απάντηση.
Είναι η αυτονόητη αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας.
Όταν ένας κρατούμενος παραβιάζει την άδειά του και κηρύσσεται δραπέτης, προφανώς το κράτος οφείλει να τον αναζητήσει και να τον συλλάβει.
Το πραγματικό ερώτημα προς τον υπουργό είναι διαφορετικό:
Πώς αξιολογήθηκε ο κίνδυνος; Τι μέτρα επιτήρησης προβλέπονταν; Τι συνέβη κατά τη διάρκεια της άδειας; Τι γνωρίζουν σήμερα οι Αρχές για τις κινήσεις του; Και τι πρέπει να αλλάξει ώστε η Αστυνομία να μη βρίσκεται εκ των υστέρων να κυνηγά έναν ενδεχομένως οπλισμένο δραπέτη;
Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα.
Όχι αν «θα γυρίσει».
Ούτε «τι θα κάνει έξω».
Γιατί όταν ένας βαρυποινίτης έχει ήδη παραβιάσει την άδειά του, έχει εξαφανιστεί και φέρεται να έχει εμφανιστεί οπλισμένος σε περιστατικό με πυροβολισμούς, η αισιοδοξία δεν αποτελεί σχέδιο ασφαλείας.
Και από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη περιμένεις κάτι περισσότερο από την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή η Αστυνομία θα κάνει αυτό που ούτως ή άλλως είναι υποχρεωμένη να κάνει: να τον πιάσει.



