ΔΕΘ 2026: Το πακέτο των 2,2 δισ. σε… δόσεις – Ο Μητσοτάκης εξαγγέλλει σήμερα και πληρώνει μέχρι τον Δεκέμβριο του 2027

Τώρα που έφυγαν τα χειροκροτήματα της ΔΕΘ και το οικονομικό επιτελείο παρουσίασε το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα, μπορούμε να κάνουμε κάτι πολύ απλό:

να βάλουμε δίπλα στις εξαγγελίες ένα ημερολόγιο.

Και τότε η εικόνα αλλάζει.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Είναι πότε θα εφαρμοστούν αυτά που ανακοίνωσε.

Και κυρίως: πόσα από αυτά αφορούν το σήμερα και πόσα μεταφέρονται βαθιά μέσα στο 2027, δηλαδή σε μια χρονιά κατά την οποία οι εθνικές εκλογές βρίσκονται πλέον μπροστά μας;

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πακέτο με τέσσερις βασικούς άξονες: διαθέσιμο εισόδημα, επενδύσεις, κοινωνική πολιτική και ενεργειακό κόστος.

Ωραία.

Ας αφήσουμε όμως τις επικεφαλίδες και ας πάμε στις ημερομηνίες.

Γιατί εκεί βρίσκεται η πολιτική ουσία.

Το πρώτο πρόβλημα: μεγάλο μέρος των «μέτρων της ΔΕΘ» δεν είναι χρήματα που μπαίνουν τώρα στην τσέπη

Ακούει κάποιος «πακέτο 2,2 δισ. ευρώ» και εύλογα δημιουργείται η εντύπωση μιας μεγάλης άμεσης παρέμβασης.

Δεν είναι ακριβώς έτσι.

Μέσα στο 2026 υπάρχουν ασφαλώς πραγματικές πληρωμές: επιστροφές ενοικίου, η ενίσχυση των 400 ευρώ σε συνταξιούχους και άλλες παρεμβάσεις.

Όμως μεγάλο τμήμα του πακέτου μεταφέρεται στο 2027.

Και κάποια μέτρα ακόμη αργότερα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα είναι ανύπαρκτα.

Σημαίνει όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να βάζουμε στο ίδιο επικοινωνιακό καλάθι χρήματα που πληρώνονται σε δύο μήνες, φορολογικές ελαφρύνσεις που θα φανούν το επόμενο καλοκαίρι και παροχές που θα δοθούν σε δεκαπέντε μήνες.

Γιατί αυτά δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους: κρατήστε αυτή την ημερομηνία

Εδώ έχουμε ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επαναφορά μιας μόνιμης ενίσχυσης Χριστουγέννων στους δημοσίους υπαλλήλους.

Πόσο;

500 ευρώ μικτά.

Πότε;

Όχι τα Χριστούγεννα που έρχονται.

Τον Δεκέμβριο του 2027.

Το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας.

Δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2026 εξαγγέλλεται ένα επίδομα το οποίο ο δημόσιος υπάλληλος θα δει δεκαπέντε μήνες αργότερα.

Και μάλιστα πρόκειται για μέτρο με ετήσιο κόστος 433 εκατ. ευρώ.

Εδώ λοιπόν γεννιέται ένα απολύτως πολιτικό ερώτημα:

Γιατί ένα μέτρο που ανακοινώνεται πανηγυρικά στη ΔΕΘ του 2026 δεν καταβάλλεται τα Χριστούγεννα του 2026 αλλά τα Χριστούγεννα του 2027;

Εάν τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του σήμερα, αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά.

Αλλά τότε πρόκειται για υπόσχεση μελλοντικής εφαρμογής, όχι για άμεση ενίσχυση.

Και αυτή η διάκριση έχει σημασία.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο εκλογικός ελέφαντας στο δωμάτιο

Το 2027 δεν είναι μια οποιαδήποτε χρονιά.

Είναι η χρονιά προς την οποία έχει τοποθετηθεί ο πολιτικός ορίζοντας των επόμενων εθνικών εκλογών.

Δεν γνωρίζουμε σήμερα την ακριβή ημερομηνία της κάλπης.

Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.

Όταν μια κυβέρνηση το 2026 ανακοινώνει παροχές που εκτείνονται μέχρι τον Δεκέμβριο του 2027, τότε δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι ο σημερινός πολιτικός σχεδιασμός θα εξελίσσεται σε πολιτικό κενό.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν ορισμένες εξαγγελίες τοποθετούνται τόσο μακριά χρονικά.

Γιατί το μήνυμα που μπορεί εύλογα να εισπράξει ένας πολίτης είναι:

«Σου λέω σήμερα τι θα πάρεις αύριο – και στο μεταξύ μεσολαβεί μια εκλογική χρονιά».

Ο «κουμπαράς» των παιδιών: καλή ιδέα, αλλά αρχίζει το 2027

Ένα από τα περισσότερο προβεβλημένα μέτρα είναι ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά».

Η οικογένεια θα μπορεί να ανοίξει επενδυτικό λογαριασμό για το παιδί και, για κάθε ευρώ που καταθέτει έως τα 1.200 ευρώ τον χρόνο, η Πολιτεία θα προσθέτει ακόμη ένα.

Ως σύλληψη μπορεί ασφαλώς να αξιολογηθεί θετικά.

Αλλά και αυτό:

Ιανουάριος 2027.

Επομένως δεν είναι μέτρο που λειτουργεί σήμερα.

Είναι πρόγραμμα που ανακοινώνεται σήμερα για να ξεκινήσει αύριο.

Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από τα εντυπωσιακά παραδείγματα των ποσών που μπορεί να συγκεντρώσει ένα παιδί στα 18 του:

τι γίνεται με την οικογένεια που δεν διαθέτει τα 1.200 ευρώ τον χρόνο ώστε να πάρει ολόκληρη την κρατική συμμετοχή;

Η κρατική ενίσχυση συνδέεται άμεσα με την ιδιωτική δυνατότητα αποταμίευσης.

Άρα δύο οικογένειες δεν θα έχουν κατ’ ανάγκη την ίδια κρατική ενίσχυση.

Η οικογένεια που μπορεί να βάλει περισσότερα, ενεργοποιεί μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή.

Αυτό δεν ακυρώνει το μέτρο.

Αλλά είναι ένα απολύτως πραγματικό κοινωνικό χαρακτηριστικό του, το οποίο πρέπει να συζητηθεί.

Ελεύθεροι επαγγελματίες: πρώτα τους βάλαμε το τεκμήριο και τώρα πανηγυρίζουμε επειδή διορθώνουμε το τεκμήριο

Εδώ υπάρχει μια πολιτική ειρωνεία που δύσκολα κρύβεται.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως μεγάλη ελάφρυνση την απαλλαγή των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών από τις προσαυξήσεις του τεκμαρτού εισοδήματος που συνδέονται με τζίρο και μισθοδοσία.

Το κόστος υπολογίζεται στα 170 εκατ. ευρώ.

Θετικό.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:

το ίδιο το σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης αποτελεί κυβερνητική επιλογή.

Δηλαδή πρώτα δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός που μπορούσε να ανεβάζει το τεκμαρτό εισόδημα επειδή κάποιος είχε μεγαλύτερο τζίρο ή προσωπικό και τώρα παρουσιάζεται ως μεταρρύθμιση η αφαίρεση αυτών των προσαυξήσεων.

Και ακόμη και μετά τις αλλαγές:

ο βασικός πυρήνας της τεκμαρτής φορολόγησης παραμένει.

Δεν καταργείται.

Άρα ας είμαστε ακριβείς:

δεν έχουμε κατάργηση του τεκμαρτού.

Έχουμε διόρθωση ενός συστήματος που η ίδια κυβέρνηση επέλεξε.

Τέλος επιτηδεύματος: ναι, αλλά ούτε αυτό εξαφανίζεται παντού τώρα

Η κυβέρνηση ανακοινώνει κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος ξεκινώντας από την περιφέρεια.

Για την περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη το κόστος της παρέμβασης είναι 82 εκατ. ευρώ.

Αλλά στην Αττική;

Η ίδια εξειδίκευση αναφέρει ότι η κατάργηση εκεί θα γίνει το 2029 και θα αφορά το εισόδημα του 2028.

Δηλαδή στο πακέτο της ΔΕΘ του 2026 συζητούμε ήδη για πλήρη εξέλιξη μέτρου που φτάνει τρία χρόνια μετά.

Αυτό είναι περισσότερο πολυετής κυβερνητικός σχεδιασμός παρά σημερινή οικονομική ενίσχυση.

Και πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοιος.

Ρεύμα: εδώ δεν έχουμε καν μέτρο – έχουμε στόχο

Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο τη μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% την επόμενη τριετία.

Προσέξτε τη λέξη:

στόχος.

Δεν είναι νομοθετημένη μείωση 30%.

Δεν υπάρχει εγγύηση ότι ο λογαριασμός κάθε νοικοκυριού θα μειωθεί κατά 30%.

Είναι ενεργειακός στόχος που εξαρτάται από μια σειρά μεταβλητών: χονδρεμπορική αγορά, φυσικό αέριο, ΑΠΕ, αποθήκευση, διασυνδέσεις, διεθνείς τιμές και λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού.

Άρα το «30% φθηνότερο ρεύμα» δεν μπορεί να μπαίνει στην ίδια κατηγορία με ένα επίδομα 400 ευρώ.

Το ένα είναι συγκεκριμένη δημοσιονομική μεταβίβαση.

Το άλλο είναι κυβερνητική επιδίωξη τριετίας.

Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ: άλλη μία εξαγγελία με ημερομηνία 2028

Και εδώ η χρονική απόσταση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο.

Η κυβέρνηση θέτει στόχο ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.

Ιανουάριος 2028.

Δηλαδή από τη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου 2026 παρουσιάζεται ως μέρος του οικονομικού αφηγήματος μια μισθολογική εξέλιξη που ολοκληρώνεται σχεδόν ενάμιση χρόνο αργότερα.

Και εδώ πρέπει να διαχωρίζουμε την πολιτική δέσμευση από το σημερινό διαθέσιμο εισόδημα.

Ο εργαζόμενος πληρώνει το σημερινό ενοίκιο με τον σημερινό μισθό.

Το σημερινό σούπερ μάρκετ με τον σημερινό μισθό.

Το σημερινό ρεύμα με τον σημερινό μισθό.

Όχι με τον μισθό του Ιανουαρίου του 2028.

«Σπίτι μου ΙΙΙ»: περισσότερη χρηματοδότηση δεν σημαίνει αυτομάτως φθηνότερα σπίτια

Το νέο πρόγραμμα προβλέπει μεγαλύτερα ηλικιακά, εισοδηματικά και στεγαστικά όρια και δάνειο έως 230.000 ευρώ.

Όμως εδώ υπάρχει το διαχρονικό πρόβλημα όλων των προγραμμάτων ενίσχυσης της ζήτησης:

αν δεν αυξηθεί ταυτόχρονα η προσφορά κατοικιών, περισσότερο διαθέσιμο χρήμα μπορεί να μεταφερθεί εν μέρει στις τιμές των ακινήτων.

Το στεγαστικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι απλώς ότι οι νέοι δεν μπορούν να πάρουν αρκετά μεγάλο δάνειο.

Είναι ότι σε πολλές περιοχές δεν υπάρχουν αρκετές κατοικίες σε προσιτές τιμές.

Άρα ένα ακόμη μεγαλύτερο στεγαστικό δάνειο δεν αποτελεί από μόνο του στεγαστική πολιτική.

Χρειάζεται προσφορά κατοικίας.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο πολιτικό ζήτημα

Υπάρχουν στο πακέτο μέτρα θετικά.

Υπάρχουν διορθώσεις που έπρεπε να γίνουν.

Υπάρχουν πραγματικές ενισχύσεις.

Υπάρχουν και παρεμβάσεις που αξίζουν σοβαρή συζήτηση.

Η αποδόμηση δεν σημαίνει ότι πρέπει να βαφτίσουμε κάθε μέτρο κακό επειδή το ανακοίνωσε ο Μητσοτάκης.

Αυτό θα ήταν προπαγάνδα από την ανάποδη.

Η πραγματική αποδόμηση βρίσκεται αλλού:

στον τρόπο με τον οποίο ένα σύνολο άμεσων πληρωμών, φορολογικών αλλαγών, μελλοντικών προγραμμάτων, τριετών στόχων και υποσχέσεων έως το 2028 παρουσιάζεται ως ένα ενιαίο “πακέτο 2,2 δισ.”.

Εκεί χρειάζεται η κριτική.

Το ημερολόγιο είναι τελικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος της επικοινωνίας

Ας βάλουμε λοιπόν τις ημερομηνίες στη σειρά:

Σεπτέμβριος 2026: κάποιες πρώτες παρεμβάσεις.

Νοέμβριος 2026: 400 ευρώ και επιστροφές ενοικίου.

Ιανουάριος 2027: κουμπαράς, Σπίτι μου ΙΙΙ, φορολογικές και ενεργειακές αλλαγές.

Απρίλιος 2027: ασφαλιστικές εισφορές και κατώτατος μισθός.

Άνοιξη–καλοκαίρι 2027: σειρά φορολογικών ελαφρύνσεων.

Νοέμβριος 2027: νέες καταβολές.

Δεκέμβριος 2027: τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους.

Ιανουάριος 2028: στόχος κατώτατου μισθού 1.000 ευρώ.

2029: ολοκλήρωση της κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος και στην Αττική.

Και κάπου εδώ το πολιτικό ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο.

Πρόκειται για πακέτο στήριξης του 2026 ή για προεκλογικό οδικό χάρτη μέχρι την επόμενη κάλπη;

Η κυβέρνηση δικαιούται να σχεδιάζει για το 2027, το 2028 και το 2029.

Ασφαλώς.

Αλλά και ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει ποιο μέρος μιας εξαγγελίας είναι σημερινό μέτρο, ποιο είναι μελλοντική δέσμευση και ποιο είναι απλώς στόχος.

Και κυρίως δικαιούται να αναρωτηθεί κάτι ακόμη:

Όταν μια κυβέρνηση πλησιάζει στο τέλος της τετραετίας της και ανακοινώνει από τώρα τι θα πάρουν οι πολίτες μέχρι τον Δεκέμβριο του 2027 και τι μισθό θα έχουν τον Ιανουάριο του 2028, πού τελειώνει ο οικονομικός σχεδιασμός και πού αρχίζει η προεκλογική υπόσχεση;

Αυτό είναι τελικά το σημείο που δεν χωρά σε κανέναν πίνακα της ΔΕΘ.

Γιατί πίσω από τα 2,2 δισ., πίσω από τα 400άρια και τα 500άρια, πίσω από τους κουμπαράδες και τα προγράμματα υπάρχει ένα ημερολόγιο.

Και το ημερολόγιο γράφει:

2027.

Η χρονιά των εκλογών.

Και όταν η κυβέρνηση σου λέει από σήμερα τι θα σου δώσει τότε, η κριτική δεν είναι «γκρίνια».

Είναι το αυτονόητο ερώτημα κάθε πολίτη:

«Θα τα πάρω επειδή αποτελούν θεσμοθετημένη πολιτική του κράτους ή μου τα υπόσχεστε σήμερα ζητώντας ουσιαστικά να σας κρατήσω στην κυβέρνηση για να τα πάρω αύριο;»

Εκεί βρίσκεται πλέον η πραγματική πολιτική συζήτηση της ΔΕΘ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ