Σαμαράς και «λαϊκή Δεξιά»: όταν η πολιτική ανάλυση μετατρέπεται σε αγιογραφία Μητσοτάκη

Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να υπερασπιστεί κανείς τον Κυριάκο Μητσοτάκη απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά: να συζητήσει πολιτικά τις διαφορές τους.

Και υπάρχει κι ένας ακόμη ευκολότερος: να παρουσιάσει τον έναν ως τον άνθρωπο που εκσυγχρόνισε, μεγάλωσε και θριάμβευσε με τη Νέα Δημοκρατία και τον άλλον ως περίπου αρχηγό μιας παρέας «γραφικών», «ψεκασμένων», «υπερεθνικιστών» και «παλαιοκομματικών».

Το κείμενο περί «λαϊκής Δεξιάς που καραδοκεί» επιλέγει σε μεγάλο βαθμό τον δεύτερο δρόμο.

Μόνο που έτσι προκύπτουν ορισμένες εντυπωσιακές αντιφάσεις.

Πρώτος μύθος: «Η ΝΔ βγήκε από το δεξιό καβούκι της πρώτη φορά με τον Μητσοτάκη»

Αυτό ιστορικά είναι τουλάχιστον υπεραπλουστευτικό.

Η Νέα Δημοκρατία δεν ανακάλυψε το Κέντρο το 2016.

Η ίδια η ίδρυσή της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1974 στηρίχθηκε στην προσπάθεια δημιουργίας μιας ευρείας κεντροδεξιάς παράταξης. Ο Κώστας Καραμανλής οικοδόμησε αργότερα ολόκληρη πολιτική στρατηγική πάνω στον όρο «μεσαίος χώρος», κερδίζοντας τις εκλογές του 2004 και του 2007.

Επομένως μπορεί κανείς να υποστηρίζει –και βάσιμα– ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε πολύ περισσότερο τη διεύρυνση προς το Κέντρο και ενσωμάτωσε πολλά στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ.

Άλλο αυτό όμως και άλλο ότι ήταν «η πρώτη φορά» που η ΝΔ βγήκε από το δεξιό της «καβούκι».

Η ιστορία της παράταξης απλώς δεν αρχίζει το 2016.

Η μεγάλη αντίφαση: ποιοι ακριβώς είναι οι «υπερδεξιοί»;

Το άρθρο χρεώνει στον Σαμαρά ότι επί των ημερών του υπήρχαν στην ηγετική δομή της ΝΔ πρώην στελέχη του ΛΑΟΣ.

Σωστά.

Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια.

Πού βρίσκονται σήμερα ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Μάκης Βορίδης και ο Θάνος Πλεύρης;

Στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι μάλιστα αντιπρόεδρος της ΝΔ.

Άρα πρέπει να αποφασίσουμε.

Όταν αυτά τα στελέχη βρίσκονταν στη ΝΔ του Σαμαρά αποτελούσαν απόδειξη της «λαϊκής» και «υπερδεξιάς» φυσιογνωμίας της;

Και όταν βρίσκονται στη ΝΔ του Μητσοτάκη αποτελούν μέρος μιας σύγχρονης κεντρώας μεταρρυθμιστικής παράταξης;

Οι πολιτικές καταβολές των προσώπων δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κάθεται στην καρέκλα του προέδρου.

Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο αυτογκόλ της επιχειρηματολογίας.

Και ο Λοβέρδος; Αυτός είναι «διεύρυνση»

Εδώ η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Όταν ο Μητσοτάκης εντάσσει στη ΝΔ στελέχη που πέρασαν δεκαετίες στο ΠΑΣΟΚ, αυτό περιγράφεται ως άνοιγμα, εκσυγχρονισμός και διεύρυνση.

Ο Ανδρέας Λοβέρδος, για παράδειγμα, υπήρξε υπουργός κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, υποψήφιος για την ηγεσία του και επί δεκαετίες ένα από τα αναγνωρίσιμα στελέχη του.

Σήμερα βρίσκεται στη ΝΔ.

Και αυτό παρουσιάζεται ως απόδειξη της ικανότητας του Μητσοτάκη να διευρύνει την παράταξη.

Όταν όμως ο Σαμαράς ενδεχομένως συγκεντρώνει γύρω του παλαιά στελέχη της Δεξιάς, τότε έχουμε «επιστράτευση γραφικών».

Πολύ βολικό.

Οι μεταγραφές του Μητσοτάκη είναι διεύρυνση. Οι μεταγραφές του Σαμαρά είναι γραφικότητα.

Αυτό όμως δεν είναι πολιτικό κριτήριο.

Είναι δύο διαφορετικά μέτρα και δύο διαφορετικά σταθμά.

Το 18,85% του 2012: ναι, αλλά ας θυμηθούμε και τι συνέβαινε το 2012

Το αγαπημένο επιχείρημα εναντίον του Σαμαρά είναι πλέον το 18,85% της ΝΔ στις εκλογές του Μαΐου 2012.

Το χρησιμοποίησε πρόσφατα ακόμη και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Το ποσοστό είναι πραγματικό.

Αλλά η παρουσίασή του χωρίς το ιστορικό πλαίσιο είναι εξαιρετικά βολική.

Η Ελλάδα του Μαΐου 2012 δεν ήταν η Ελλάδα του 2026.

Ήταν η Ελλάδα μιας πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης.

Μνημόνια.

Ύφεση.

Ανεργία.

Περικοπές.

Κοινωνική οργή.

Κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού.

Το ΠΑΣΟΚ, που το 2009 είχε πάρει 43,9%, κατέρρευσε στο 13,2%.

Η ΝΔ έπεσε στο 18,85%.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύθηκε στο 16,8%.

Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες εμφανίστηκαν με 10,6%.

Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή με σχεδόν 7%.

Δηλαδή διαλύθηκε ολόκληρο το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα.

Να χρεώνεται λοιπόν το 18,85% αποκλειστικά στον Σαμαρά, χωρίς να αναφέρεται τι συνέβαινε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, είναι πολιτικά βολικό αλλά αναλυτικά φτωχό.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Έναν μήνα μετά η ΝΔ πήγε από το 18,85% στο 29,66%

Αυτό συνήθως εξαφανίζεται από την αφήγηση.

Στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου 2012, με τον ίδιο Αντώνη Σαμαρά αρχηγό, η Νέα Δημοκρατία ανέβηκε στο 29,66% και σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας.

Δηλαδή μέσα σε περίπου έξι εβδομάδες κέρδισε σχεδόν 11 ποσοστιαίες μονάδες.

Εάν λοιπόν το 18,85% αποτελεί αποκλειστικά προσωπική αποτυχία Σαμαρά, τότε τι είναι το 29,66% που ακολούθησε;

Δεν γίνεται να προσωποποιούμε την ήττα και να κοινωνικοποιούμε την ανάκαμψη.

Και ποιος ακριβώς «γιγάντωσε» τον Καμμένο;

Το κείμενο υποστηρίζει ότι επί Σαμαρά «γιγαντώθηκαν ο Καμμένος και ο Βελόπουλος».

Ειδικά για τον Πάνο Καμμένο, όμως, υπάρχει μια τεράστια πολιτική συνέχεια που παραλείπεται.

Ο Καμμένος πράγματι αποχώρησε από τη ΝΔ και δημιούργησε τους ΑΝΕΛ.

Ποιος όμως τον μετέτρεψε τελικά από αρχηγό ενός αντιμνημονιακού δεξιού κόμματος σε κυβερνητικό εταίρο και υπουργό Εθνικής Άμυνας;

Ο Αλέξης Τσίπρας.

Οι ΑΝΕΛ συγκυβέρνησαν με τον ΣΥΡΙΖΑ από το 2015.

Άρα το φαινόμενο της «λαϊκής Δεξιάς» δεν εξηγείται απλώς από τον Σαμαρά.

Ήταν αποτέλεσμα της τεράστιας πολιτικής αναδιάταξης που προκάλεσε η οικονομική κρίση.

Τα «Ζάππεια» και το ακόμη μεγαλύτερο ιστορικό πρόβλημα

Εδώ το κείμενο φτάνει σε μια εντυπωσιακή ιστορική συμπύκνωση: περίπου ότι ο Σαμαράς, με τα «Ζάππεια» στα τέλη του 2014, υπήρξε στυλοβάτης της κυριαρχίας Τσίπρα.

Μόνο που τα γνωστά Ζάππεια του Σαμαρά ξεκίνησαν από το 2010, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση.

Και μέχρι τα τέλη του 2014 ο Σαμαράς δεν ήταν αντιπολίτευση.

Ήταν πρωθυπουργός.

Μπορεί κανείς να ασκήσει σκληρότατη κριτική στην αντιμνημονιακή περίοδο του Σαμαρά πριν αναλάβει την κυβέρνηση.

Αλλά ας κρατήσουμε τουλάχιστον τη χρονολογική σειρά των γεγονότων.

«Καθιστά την Ελλάδα πρακτικά απόρθητη»

Εδώ εγκαταλείπουμε πλέον την πολιτική ανάλυση και περνάμε σε διατύπωση που χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή.

Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με Rafale, Belharra, F-35 και νέα συστήματα είναι προφανώς σημαντική.

Όμως η φράση ότι ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα «καθιστά τη χώρα πρακτικά απόρθητη» είναι περισσότερο πολιτική υπερβολή παρά σοβαρή στρατηγική αξιολόγηση.

Καμία σοβαρή αμυντική ανάλυση δεν τελειώνει με έναν κατάλογο οπλικών συστημάτων.

Υπάρχουν διαθεσιμότητες, επάνδρωση, πυρομαχικά, υποστήριξη, δίκτυα, επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, αποτροπή, συμμαχίες και –κυρίως– η συμπεριφορά του αντιπάλου.

Και υπάρχει το βασικότερο:

εάν η Ελλάδα είναι πλέον «πρακτικά απόρθητη», γιατί η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί τόσο σοβαρή την τουρκική απειλή ώστε να δαπανά δισεκατομμύρια για περαιτέρω εξοπλισμούς;

Τα εθνικά ζητήματα είναι «θεματολογία περασμένων δεκαετιών»;

Αυτό ίσως είναι το πιο προβληματικό πολιτικά σημείο.

Μπορεί κανείς να διαφωνεί πλήρως με τον Σαμαρά για την ελληνοτουρκική προσέγγιση, το Αιγαίο, την Κύπρο ή τη στρατηγική απέναντι στην Τουρκία.

Αλλά να χαρακτηρίζονται τα εθνικά ζητήματα περίπου ως «θεματολογία περασμένων δεκαετιών» είναι δύσκολο να υποστηριχθεί.

Όσο υπάρχουν τουρκικές διεκδικήσεις και ελληνοτουρκικές διαφορές, όσο υπάρχει το Κυπριακό, όσο υπάρχουν ζητήματα θαλασσίων ζωνών και Ανατολικής Μεσογείου, τα εθνικά θέματα δεν αποτελούν μουσειακό έκθεμα.

Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να συζητούνται.

Είναι με ποια στρατηγική πρέπει να αντιμετωπίζονται.

Και εκεί μπορεί πράγματι να υπάρχει βαθιά πολιτική διαφωνία μεταξύ Μητσοτάκη και Σαμαρά.

Το σημαντικότερο όμως το παραδέχθηκε ήδη ο ίδιος ο Μητσοτάκης

Και εδώ βρίσκεται ίσως όλη η ουσία.

Μπορεί το συγκεκριμένο άρθρο να παρουσιάζει ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά περίπου σαν πολιτικό μουσείο.

Μπορεί να μιλά για «γραφικούς», «ψεκασμένους», «λαϊκιστές» και «υπερεθνικιστές».

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης όμως είπε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον:

ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη» και εξέφρασε την ελπίδα να μην τη χρησιμοποιήσει.

Αυτό είναι πολιτική παραδοχή.

Γιατί εάν ο Σαμαράς ήταν πραγματικά αδιάφορος, περιθωριακός και ανίκανος να αγγίξει τη σημερινή ΝΔ, γιατί υπάρχει τόση ανησυχία για το ενδεχόμενο κόμματός του;

Γιατί απαντά ο πρωθυπουργός;

Γιατί απαντά ο Γεωργιάδης;

Γιατί απαντούν υπουργοί;

Γιατί ολόκληρος ο φιλοκυβερνητικός Τύπος ασχολείται με το ποιοι θα πάνε μαζί του;

Η απάντηση είναι απλή:

επειδή ακόμη και λίγες μονάδες μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την αυτοδυναμία.

Και αυτό το γνωρίζουν όλοι.

Ο πραγματικός φόβος δεν είναι μήπως ο Σαμαράς γίνει πρωθυπουργός

Εδώ βρίσκεται κατά τη γνώμη μας η πραγματική πολιτική συζήτηση.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να δημιουργήσει κόμμα 25% ή 30%.

Ούτε αν μπορεί να αντικαταστήσει τη Νέα Δημοκρατία.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Μπορεί να αφαιρέσει από τη ΝΔ τις κρίσιμες ψήφους που χωρίζουν τον Μητσοτάκη από την αυτοδυναμία;

Εκεί αλλάζει ολόκληρη η συζήτηση.

Ένα κόμμα του 4%, του 5% ή του 6% μπορεί να μην αποτελεί εναλλακτική κυβέρνηση.

Μπορεί όμως να αποτελέσει πολιτικό καταλύτη.

Ιδίως εάν ένα τμήμα των ψηφοφόρων του προέρχεται από ανθρώπους που θεωρούν ότι η σημερινή ΝΔ μετακινήθηκε υπερβολικά προς το Κέντρο και έχασε στοιχεία της παραδοσιακής της ταυτότητας.

Αυτό ακριβώς εξηγεί και την ένταση.

Και τελικά ποια Νέα Δημοκρατία είναι η «αληθινή»;

Ίσως αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα σύγκρουση πίσω από όλα αυτά.

Η ΝΔ του Μητσοτάκη λέει ουσιαστικά:

«Κερδίσαμε επειδή ανοίξαμε προς το Κέντρο».

Ο Σαμαράς απαντά:

«Χάσατε την παραδοσιακή Δεξιά».

Και οι δύο μπορεί να έχουν ένα μέρος της αλήθειας.

Ο Μητσοτάκης πράγματι κέρδισε δύο φορές εθνικές εκλογές το 2023 με εντυπωσιακή διαφορά.

Αυτό δεν αμφισβητείται.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική γεωγραφία παραμένει παγωμένη στο 2023.

Ούτε ότι κάθε ψηφοφόρος που σήμερα βρίσκεται δεξιότερα της ΝΔ είναι «ψεκασμένος».

Ούτε ότι όποιος διαφωνεί με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης είναι «υπερεθνικιστής».

Αυτοί οι χαρακτηρισμοί μπορεί να συσπειρώνουν ήδη πεπεισμένους αναγνώστες.

Δεν εξηγούν όμως το πολιτικό φαινόμενο.

Αν είναι τόσο γραφικός, γιατί σας ανησυχεί τόσο;

Και τελικά αυτή είναι η ερώτηση που μένει.

Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να αποτύχει.

Μπορεί να κάνει κόμμα και να μην περάσει το 3%.

Μπορεί να μην κάνει ποτέ κόμμα.

Μπορεί ακόμη και να αποδειχθεί ότι η κοινωνική απήχηση που του αποδίδεται σήμερα είναι πολύ μικρότερη από την πραγματική.

Όλα είναι ανοιχτά.

Αλλά υπάρχει κάτι που δύσκολα συμβιβάζεται:

δεν γίνεται ο Σαμαράς να είναι ταυτόχρονα ένας 75χρονος πολιτικός μιας περασμένης εποχής, περιστοιχισμένος από «γραφικούς», που ψαρεύει στους «ψεκασμένους», και συγχρόνως μια απειλή ικανή να στερήσει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη την αυτοδυναμία.

Κάπου πρέπει να διαλέξουμε.

Και ίσως γι’ αυτό βλέπουμε ήδη τόσο μεγάλη προσπάθεια αποδόμησής του πριν καν ανακοινώσει κόμμα.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να κερδίσει τις εκλογές.

Είναι πολύ απλούστερο:

μήπως μπορεί να εμποδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τις κερδίσει όπως θέλει.

Και αυτό είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ