Η καλύτερη αξιολόγηση των εξαγγελιών μιας κυβέρνησης δεν γίνεται στο χειροκρότημα μιας ομιλίας. Γίνεται στο τέλος του μήνα.
Στο σούπερ μάρκετ. Στο ενοίκιο. Στον λογαριασμό του ηλεκτρικού. Στο κόστος μετακίνησης. Στην αναζήτηση φοιτητικής στέγης. Στην πρόσβαση σε γιατρό. Στη φορολογική δήλωση.
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικότερο τεστ για όσα ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη ΔΕΘ.
Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πακέτο παρεμβάσεων ύψους 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει φορολογικές ελαφρύνσεις, εισοδηματικές ενισχύσεις και μέτρα για τη στέγη, τους συνταξιούχους, τους εργαζομένους, τους επαγγελματίες και την ενέργεια.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχουν μέτρα.
Υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι εάν το μέγεθος και ο χρόνος εφαρμογής τους επαρκούν για να αλλάξουν την καθημερινότητα που βιώνει σήμερα το νοικοκυριό.
Ακρίβεια: άλλο διαθέσιμο εισόδημα, άλλο τιμές
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική αφήγηση και στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής.
Μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να αφήσει περισσότερα χρήματα στην τσέπη.
Δεν μειώνει όμως αυτομάτως την τιμή στο ράφι.
Ακριβώς αυτή είναι η βασική διάκριση που πρέπει να γίνεται όταν αξιολογείται το πακέτο της ΔΕΘ: άλλο η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και άλλο η αντιμετώπιση του ίδιου του επιπέδου των τιμών.
Για μια οικογένεια που πληρώνει ακριβότερα τρόφιμα, στέγη, ενέργεια και υπηρεσίες, σημασία δεν έχει μόνο πόσα περισσότερα ευρώ θα εισπράξει.
Σημασία έχει πόσα από αυτά θα έχουν ήδη απορροφηθεί από το αυξημένο κόστος ζωής.
Στεγαστικό: περισσότερη βοήθεια, αλλά πού είναι τα σπίτια;
Ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη στέγη.
Ανακοίνωσε το «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ, ενώ αναφέρθηκε σε 20.000 νέα ή ανακαινισμένα σπίτια, 8.500 επιπλέον φοιτητικές κλίνες και αξιοποίηση δημόσιας και δημοτικής περιουσίας.
Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες ζήτημα που δεν λύνεται αποκλειστικά με περισσότερη χρηματοδότηση:
η προσφορά κατοικιών.
Όταν πολλά νοικοκυριά ανταγωνίζονται για περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων κατοικιών, η πρόσβαση σε φθηνότερο δανεισμό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι μειώνεται και η τιμή του ακινήτου.
Το ίδιο πρόβλημα συναντάται στα ενοίκια.
Η επιστροφή ενός ή δύο ενοικίων αποτελεί πραγματική οικονομική ενίσχυση. Δεν αποτελεί όμως από μόνη της μηχανισμό μείωσης του μηνιαίου μισθώματος.
Φοιτητική στέγη: κάθε Σεπτέμβριος η ίδια αγωνία
Για χιλιάδες οικογένειες η έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς έχει μετατραπεί σε οικονομική δοκιμασία.
Ενοίκιο, εγγύηση, λογαριασμοί, μετακινήσεις και καθημερινά έξοδα προστίθενται στο κόστος σπουδών.
Η εξαγγελία για 8.500 πρόσθετες φοιτητικές κλίνες είναι συγκεκριμένη παρέμβαση.
Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα κατασκευαστούν, πού θα βρίσκονται και πόσους από τους φοιτητές που σήμερα αναζητούν κατοικία θα μπορέσουν τελικά να καλύψουν.
Διότι ο φοιτητής που ψάχνει σπίτι σήμερα δεν πληρώνει το ενοίκιο του 2028 ή του 2029.
Το πληρώνει τώρα.
Υγεία: το πραγματικό τεστ είναι η πρόσβαση
Στην Υγεία η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στους αριθμούς των επενδύσεων ή στις ανακαινίσεις κτιρίων.
Το βασικό κριτήριο για τον πολίτη είναι πολύ απλούστερο:
Μπορεί να βρει εγκαίρως γιατρό;
Μπορεί να κάνει μια εξέταση χωρίς μεγάλη αναμονή;
Υπάρχουν οι απαιτούμενες ειδικότητες στο νοσοκομείο της περιοχής του;
Και όταν το δημόσιο σύστημα δεν μπορεί να τον εξυπηρετήσει εγκαίρως, πόσο πρέπει να πληρώσει στον ιδιωτικό τομέα;
Ειδικά στην περιφέρεια και στα νησιά, η στελέχωση των νοσοκομείων αποτελεί κρίσιμο κομμάτι της ποιότητας ζωής.
Καύσιμα και ενέργεια: η καθημερινή φορολογία της μετακίνησης
Ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα των αγροτών στην αντλία και μείωση κατά 50% των ΥΚΩ στους οικιακούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος από το 2027.
Είναι μετρήσιμες παρεμβάσεις.
Για τον μέσο οδηγό, όμως, το κόστος καυσίμου παραμένει καθημερινό έξοδο.
Και στις περιοχές όπου η χρήση αυτοκινήτου δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα, επειδή οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι περιορισμένες, η τιμή της βενζίνης επηρεάζει άμεσα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Το ίδιο ισχύει για το ηλεκτρικό ρεύμα.
Ο καταναλωτής δεν αξιολογεί την ενεργειακή πολιτική από τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ των ΑΠΕ.
Την αξιολογεί όταν ανοίγει τον λογαριασμό.
Πραγματικό εισόδημα: αυτό είναι τελικά το μέτρο
Η κυβέρνηση προβάλλει την αύξηση μισθών, τη μείωση της ανεργίας και τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
Και αυτά είναι στοιχεία που πρέπει να συνυπολογιστούν.
Όμως ο ονομαστικός μισθός δεν είναι ολόκληρη η εικόνα.
Το καθοριστικό μέγεθος για την καθημερινότητα είναι η αγοραστική δύναμη.
Αν ο εργαζόμενος παίρνει περισσότερα αλλά χρειάζεται επίσης περισσότερα για στέγη, τρόφιμα, ενέργεια και μετακίνηση, ένα τμήμα της ονομαστικής αύξησης εξαφανίζεται πριν φτάσει ουσιαστικά στην τσέπη του.
Η «πληθωριστική φορολογία»
Υπάρχει και ένα λιγότερο ορατό πρόβλημα.
Όταν αυξάνονται ονομαστικά οι μισθοί λόγω πληθωρισμού, χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, ένας φορολογούμενος μπορεί να μετακινηθεί σε υψηλότερη επιβάρυνση χωρίς να έχει γίνει πραγματικά πλουσιότερος.
Αυτό είναι το φαινόμενο που διεθνώς περιγράφεται ως fiscal drag.
Η πραγματική βελτίωση του εισοδήματος, συνεπώς, πρέπει να μετριέται μετά τον πληθωρισμό και μετά τους φόρους.
Συγκοινωνίες, διόδια και ποιότητα ζωής
Υπάρχει τέλος ένα ολόκληρο κομμάτι της καθημερινότητας που δύσκολα χωρά σε ένα πακέτο φορολογικών εξαγγελιών.
Οι μετακινήσεις.
Τα διόδια.
Η κατάσταση των δημόσιων συγκοινωνιών.
Ο χρόνος που χάνεται στην κίνηση.
Η ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος.
Η δυνατότητα ενός πολίτη να φτάσει στη δουλειά, στο σχολείο ή στο νοσοκομείο χωρίς να εξαρτάται συνεχώς από το ΙΧ.
Αυτά δεν εμφανίζονται πάντοτε ως ξεχωριστή γραμμή στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Καθορίζουν όμως την ποιότητα ζωής.
Η σύγκριση που τελικά έχει σημασία
Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να προβάλλει τις φοροελαφρύνσεις, τις αυξήσεις, τα στεγαστικά προγράμματα και τις υπόλοιπες παρεμβάσεις που ανακοίνωσε.
Η αντιπολίτευση έχει επίσης δικαίωμα να υποστηρίζει ότι αυτά δεν επαρκούν.
Για τον πολίτη, όμως, υπάρχει ένα πολύ πιο πρακτικό κριτήριο.
Να βάλει στη μία πλευρά όσα άκουσε στη ΔΕΘ.
Και στην άλλη όσα πληρώνει και όσα αντιμετωπίζει κάθε μήνα.
Το ενοίκιο.
Το σούπερ μάρκετ.
Τη βενζίνη.
Το ρεύμα.
Τον φόρο.
Τον γιατρό.
Το κόστος των παιδιών.
Το σπίτι του φοιτητή.
Τη μετακίνηση.
Τα διόδια.
Και στο τέλος να δει αν το διαθέσιμο εισόδημά του, η πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες και η ποιότητα ζωής του έχουν πραγματικά βελτιωθεί.
Γιατί εκεί κρίνεται τελικά κάθε οικονομική πολιτική: όχι στο ύψος των εξαγγελιών, αλλά στην απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην καθημερινή ζωή.



