«Η Ελλάδα που αλλάζει» ή η Ελλάδα της υπερβολής; Δύο επενδύσεις δεν αρκούν για να βαφτίσεις νέο το παραγωγικό μοντέλο

Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να παρουσιάσεις την ελληνική οικονομία ως οικονομικό θαύμα.

Παίρνεις δύο πραγματικά θετικές επιχειρηματικές ειδήσεις. Βάζεις δίπλα μερικά δισεκατομμύρια, μερικές χιλιάδες θέσεις εργασίας, γράφεις με κεφαλαία «Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ» και καταλήγεις ότι επιτέλους κάποιοι πήραν για «ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ» τις σωστές αποφάσεις.

Μόνο που έτσι δεν γίνεται οικονομική ανάλυση.

Γίνεται πολιτική διαφήμιση.

Και το ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται κανείς να μηδενίσει ούτε την Deloitte ούτε τη μεγάλη επένδυση που σχεδιάζεται στη Δυτική Μακεδονία για να αποδομήσει αυτό το αφήγημα.

Αρκεί να βάλει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις.

Deloitte: επιτυχία, ναι – αλλά ας ξεκινήσουμε από τις ημερομηνίες

Η ανάπτυξη της Deloitte στη Θεσσαλονίκη είναι αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Πρόκειται για θέσεις υψηλότερης εξειδίκευσης, διεθνή projects και αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού που η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει να κρατήσει στη χώρα.

Αλλά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Το Deloitte Alexander Competence Center δεν δημιουργήθηκε το 2019.

Η ίδια η Deloitte αναφέρει επισήμως ότι το DACC δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017 ως κέντρο ανάπτυξης εξειδικευμένων δεξιοτήτων και εξυπηρέτησης αναγκών της Deloitte στην Ευρώπη.

Δηλαδή η ιστορία του συγκεκριμένου success story ξεκινά πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ.

Αυτό δεν αφαιρεί τίποτε από τη μεγάλη ανάπτυξη που ακολούθησε.

Αφαιρεί όμως αρκετά από το βολικό πολιτικό αφήγημα ότι κάποτε «δεν υπήρχε τίποτα», ήρθαν κάποιοι, πήραν για «πρώτη φορά» τις σωστές αποφάσεις και ξαφνικά εμφανίστηκε η Deloitte.

Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.

Και, όπως συνήθως συμβαίνει στην οικονομία, πολύ λιγότερο κατάλληλη για κομματικό σποτ.

Το data center: από το σχέδιο περάσαμε ήδη στις… 10.000 θέσεις;

Εδώ χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή.

Η ίδια η ΔΕΗ, παρουσιάζοντας το στρατηγικό της σχέδιο, αναφέρεται σε data center 300 MW στην Κοζάνη, με δυνατότητα σημαντικής περαιτέρω ανάπτυξης. Στην επίσημη ανακοίνωση του Μαΐου αναφέρει επίσης ότι οι σχετικές επενδύσεις της ΔΕΗ υπολογίζονται σε 1,2 δισ. ευρώ.

Πρόκειται προφανώς για εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη για τη Δυτική Μακεδονία εφόσον υλοποιηθεί στο προβλεπόμενο μέγεθος.

Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:

«σχεδιάζεται μια επένδυση που προβλέπεται να δημιουργήσει θέσεις εργασίας»

και στο:

«δημιουργήθηκαν χιλιάδες καλές νέες θέσεις εργασίας».

Οι μελλοντικές εκτιμήσεις απασχόλησης δεν είναι εργαζόμενοι που σήμερα πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Ούτε οι θέσεις της κατασκευαστικής περιόδου είναι το ίδιο πράγμα με τις μόνιμες θέσεις λειτουργίας.

Αυτές οι διακρίσεις μπορεί να χαλάνε το πανηγυρικό post.

Αλλά είναι απαραίτητες όταν θέλουμε να ενημερώνουμε και όχι να εντυπωσιάζουμε.

Και ξαφνικά δύο επιχειρηματικές ιστορίες έγιναν… αλλαγή παραγωγικού μοντέλου

Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο λογικό άλμα.

Για να υποστηρίξεις ότι άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο μιας χώρας, δεν αρκεί να παρουσιάσεις δύο μεγάλες επενδύσεις.

Πρέπει να εξετάσεις ολόκληρη την οικονομία.

Πόσο επενδύει;

Τι παράγει;

Πόση προστιθέμενη αξία δημιουργεί;

Πόσο παραγωγική είναι η εργασία;

Πόσο εξαρτάται από εισαγωγές;

Ποιο είναι το εξωτερικό της ισοζύγιο;

Πόσο έχει αυξηθεί το μερίδιο των κλάδων υψηλής τεχνολογίας;

Και εδώ τα στοιχεία γίνονται πολύ λιγότερο πανηγυρικά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει γίνει ανθεκτικότερη και αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, αποδίδοντας μέρος της προόδου σε ευρωπαϊκούς πόρους και μεταρρυθμίσεις.

Στην ίδια όμως αξιολόγηση επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα της Ελλάδας βρίσκεται περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ και ζητά μεγαλύτερη συμμετοχή κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αυτό δεν περιγράφει μια οικονομία που ολοκλήρωσε την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου.

Περιγράφει μια οικονομία που έχει σημειώσει πρόοδο αλλά εξακολουθεί να έχει πολύ μεγάλη απόσταση να καλύψει.

Ακόμη και στις επενδύσεις υπάρχει η μισή αλήθεια που λείπει

Ναι, οι επενδύσεις αυξάνονται.

Και αυτό είναι θετικό.

Το ελληνικό προσχέδιο προϋπολογισμού που έχει δημοσιεύσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι οι πραγματικές επενδύσεις θα φτάσουν το 18% του ΑΕΠ το 2026 και αναγνωρίζει ότι το επενδυτικό χάσμα με την Ευρωζώνη περιορίζεται σταθερά από το 2019.

Προσέξτε όμως τη διατύπωση:

το χάσμα περιορίζεται.

Δεν εξαφανίστηκε.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που συνήθως λείπει από τα θριαμβευτικά κείμενα: η ίδια η Κομισιόν αναφέρει ότι η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα του 2026 υποστηρίζεται από ρεκόρ εισροής ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Άρα ναι, υπάρχει πρόοδος.

Αλλά το να παρουσιάζεται όλη αυτή η εξέλιξη περίπου ως αποκλειστικό αποτέλεσμα μιας εγχώριας πολιτικής ιδιοφυΐας είναι μια εξαιρετικά επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας.

Και υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο: το εξωτερικό έλλειμμα

Εάν η Ελλάδα έχει ήδη αλλάξει τόσο θεαματικά το παραγωγικό της μοντέλο, υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:

Γιατί εξακολουθεί να έχει τόσο μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για το 2026 έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 7,1% του ΑΕΠ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «η οικονομία καταστρέφεται».

Σημαίνει όμως ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική εξωτερική ανισορροπία.

Και αυτή είναι μάλλον σημαντική λεπτομέρεια όταν κάποιος ανακοινώνει ότι άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Η ΔΕΗ πράγματι άλλαξε – αλλά ούτε αυτό χρειάζεται μυθολογία

Η μεταμόρφωση της ΔΕΗ τα τελευταία χρόνια είναι επίσης πραγματικό γεγονός.

Ο όμιλος επεκτείνεται στις ΑΠΕ, στα δίκτυα, στην αποθήκευση, στις τηλεπικοινωνίες και πλέον στα data centers, ενώ σχεδιάζει σημαντική διεθνή παρουσία. Για το 2030 θέτει στόχο το 45% της εγκατεστημένης ισχύος του να βρίσκεται εκτός Ελλάδας.

Και ναι, σήμερα η ΔΕΗ διαθέτει σταθερό δωδεκάμηνο τιμολόγιο στα 11,5 λεπτά/kWh, σύμφωνα με την ΕΡΤ.

Αλλά και εδώ χρειάζεται στοιχειώδης ακρίβεια.

Ένα συγκεκριμένο εμπορικό σταθερό τιμολόγιο δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Ελλάδα έχει συνολικά από τα φθηνότερα ενεργειακά κόστη στην Ευρώπη.

Είναι διαφορετικές έννοιες.

Το καλύτερο σημείο έρχεται στο τέλος

«Χρειάστηκε πολύ δουλειά», μας λέει το κείμενο.

Προφανώς.

Και κυβερνητικές αποφάσεις συνέβαλαν στη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος.

Αλλά μετά φτάνουμε στο εκπληκτικό:

ότι χρειάστηκε να παρθούν αυτονόητες αλλά δύσκολες αποφάσεις, τις οποίες κάποιοι πήραν «για πρώτη φορά», επειδή προηγουμένως υπήρχαν «καθεστωτικές αντιλήψεις 70 ετών».

Δηλαδή περίπου από το 1956 μέχρι το 2019 η Ελλάδα δεν είχε επενδύσεις, πολυεθνικές, βιομηχανία, εξαγωγές, ευρωπαϊκή ένταξη, ιδιωτικοποιήσεις, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, τουριστικές επενδύσεις ή τεχνολογικές επιχειρήσεις.

Και μετά ήρθε το φως.

Αυτό δεν είναι οικονομική ιστορία.

Είναι πολιτική μυθολογία.

Ναι στην πρόοδο – όχι στα θαύματα με PowerPoint

Η σωστή αποτίμηση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την προπαγάνδα.

Η Ελλάδα έχει προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις.

Έχει βελτιώσει το επενδυτικό της περιβάλλον σε αρκετούς τομείς.

Η Deloitte στη Θεσσαλονίκη αποτελεί πραγματική ιστορία ανάπτυξης.

Η εξέλιξη της ΔΕΗ είναι σημαντική.

Και ένα μεγάλο data center στη Δυτική Μακεδονία μπορεί να αποτελέσει πολύ σημαντικό κομμάτι της μετάβασης της περιοχής στη μεταλιγνιτική εποχή.

Όλα αυτά αξίζει να αναγνωρίζονται.

Αλλά ακριβώς επειδή είναι πραγματικές επιτυχίες, δεν χρειάζεται να τις φουσκώνουμε μέχρι να πάψουν να μοιάζουν με την πραγματικότητα.

Γιατί η Ελλάδα του 2026 εξακολουθεί να έχει παραγωγικότητα πολύ χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επενδυτικό χάσμα που δεν έχει εξαλειφθεί και μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Οπότε ναι:

Η Ελλάδα αλλάζει.

Αλλά η σοβαρή συζήτηση αρχίζει ακριβώς μετά από αυτή τη διαπίστωση.

Πόσο άλλαξε; Πού άλλαξε; Ποιοι ωφελήθηκαν; Πόσο παραγωγικότερη έγινε; Και πόσο από αυτή την αλλαγή μπορεί να διατηρηθεί όταν τελειώσει η σημερινή τεράστια ροή ευρωπαϊκών πόρων;

Αυτές είναι οι δύσκολες ερωτήσεις.

Τα κεφαλαία γράμματα είναι το εύκολο μέρος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ