Υπάρχει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό στη δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη.
Επί χρόνια ακούγαμε –και σωστά– ότι «θα μιλήσει η Δικαιοσύνη».
Ότι δεν πρέπει να υποκαθιστούμε τους δικαστές. Ότι οι τεχνικές εκθέσεις πρέπει να εξεταστούν στο ακροατήριο. Ότι οι μάρτυρες πρέπει να καταθέσουν, οι πραγματογνώμονες να ερωτηθούν και οι ισχυρισμοί όλων των πλευρών να δοκιμαστούν μέσα στην αποδεικτική διαδικασία.
Τώρα που η δίκη έφτασε ακριβώς σε αυτό το σημείο, κάποιοι φαίνεται ότι δεν έχουν πλέον καμία διάθεση να περιμένουν τη Δικαιοσύνη.
Έβγαλαν απόφαση μόνοι τους.
Και μάλιστα πριν καλά καλά αρχίσει η εξέταση των μαρτύρων.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή: στις 7 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκαν οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και η υπόθεση πέρασε στην αποδεικτική διαδικασία. Στις 8 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η εξέταση των πρώτων μαρτύρων. Και στις 14 Σεπτεμβρίου το δικαστήριο εξακολουθούσε να εξετάζει μάρτυρες και αποδεικτικά αιτήματα, μεταξύ άλλων για το κινητό του σταθμάρχη.
Πότε ακριβώς πρόλαβε λοιπόν το δικαστήριο να καταρρίψει όλα όσα κάποιοι σήμερα πανηγυρίζουν ότι “κατέρρευσαν”;
Δεν πρόλαβε.
Απλώς κάποιοι μπέρδεψαν την έναρξη της δίκης με το τέλος της.
Η αίθουσα δεν είναι δημοψήφισμα
Ένα από τα επιχειρήματα που διατυπώνονται είναι σχεδόν σουρεαλιστικό:
«Φωνάζατε για μεγαλύτερη αίθουσα και τώρα δεν πηγαίνει πολύς κόσμος».
Και λοιπόν;
Από πότε η σοβαρότητα μιας δικαστικής υπόθεσης μετριέται από τον αριθμό των θεατών;
Η συγκεκριμένη δίκη αφορά 36 κατηγορουμένους και ευθύνες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τη Σύμβαση 717, την εποπτεία του δικτύου, τη μετάταξη του σταθμάρχη, τη λειτουργία του σταθμού Λάρισας και τα μέτρα ασφαλείας στη γραμμή Λάρισα–Νέοι Πόροι.
Η αίθουσα έπρεπε να είναι κατάλληλη για τη μεγαλύτερη ίσως δικαστική διαδικασία των τελευταίων ετών.
Δεν κατασκευάστηκε για να γεμίζει καθημερινά σαν γήπεδο.
Και το γεγονός ότι σε μία δικάσιμο υπάρχουν λιγότεροι θεατές δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα για την ουσία της υπόθεσης.
Και ξαφνικά εξαφανίστηκαν όλα τα πραγματικά ερωτήματα
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι τι δεν συζητά το συγκεκριμένο κείμενο.
Δεν συζητά γιατί ένα επιβατικό τρένο και μια εμπορική αμαξοστοιχία βρέθηκαν στην ίδια γραμμή.
Δεν συζητά γιατί κρίσιμα συστήματα ασφαλείας δεν λειτουργούσαν όπως θα έπρεπε.
Δεν συζητά τις καθυστερήσεις της 717.
Δεν συζητά την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου.
Δεν συζητά τις διοικητικές και εποπτικές ευθύνες που ακριβώς γι’ αυτό αποτελούν αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας.
Αντί γι’ αυτά, έχουμε «σικάτες μάνες», «κβαντικές παιδιάτρους», «μαινάδες», «μπαγλαμάδες», «σκύβαλα» και περιγραφές περί περιττωμάτων στις κάλτσες.
Αυτό δεν είναι τεχνική ανάλυση. Είναι οπαδική εξέδρα.
Και όταν μια συζήτηση αφορά 57 νεκρούς, το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς είναι λίγη περισσότερη σοβαρότητα.
Άλλο η κριτική στις θεωρίες και άλλο η συλλογική απαξίωση
Βεβαίως και πρέπει να ελεγχθούν όλες οι θεωρίες που ακούστηκαν για τα Τέμπη.
Και όσες αποδειχθούν λανθασμένες πρέπει να απορριφθούν.
Χωρίς αστερίσκους.
Εάν κάποιος πραγματογνώμονας έκανε λάθος, να αποδειχθεί.
Εάν κάποιος πολιτικός εκμεταλλεύτηκε την τραγωδία, να κριθεί.
Εάν κάποιος παρουσίασε εικασίες ως βεβαιότητες, να εκτεθεί.
Αλλά ακριβώς το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την απέναντι πλευρά.
Δεν μπορείς να καταγγέλλεις όσους είχαν προδικάσει συγκάλυψη και ταυτόχρονα να προδικάζεις εσύ ότι δεν υπήρξε τίποτε απολύτως μεμπτό.
Αυτό είναι η ίδια ακριβώς μεθοδολογία με διαφορετική φανέλα.
Το πιο αποκαλυπτικό: η δίκη συνεχίζει να ψάχνει
Μόλις χθες, 14 Σεπτεμβρίου, η δικαστική διαδικασία ασχολήθηκε με αίτημα τεχνικού ελέγχου του κατασχεμένου κινητού του σταθμάρχη. Παράλληλα συνεχίστηκαν οι καταθέσεις επιβατών και συγγενών, αρκετοί από τους οποίους αναφέρθηκαν στα προβλήματα του σιδηροδρόμου πριν από τη μοιραία νύχτα.
Αυτό ακριβώς κάνει μια δίκη:
ερευνά.
Δεν επιβεβαιώνει εκ των προτέρων ούτε το αφήγημα της κυβέρνησης ούτε της αντιπολίτευσης ούτε των συγγενών ούτε των σχολιαστών του Facebook.
Και υπάρχει μπροστά μας πολύς δρόμος. Ήδη από τον Ιούλιο δικηγόροι που συμμετέχουν στη διαδικασία προειδοποιούσαν ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού μαρτύρων και παραστάσεων υποστήριξης της κατηγορίας, η δίκη μπορεί να διαρκέσει πολύ.
Για τις εκταφές χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή
Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό «έγινε χαμός για τις εκταφές, εγκρίθηκαν και δεν έγινε ούτε μία».
Αυτό είναι συγκεκριμένος πραγματολογικός ισχυρισμός και δεν πρέπει να τον υιοθετήσουμε ούτε να τον απορρίψουμε χωρίς να δούμε τις δικαστικές αποφάσεις, ποια αιτήματα εγκρίθηκαν, με ποιο αντικείμενο και τι ακολούθησε.
Σε μια υπόθεση σαν αυτή, η δημοσιογραφία δεν μπορεί να λειτουργεί με «θυμάμαι ότι άκουσα».
Χρειάζεται χαρτί.
Το πιο άσχημο όμως είναι αλλού
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί πολιτικά με τη Μαρία Καρυστιανού.
Μπορεί να θεωρεί λανθασμένες ορισμένες τοποθετήσεις συγγενών.
Μπορεί να πιστεύει ότι η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από κόμματα για να πληγεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Όλα αυτά αποτελούν θεμιτές πολιτικές απόψεις.
Αλλά το «σικάτες μάνες» για γυναίκες που έθαψαν τα παιδιά τους δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα.
Ούτε το «διαταραγμένη Μαινάδα».
Ούτε τα «σκύβαλα».
Είναι απλώς χυδαιότητα.
Και το γεγονός ότι κάποιος πιστεύει πως έχει δίκιο στα τεχνικά ζητήματα δεν του δίνει κανένα ηθικό δικαίωμα να μετατρέπει τον πόνο των οικογενειών σε υλικό πολιτικής χλεύης.
Αφήστε, λοιπόν, τη δίκη να γίνει
Αυτό είναι τελικά το παράδοξο.
Όσοι επί χρόνια απαιτούσαν από τους άλλους να περιμένουν τη Δικαιοσύνη, σήμερα εμφανίζονται ανυπόμονοι να ανακηρύξουν νικητές και ηττημένους πριν ολοκληρωθεί καν η αποδεικτική διαδικασία.
Ας καταθέσουν όλοι.
Ας διαβαστούν όλες οι τεχνικές εκθέσεις.
Ας εξεταστούν οι πραγματογνώμονες.
Ας ελεγχθούν τα βίντεο, τα έγγραφα, τα τηλέφωνα, οι συμβάσεις, οι υπηρεσιακές αποφάσεις και κάθε ισχυρισμός.
Και στο τέλος ας αποφασίσει το δικαστήριο.
Γιατί διαφορετικά φτάνουμε στο εξής εκπληκτικό:
καταγγέλλουμε τους άλλους ότι έστησαν “λαϊκό δικαστήριο” και, πριν τελειώσει η πραγματική δίκη, στήνουμε το δικό μας.
Και μάλιστα με απόφαση ήδη γραμμένη.



