Η μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Μια χώρα που πέρασε μια δεκαετία δημοσιονομικής κρίσης, μνημονίων και αποκλεισμού από τις αγορές έχει κάθε λόγο να επιδιώκει μικρότερο χρέος, χαμηλότερο κόστος δανεισμού και μεγαλύτερη αξιοπιστία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτικό συμπέρασμα που συνοδεύει τους αριθμούς προκύπτει αυτομάτως από αυτούς.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να πεις ότι η Ελλάδα μειώνει θεαματικά τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και άλλο ότι αυτή η μείωση έχει ήδη μετατραπεί σε «περισσότερη ευημερία για όλους».
Και ακόμη περισσότερο, άλλο το δημόσιο χρέος και άλλο το προσωπικό χρέος κάθε Έλληνα.
Αν θέλουμε λοιπόν να αξιολογήσουμε αυτή την πράγματι σημαντική οικονομική εξέλιξη, πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα από την πολιτική υπερβολή.
Ναι, η μείωση του χρέους είναι σημαντική
Ας ξεκινήσουμε από αυτό που δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί.
Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι σημαντική για μια οικονομία όπως η ελληνική.
Όσο μειώνεται το χρέος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, τόσο βελτιώνεται η εικόνα της χώρας απέναντι στις αγορές και στους επενδυτές.
Μειώνεται ο δημοσιονομικός κίνδυνος.
Ενισχύεται η πιστοληπτική αξιοπιστία.
Δημιουργούνται καλύτερες προϋποθέσεις χρηματοδότησης.
Και περιορίζεται ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες αβεβαιότητας που ακολουθούσαν την ελληνική οικονομία επί πολλά χρόνια.
Επομένως, θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστεί η αποκλιμάκωση ως κάποιο λογιστικό τέχνασμα χωρίς πραγματική σημασία.
Έχει σημασία. Και μεγάλη.
Αλλά από εδώ και πέρα αρχίζουν οι αναγκαίες διευκρινίσεις.
Το χρέος δεν «μειώθηκε κατά το 1/3» με τον τρόπο που ίσως καταλαβαίνει ο πολίτης
Όταν ένας πολίτης ακούει ότι «το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά το ένα τρίτο», είναι πολύ πιθανό να καταλάβει ότι η Ελλάδα χρωστούσε, για παράδειγμα, 300 δισ. και τώρα χρωστά περίπου 200.
Δεν είναι αυτό που περιγράφει η μεγάλη αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών.
Η εντυπωσιακή μείωση αφορά πρωτίστως τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ.
Και αυτό είναι διαφορετικό.
Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι κλάσμα:
Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ.
Μπορεί λοιπόν να μειωθεί με δύο τρόπους.
Να μειωθεί ο αριθμητής, δηλαδή το ονομαστικό χρέος.
Ή να αυξηθεί ο παρονομαστής, δηλαδή το ονομαστικό ΑΕΠ.
Στην ελληνική περίπτωση έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο η ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ μετά την πανδημία, η οποία προήλθε τόσο από την πραγματική ανάπτυξη όσο και από τον πληθωρισμό.
Αυτό δεν ακυρώνει το αποτέλεσμα.
Αλλά είναι απαραίτητο να το γνωρίζουμε για να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς μειώθηκε.
Ο πληθωρισμός που πιέζει το νοικοκυριό βοηθά ταυτόχρονα τον δείκτη του χρέους
Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της οικονομικής πραγματικότητας.
Ο πληθωρισμός που τα προηγούμενα χρόνια έκανε ακριβότερα τα τρόφιμα, τη στέγη, την ενέργεια και τις υπηρεσίες συνέβαλε παράλληλα στην ταχύτερη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
Και όταν αυξάνεται ο παρονομαστής, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται.
Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους οφείλεται μόνο στον πληθωρισμό.
Θα ήταν εξίσου παραπλανητικό.
Η ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα, η δημοσιονομική διαχείριση και οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν ουσιαστική συμβολή.
Αλλά πρέπει να βλέπουμε ολόκληρη την εικόνα.
Γιατί διαφορετικά δημιουργείται ένα παράδοξο:
Ο ίδιος πολίτης που βλέπει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του να πιέζεται από το κόστος ζωής ακούει ταυτόχρονα ότι η αύξηση του ονομαστικού μεγέθους της οικονομίας αποτελεί απόδειξη μεγαλύτερης οικονομικής ευημερίας.
Δεν είναι τόσο απλό.
«Όταν χρωστά η χώρα, χρωστούν οι πολίτες της»;
Πρόκειται για πολιτικά ισχυρή φράση.
Οικονομικά όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Το δημόσιο χρέος δεν λειτουργεί όπως ένα στεγαστικό ή ένα καταναλωτικό δάνειο.
Ο πολίτης δεν διαθέτει προσωπικό λογαριασμό με το μερίδιό του από το δημόσιο χρέος.
Ένα κράτος έχει διάρκεια ζωής διαφορετική από αυτή ενός φυσικού προσώπου, αναχρηματοδοτεί το χρέος του, εκδίδει νέα ομόλογα, εισπράττει φόρους και διαθέτει μια οικονομία που παράγει συνεχώς εισόδημα.
Φυσικά, το δημόσιο χρέος αφορά τον πολίτη.
Ένα υπερχρεωμένο κράτος μπορεί να χρειάζεται υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, να έχει λιγότερα περιθώρια για κοινωνική πολιτική ή επενδύσεις και να είναι περισσότερο ευάλωτο στις κρίσεις.
Αυτό το έζησε η Ελλάδα με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο.
Αλλά το να μεταφράζουμε το δημόσιο χρέος περίπου σαν προσωπικό χρέος που περνά από γονέα σε παιδί είναι περισσότερο πολιτική μεταφορά παρά ακριβής περιγραφή της λειτουργίας των δημόσιων οικονομικών.
Και η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει πολύ μεγάλο χρέος
Υπάρχει επίσης ένας κίνδυνος όταν πανηγυρίζουμε την ταχύτητα της αποκλιμάκωσης.
Να ξεχνάμε από πού ξεκινήσαμε.
Η Ελλάδα έφτασε σε εξαιρετικά υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ.
Επομένως, μπορεί ταυτόχρονα να ισχύουν δύο πράγματα:
να πραγματοποιεί εντυπωσιακή αποκλιμάκωση και να εξακολουθεί να διαθέτει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος.
Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Γι’ αυτό και η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί.
Όχι όμως για να κερδηθεί ένας επικοινωνιακός διαγωνισμός για το ποια χώρα βρίσκεται πάνω ή κάτω από την Ελλάδα σε μια συγκεκριμένη χρονιά.
Αλλά για να αποκτήσει η χώρα πραγματικά μεγαλύτερα περιθώρια αντίδρασης στην επόμενη κρίση.
Οι πρόωρες αποπληρωμές είναι θετικές – αλλά πρέπει να εξετάζεται και η εναλλακτική χρήση των χρημάτων
Υπάρχει ακόμη ένα ενδιαφέρον οικονομικό ερώτημα γύρω από τις πρόωρες αποπληρωμές.
Αν το Δημόσιο διαθέτει σημαντική ρευστότητα, πρέπει να αποφασίσει τι είναι περισσότερο συμφέρον:
να αποπληρώσει νωρίτερα μέρος του χρέους;
Να διατηρήσει τα χρήματα ως ταμειακό απόθεμα;
Να τα χρησιμοποιήσει για δημόσιες επενδύσεις;
Ή να μειώσει φορολογικά βάρη;
Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλες τις περιπτώσεις.
Εξαρτάται από το επιτόκιο του χρέους που αποπληρώνεται, τη λήξη του, το κόστος αναχρηματοδότησης και την απόδοση που θα μπορούσε να έχει μια διαφορετική χρήση των ίδιων κεφαλαίων.
Επομένως, το «αποπληρώνουμε χρέος νωρίτερα» δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως αυταπόδεικτη βέλτιστη επιλογή.
Πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά το οικονομικό όφελος.
Από το φθηνότερο κράτος στο φθηνότερο δάνειο του πολίτη υπάρχει απόσταση
Ένα ακόμη επιχείρημα είναι ότι η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας οδηγεί σε καλύτερους όρους χρηματοδότησης κράτους και επιχειρήσεων.
Σε γενικές γραμμές αυτό είναι σωστό.
Μια χώρα χαμηλότερου κινδύνου δημιουργεί καλύτερο χρηματοδοτικό περιβάλλον.
Όμως ο πολίτης δικαιολογημένα θα ρωτήσει:
Πότε αυτή η επιτυχία θα εμφανιστεί στον δικό μου λογαριασμό;
Στο στεγαστικό;
Στο επιχειρηματικό δάνειο;
Στο διαθέσιμο εισόδημα;
Στη φορολογία;
Στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών;
Εκεί βρίσκεται το επόμενο επίπεδο της συζήτησης.
Γιατί ο τελικός στόχος μιας οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι απλώς ένα χαμηλότερο ποσοστό σε έναν πίνακα.
«Περισσότερη ευημερία για όλους» είναι το σημείο όπου η οικονομία συναντά την πολιτική
Η φράση «και τελικά περισσότερη ευημερία για όλους» είναι ίσως το πιο φιλόδοξο μέρος του κυβερνητικού αφηγήματος.
Γιατί αυτό δεν αποδεικνύεται μόνο από το δημόσιο χρέος.
Η ευημερία μετριέται και αλλού.
Στους πραγματικούς μισθούς.
Στην αγοραστική δύναμη.
Στο κόστος στέγασης.
Στην πρόσβαση στην υγεία.
Στην ποιότητα της εκπαίδευσης.
Στη φορολογική επιβάρυνση.
Στη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να δημιουργήσει οικογένεια.
Στην παραγωγικότητα.
Στις επενδύσεις.
Στην ποιότητα και στις αμοιβές της εργασίας.
Στην κοινωνική κινητικότητα.
Μπορεί μια χώρα να βελτιώνει θεαματικά τους δημοσιονομικούς της δείκτες και ταυτόχρονα ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας να μη νιώθει αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά του.
Δεν υπάρχει αντίφαση.
Υπάρχει απλώς διαφορά μεταξύ μακροοικονομικής σταθερότητας και ατομικής ευημερίας.
Η μεγάλη επιτυχία θα είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής προόδου σε καλύτερη ζωή
Και εδώ ίσως βρίσκεται η δικαιότερη αξιολόγηση.
Η μεγάλη αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους δεν πρέπει να υποτιμηθεί επειδή προέρχεται από μια κυβέρνηση την οποία κάποιος μπορεί να υποστηρίζει ή να αντιπολιτεύεται.
Είναι θετική εξέλιξη για τη χώρα.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει αξία.
Η πρόωρη αποπληρωμή ακριβότερου χρέους μπορεί να έχει αξία.
Η βελτίωση των όρων δανεισμού έχει αξία.
Η απομάκρυνση της Ελλάδας από την εικόνα της χώρας που βρίσκεται μονίμως ένα βήμα πριν από μια δημοσιονομική κρίση έχει τεράστια αξία.
Αλλά ακριβώς επειδή πρόκειται για πραγματικό επίτευγμα, δεν χρειάζεται επικοινωνιακή υπερβολή.
Δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται σαν να εξαφανίστηκε το δημόσιο χρέος.
Δεν χρειάζεται να συγχέεται με το προσωπικό χρέος των πολιτών.
Και κυρίως δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι η ευημερία έχει ήδη φτάσει σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Το επόμενο στοίχημα είναι πολύ δυσκολότερο.
Να μετατραπεί η δημοσιονομική αξιοπιστία σε περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις.
Σε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς.
Σε χαμηλότερα φορολογικά βάρη όπου υπάρχει περιθώριο.
Σε καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες.
Σε μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα.
Σε περισσότερες ευκαιρίες για τη νέα γενιά.
Γιατί ο πολίτης δεν ζει μέσα στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.
Ζει με τον μισθό του, πληρώνει το ενοίκιο ή το στεγαστικό του, αγοράζει τρόφιμα, πληρώνει ενέργεια και φόρους και προσπαθεί να δημιουργήσει μια καλύτερη ζωή.
Η μείωση του δημόσιου χρέους είναι μια σημαντική εθνική επιτυχία όταν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για όλα αυτά.
Η πραγματική ολοκλήρωση αυτής της επιτυχίας, όμως, θα έρθει όταν η βελτίωση που σήμερα καταγράφεται στους δημοσιονομικούς πίνακες γίνει εξίσου ευδιάκριτη και στο πορτοφόλι του πολίτη.



