Υπάρχουν πολιτικά παρασκήνια που μεταφέρουν πληροφορίες και υπάρχουν πολιτικά παρασκήνια που χρησιμοποιούν ορισμένους αριθμούς ως αφετηρία για να οδηγήσουν τον αναγνώστη σε ένα ήδη αποφασισμένο συμπέρασμα.
Η συγκεκριμένη «διαρροή» για την πρώτη φθινοπωρινή δημοσκόπηση έχει ενδιαφέρον. Κυρίως όμως έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται.
Γιατί, αν πάρουμε ως δεδομένα τα ποσοστά που μεταφέρονται —με τη σημαντική επιφύλαξη του ίδιου του συντάκτη ότι «ακριβώς τα νούμερα μπορεί να μην είναι»— η εικόνα απέχει αρκετά από το πολιτικό αφήγημα που επιχειρείται να χτιστεί γύρω τους.
Και ειδικά στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, η ανάλυση εγκαταλείπει κάποια στιγμή τους αριθμούς και περνά σε χαρακτηρισμούς περί «ομοφοβίας», «ακροδεξιάς» και ενός υποτιθέμενου κόμματος με σύνθημα εναντίον των gay.
Εκεί δεν έχουμε πλέον ανάλυση δημοσκόπησης. Έχουμε πολιτική κατασκευή.
Πρώτα απ’ όλα: ΝΔ 26,8% δεν είναι λόγος για πανηγυρισμούς
Σύμφωνα με όσα μεταφέρονται, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 26,8% στην πρόθεση ψήφου και περίπου στο 30% στην εκτίμηση.
Μάλιστα παρουσιάζεται ως θετικό στοιχείο ότι βρίσκεται περίπου μία μονάδα πάνω από την αντίστοιχη περσινή μέτρηση πριν από τη ΔΕΘ.
Θετικό μπορεί να θεωρείται στο Μέγαρο Μαξίμου.
Αλλά υπάρχει και η μεγάλη εικόνα.
Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εθνικές εκλογές του 2023 με 40,56%.
Επομένως ένα 26,8% στην πρόθεση ψήφου δεν περιγράφει μια κυβέρνηση που έχει ανακτήσει την εκλογική της δύναμη.
Περιγράφει ένα κυβερνών κόμμα που εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από την τελευταία εθνική εκλογική του επίδοση.
Το ότι μπορεί να βρίσκεται λίγο καλύτερα από πέρυσι είναι πολιτικά σημαντικό.
Δεν μετατρέπει όμως το 26,8% σε θρίαμβο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η «γκρίζα ζώνη»
Μας πληροφορούν επίσης ότι οι αναποφάσιστοι αυξήθηκαν κατά 3-4 μονάδες.
Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της μέτρησης.
Γιατί δείχνει ότι ένα μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας δεν βρίσκει αυτή τη στιγμή πολιτική έκφραση.
Και αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά καλό νέο για την κυβέρνηση.
Ούτε για τον Τσίπρα.
Ούτε για το ΠΑΣΟΚ.
Αποτελεί ένδειξη ενός πολιτικού συστήματος μέσα στο οποίο σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων εξακολουθεί να ψάχνει πού θα πάει.
Γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η εκτίμηση ψήφου χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ένα κόμμα «κρατάει».
Η εκτίμηση προκύπτει αφού γίνει αναγωγή.
Ο πραγματικός αναποφάσιστος πολίτης όμως δεν έχει ακόμη ψηφίσει κανέναν.
Ο Τσίπρας πέφτει; Εφόσον ισχύουν τα στοιχεία, ναι
Εδώ δεν χρειάζεται να χαριστούμε σε κανέναν.
Εάν πράγματι η ίδια εταιρεία κατέγραφε τον Αλέξη Τσίπρα στο 14,8% τον Ιούλιο και τώρα τον εμφανίζει στο 13,2%, υπάρχει πτώση.
Και εάν η καταλληλότητά του για πρωθυπουργός υποχώρησε από 15% σε 12%, είναι επίσης αρνητική ένδειξη.
Αυτά είναι δεδομένα που αξίζουν πολιτική ανάλυση.
Αλλά ακόμη και εδώ εμφανίζεται ένα περίεργο άλμα.
Από τα ποσοτικά στοιχεία περνάμε στα focus groups και πληροφορούμαστε ότι οι πολίτες θεωρούν «αλαζονικό» το ύφος του.
Ποιοι πολίτες;
Πόσα focus groups έγιναν;
Με ποια σύνθεση;
Ποια ακριβώς ερώτηση τέθηκε;
Πόσο συχνά εμφανίστηκε αυτή η αντίληψη;
Χωρίς τη δημοσιευμένη έρευνα και τη μεθοδολογία της, τέτοιες πληροφορίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεταφερόμενες εντυπώσεις, όχι ως αδιαμφισβήτητο δημοσκοπικό εύρημα.
Και μετά εμφανίζεται ο Σαμαράς
Εδώ αρχίζουν τα πραγματικά ενδιαφέροντα.
Το υποθετικό κόμμα Σαμαρά εμφανίζεται, σύμφωνα πάντα με τη συγκεκριμένη πληροφόρηση, κοντά στο 5%.
Και αμέσως επιχειρείται να υποβαθμιστεί η σημασία του επειδή, όπως αναφέρεται, αφαιρεί ελάχιστα από τη σημερινή ΝΔ.
Μόλις 0,2-0,3 μονάδες διαφορά, μας λένε.
Ας υποθέσουμε ότι είναι απολύτως σωστό.
Αυτό αποδεικνύει ότι ο Σαμαράς δεν μπορεί να δημιουργήσει κόμμα;
Όχι.
Αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει χώρος;
Το αντίθετο.
Ένα κόμμα που δεν υπάρχει ακόμη εμφανίζεται στο 5%.
Και μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, αντλεί ψηφοφόρους από διαφορετικές δεξαμενές της δεξιάς και μικρότερα ποσοστά από άλλους χώρους.
Αυτό πολιτικά είναι είδηση.
Και υπάρχει ένα μαθηματικό σημείο που θέλει προσοχή
Αναφέρεται ότι από τους σημερινούς ψηφοφόρους της ΝΔ προς τον Σαμαρά μπορεί να κινηθεί «0,4% ή λιγότερο».
Τι σημαίνει ακριβώς αυτό;
0,4 ποσοστιαίες μονάδες επί του συνολικού εκλογικού σώματος ή 0,4% των σημερινών ψηφοφόρων της ΝΔ;
Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Αντίστοιχα αναφέρεται ότι από όσους απομακρύνθηκαν από τη ΝΔ μετά το 2023 —μια δεξαμενή που υπολογίζεται σε 10%-11%— μπορεί να πάρει ο Σαμαράς 2%.
Πάλι χρειάζεται διευκρίνιση:
2 ποσοστιαίες μονάδες στο σύνολο ή 2% αυτής της ομάδας;
Όταν μεταφέρονται ανεπίσημα δημοσκοπικά στοιχεία, αυτές οι λεπτομέρειες είναι κρίσιμες.
Διαφορετικά δημιουργούνται εντυπώσεις με αριθμούς που δεν γνωρίζουμε καν ποιον παρονομαστή έχουν.
Από το 5% φτάσαμε ξαφνικά στην… ομοφοβία
Και εδώ η πολιτική ανάλυση εκτροχιάζεται.
Από την υπόθεση του ΕΟΠΥΥ και την κριτική του Αντώνη Σαμαρά στην κυβέρνηση εξάγεται περίπου το συμπέρασμα ότι το υποθετικό νέο κόμμα μπορεί να έχει ως έμβλημα την ομοφοβία.
Αυτό είναι τεράστιο λογικό άλμα.
Άλλο να ασκεί κάποιος κριτική στις επιλογές «Άρρεν», «Θήλυ», «Άλλο», «Ακαθόριστο».
Άλλο να αντιτίθεται σε πολιτικές που ο ίδιος χαρακτηρίζει «woke».
Άλλο να έχει συγκεκριμένες συντηρητικές θέσεις για την οικογένεια και τον γάμο.
Και εντελώς διαφορετικό πράγμα η εχθρότητα απέναντι στους ομοφυλόφιλους ανθρώπους.
Δεν μπορούν όλα να μπαίνουν στο ίδιο πολιτικό μπλέντερ ώστε στο τέλος να βγαίνει η ταμπέλα που εξυπηρετεί περισσότερο.
Η κριτική σε μια κρατική επιλογή δεν είναι επίθεση σε ανθρώπους
Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο.
Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί έντονα με τον Αντώνη Σαμαρά.
Μπορεί να θεωρεί ξεπερασμένες τις απόψεις του.
Μπορεί να θεωρεί ότι επιχειρεί να καταλάβει έναν συντηρητικό πολιτικό χώρο.
Όλα θεμιτά.
Αλλά εάν θέλουμε να του αποδώσουμε ως πολιτικό «έμβλημα» την ομοφοβία, απαιτούνται πολύ σοβαρότερα στοιχεία από μία ανακοίνωση για μια πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ.
Πολύ περισσότερο όταν ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τις συγκεκριμένες επιλογές λάθος και διέταξε την αλλαγή τους.
Δηλαδή έχουμε φτάσει στο παράδοξο:
Ο Σαμαράς επικρίνει κάτι.
Ο Γεωργιάδης λέει ότι αυτό ήταν λάθος και το διορθώνει.
Και στη συνέχεια η κριτική Σαμαρά χρησιμοποιείται ως τεκμήριο ότι σχεδιάζει κόμμα με «έμβλημα την ομοφοβία».
Η λογική αλυσίδα απλώς δεν στέκει.
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα είναι διαφορετικό
Βεβαίως ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί εδώ και καιρό να διαφοροποιηθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε ζητήματα ταυτότητας, οικογένειας, μεταναστευτικού, εξωτερικής πολιτικής και φυσιογνωμίας της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό είναι πολιτικά ορατό.
Και εάν δημιουργήσει νέο κόμμα, είναι απολύτως λογικό ότι θα επιχειρήσει να απευθυνθεί κυρίως σε ένα περισσότερο συντηρητικό ακροατήριο.
Αυτό όμως λέγεται πολιτική τοποθέτηση.
Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι στήνεται κόμμα πάνω στο μίσος εναντίον μιας κοινωνικής ομάδας.
Αν προκύψουν τέτοια στοιχεία, τότε να γίνει η αντίστοιχη κριτική.
Όχι προκαταβολικά.
Και το 5% δεν είναι ακριβώς αμελητέο
Υπάρχει τέλος μια πολιτική αντίφαση που δύσκολα κρύβεται.
Από τη μία επιχειρείται να παρουσιαστεί ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά περίπου ως περιθωριακή ιστορία που ελάχιστα επηρεάζει τη ΝΔ.
Από την άλλη αφιερώνεται τεράστιος πολιτικός και δημοσιογραφικός χώρος στο τι θα κάνει, ποιους θα πάρει, τι θα πει, ποια ατζέντα θα ακολουθήσει και με ποιον θα συγκρουστεί.
Αν ήταν τόσο αδιάφορο, πιθανότατα δεν θα προκαλούσε τέτοια κινητικότητα.
Και υπάρχει ένας ακόμη απλός αριθμός:
5%.
Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, ένα νέο κόμμα στο 5% δεν είναι αμελητέο.
Μπορεί να μη ρίξει τη ΝΔ.
Μπορεί να μη γίνει ποτέ.
Μπορεί όταν ιδρυθεί —εάν ιδρυθεί— να πάρει λιγότερο.
Μπορεί να πάρει περισσότερο.
Αυτό θα το δείξουν οι πραγματικές δημοσκοπήσεις και τελικά η κάλπη.
Αλλά το να παρουσιάζεται ένα υποθετικό 5% περίπου ως αδιάφορο και ταυτόχρονα να επιχειρείται η πολιτική δαιμονοποίηση του φορέα που υποτίθεται ότι θα το συγκεντρώσει είναι τουλάχιστον αντιφατικό.
Δημοσκοπήσεις με στοιχεία, όχι πολιτικές ετικέτες
Υπάρχει και κάτι τελευταίο που δεν πρέπει να προσπεράσουμε.
Ο ίδιος ο συντάκτης μάς προειδοποιεί ότι δεν διαθέτει την έρευνα, ότι τα ακριβή νούμερα μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτά και ότι μεταφέρει πληροφορίες.
Άρα απαιτείται διπλή επιφύλαξη.
Μέχρι να δημοσιευτεί η έρευνα, να γνωρίζουμε εταιρεία, δείγμα, ημερομηνίες πεδίου, ερωτήσεις, αναγωγές και πλήρεις πίνακες, έχουμε μια δημοσιογραφική διαρροή δημοσκοπικών στοιχείων.
Τίποτε περισσότερο.
Και πάνω σε αυτή τη διαρροή επιχειρείται ήδη να οικοδομηθεί ολόκληρη θεωρία για το ποιος ανεβαίνει, ποιος τελειώνει, ποιος είναι αλαζόνας και ποιος ετοιμάζει περίπου ένα κόμμα «ομοφοβίας».
Είναι υπερβολικά πολλά συμπεράσματα για στοιχεία που ο ίδιος ο άνθρωπος που τα δημοσιοποιεί παραδέχεται ότι μπορεί να μην είναι απολύτως ακριβή.
Ας δημοσιευτεί πρώτα η δημοσκόπηση.
Και μετά μπορούμε να συζητήσουμε σοβαρά για το 26,8% της ΝΔ, το 13,2% του Τσίπρα, το 5% του Σαμαρά και οτιδήποτε άλλο πραγματικά μέτρησε.
Γιατί οι δημοσκοπήσεις είναι εργαλεία μέτρησης της κοινής γνώμης.
Δεν είναι λευκό χαρτί πάνω στο οποίο γράφουμε το πολιτικό συμπέρασμα που έχουμε ήδη αποφασίσει.



