«… Σπαθί κι Αίμα, Σταυρός κι Ημισέληνος: τα τέσσερα πρωταρχικά στοιχεία που κυριάρχησαν στην αναμέτρηση αυτή που δίκαια χαρακτηρίζεται Αρμαγεδών και είναι η 13η σταυροφορία, η οποία με ιερότητα και θυσία κλείνει τον μεγάλο ιπποτικό κύκλο. Ο δον Χουάν σωστά χαρακτηρίσθηκε ως «ο τελευταίος ιππότης», ο δε Μουεζιν-ζαντέ Αλή πασάς, ο καπουδάν του οθωμανικού στόλου, είναι ο τελευταίος μεγάλος ναύαρχος που πολέμησε γενναία και ηρωικά με τόξο και γιαταγάνι. Από όσο γνωρίζω ήταν η μεγαλύτερη πολεμική επιχείρηση, με τις περισσότερες –αριθμητικά- δυνάμεις, στον μικρότερο δυνατόν χρόνο (περίπου 4 ώρες), με την εμπλοκή όλων τότε των λαών Ευρώπης, Β. Αφρικής και Ανατολίας και με τις περισσότερες απώλειες ψυχών (περίπου 40.000) βάσει των τότε σύγχρονων της εποχής (16ος αι.) οπλικών συστημάτων.
… Εύχομαι το νησί μου με πρωτεργάτες την Εκκλησία και τον Δήμο Σάμης και Αργοστολίου, αλλά κι ευρύτερα την Περιφέρεια Ι. Νήσων (με Κέρκυρα και Ζάκυνθο), καθώς και η Κρήτη ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουν δυναμικά κι ενεργά, κάποια στιγμή, τη σημαντική συνεισφορά τους στην Ναυμαχία. Ειδικά όμως, επειδή η Σάμη, η τότε Βαλ ντ’ Αλεσσάντρια των χαρτών και των αρχείων, ήταν κομβικό σημείο – σταθμός τόσο πριν την συγκλονιστική αναμέτρηση αυτή των δυο κόσμων, όσο και μετά, με την επιστροφή και παραμονή εκεί για περισσότερο από δέκα τουλάχιστον ημέρες του ονομαστού Βενετού ναυάρχου Sebastiano Venier, για αυτό μιλώ ειδικά για την Κεφαλλονιά.
… Το 2021 είναι έτος-σταθμός για την Ναυμαχία (του κόλπου) της Ναυπάκτου καθώς κλείνουν 450 χρόνια. Πολυτίμητο θα είναι οι Εκκλησίες να συνδιοργανώσουν τελετή – μνημόσυνο σε ανάμνηση των χιλιάδων νεκρών: η Ρωμαιοκαθολική, η Μουσουλμανική, η Ορθόδοξη.
Κι όλες οι –σήμερα- κρατικές οντότητες που έπαιξαν τότε ρόλο (Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία, Ελλάδα, Αλβανία, κράτη της Β. Αφρικής, Κροατία, Σερβία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κύπρος -κι άλλοι λαοί) να υψώσουν από κοινού Μνημείο Αιώνιας Συγνώμης προς τους νεκρούς –επώνυμους ήρωες, κι ανώνυμους ναυτικούς και πολεμιστές, αλλά και τους τραγικούς κωπηλάτες που οδηγήθηκαν αλυσοδεμένοι και φλεγόμενοι ζωντανοί στον βυθό-, χωρίς καμμιά διάκριση, θρησκευτική ή φυλετική, Ανατολής ή Δύσης, εκεί, στην άκρη του ακρωτηρίου της Σκρόφας που τότε ήταν θέατρο ξένων κατακτητών, εκεί όπου πραγματικά οι θρόνοι των ισχυρών τού τότε κόσμου έπαιξαν το τραγικό και ματωμένο «παιγνίδι» τους.
Παράλληλα θεωρώ επιβεβλημένη την ανέγερση στην Κεφαλλονιά, και δη στη Σάμη -ως τόπο έχοντα αμεσότατη σχέση με την Ναυμαχία- μνημείου γονυκλισίας. Αυτό το προτείνω ως ιερό καθήκον όλων μας, γιατί δεν φύονται άνθη, κι ούτε ανάβονται καντήλια στον τάφο των πνιγμένων. Κι ένα στεφάνι μνήμης, τιμής κι ευγνωμοσύνης να ριχθεί στη θάλασσα ως εξιλαστήρια προσφορά αιώνων».

(Μέρος της εισαγωγής τού υπό έκδοση ιστορικού μυθιστορήματός μου με τίτλο: «Στους θρόνους της Αποκάλυψης»).
Ευρυδίκη Λειβαδά