Υπάρχουν φορές που μια δημόσια χρηματοδότηση εγκρίνεται.
Υπάρχουν φορές που απορρίπτεται.
Αυτό συμβαίνει καθημερινά.
Κανένα Φεστιβάλ, κανένας πολιτιστικός φορέας και κανένας διοργανωτής δεν μπορεί να θεωρεί ότι έχει εκ των προτέρων εξασφαλισμένη την οικονομική ενίσχυση του κράτους.
Υπάρχει όμως και κάτι εντελώς διαφορετικό.
Να οργανώνεις επί μήνες ένα διεθνές Φεστιβάλ, να προσκαλείς καλλιτέχνες, να κλείνεις μετακινήσεις, φιλοξενίες και δράσεις, να δημιουργείς έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό και λίγες ημέρες πριν ανοίξει η αυλαία να πληροφορείσαι ότι χρήματα στα οποία υπολόγιζες τελικά δεν θα έρθουν.
Αν τα πράγματα έγιναν όπως τα περιέγραψε δημόσια ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Κύματα» Μαρίνος Σκλαβουνάκης, τότε έχουμε ένα σοβαρό θέμα.
Και το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό.
Είναι πρωτίστως θεσμικό.
Το Υπουργείο έχει κάθε δικαίωμα να πει «όχι» – αλλά πότε;
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή.
Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν είναι υποχρεωμένο να χρηματοδοτεί κάθε πολιτιστική διοργάνωση που ζητά χρήματα.
Υπάρχουν κριτήρια.
Υπάρχουν επιτροπές.
Υπάρχουν συγκεκριμένοι διαθέσιμοι πόροι.
Κάποιοι χρηματοδοτούνται και κάποιοι όχι.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Εκείνο όμως που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό είναι, σύμφωνα πάντα με όσα υποστήριξε ο Μαρίνος Σκλαβουνάκης, η αρνητική ενημέρωση να φτάνει στις 8 Αυγούστου, όταν το Φεστιβάλ πρόκειται να πραγματοποιηθεί από τις 21 έως τις 30 Αυγούστου.
Δηλαδή σχεδόν την τελευταία στιγμή.
Εκεί δεν μιλάμε πλέον απλώς για μια απόφαση χρηματοδότησης.
Μιλάμε για στοιχειώδη θεσμική αξιοπιστία.
Ένα Φεστιβάλ δεν οργανώνεται σε δέκα ημέρες
Αυτό ίσως δεν γίνεται αντιληπτό από ένα υπουργικό γραφείο στην Αθήνα.
Ένα διεθνές Φεστιβάλ δεν είναι ένα τοπικό πανηγύρι που οργανώνεται μέσα σε μία εβδομάδα.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν δεσμεύσει ημερομηνίες.
Καλλιτέχνες.
Σκηνοθέτες.
Ηθοποιοί.
Μουσικοί.
Τεχνικοί.
Υπάρχουν αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια.
Υπάρχουν φιλοξενίες.
Υπάρχει εξοπλισμός.
Υπάρχουν παραγωγές.
Υπάρχουν συμφωνίες.
Και πάνω απ’ όλα υπάρχει η αξιοπιστία της ίδιας της διοργάνωσης απέναντι στους ανθρώπους που έχει προσκαλέσει.
Γι’ αυτό έχει απόλυτη βάση η φράση του Μαρίνου Σκλαβουνάκη:
«Πρέπει να υπάρχει ένας σεβασμός».
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο:
«Γιατί δεν δώσατε τα χρήματα;»
Το πρόβλημα είναι:
«Γιατί το ξεκαθαρίσατε τόσο αργά;»
Και υπάρχει μια αντίφαση που χρειάζεται εξήγηση
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν κοιτάξει κανείς προς τα πίσω.
Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν ανακάλυψε φέτος τα «Κύματα».
Το Φεστιβάλ έχει χρηματοδοτηθεί από το Υπουργείο στο παρελθόν.
Και ακόμη σημαντικότερο:
το 2025, στα επίσημα αποτελέσματα του Υπουργείου Πολιτισμού για τις επιχορηγήσεις πολυθεματικών δράσεων και Φεστιβάλ, συναντάμε ξεκάθαρα:
«4ο Διεθνές Κινηματογραφικό και Πολυθεματικό Φεστιβάλ ΚΥΜΑΤΑ 2025».
Και δίπλα:
16.000 ευρώ.
Μαζί με αιγίδα.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Γιατί σύμφωνα με όσα μεταφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής, φέτος η αιτιολογία ήταν ότι θα μπορούσε να αναζητηθεί χρηματοδότηση μέσω του ΕΚΟΜΕΔ.
Όμως το ίδιο το Υπουργείο μόλις έναν χρόνο πριν είχε χαρακτηρίσει επίσημα τα «Κύματα» όχι απλώς κινηματογραφικό αλλά «Κινηματογραφικό και Πολυθεματικό Φεστιβάλ».
Άρα προκύπτει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:
Τι άλλαξε μέσα σε έναν χρόνο;
Και μετά έχουμε τη Βουλή
Ακόμη πιο περίεργη είναι η υπόθεση που περιγράφεται σχετικά με τη Βουλή των Ελλήνων.
Σύμφωνα με τον Μαρίνο Σκλαβουνάκη, επί μήνες υπήρχαν προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα υπάρξει οικονομική ενίσχυση.
Τελικά η χρηματοδότηση δεν ήρθε.
Και όπως υποστηρίζει, η εξήγηση που του δόθηκε ήταν ότι είχαν διατεθεί 50.000 ευρώ στο Νοσοκομείο Αργοστολίου.
Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η χρηματοδότηση ενός Νοσοκομείου είναι αυτονόητα θετική.
Και φυσικά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα υποστηρίξει ότι ένα Φεστιβάλ πρέπει να πάρει χρήματα αντί για ένα Νοσοκομείο.
Αυτό όμως δεν είναι το πραγματικό ερώτημα.
Το ερώτημα είναι:
Γιατί συνδέονται τα δύο;
Υγεία και Πολιτισμός δεν είναι ανταγωνιστικά προϊόντα στο ράφι ενός σούπερ μάρκετ.
Και κυρίως, εάν επί μήνες πράγματι υπήρχαν διαβεβαιώσεις προς τη διοργάνωση, γιατί δεν ειπώθηκε εγκαίρως:
«Δεν μπορούμε να σας χρηματοδοτήσουμε»;
Αυτό θα ήταν καθαρό.
Θα ήταν έντιμο.
Και θα επέτρεπε στους διοργανωτές να αναζητήσουν εγκαίρως άλλους πόρους.
Και τώρα το δύσκολο ερώτημα: υπάρχει πολιτική πίσω από την απόφαση;
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Γιατί είναι πολύ εύκολο να κατασκευάσουμε ένα ωραίο πολιτικό σενάριο.
Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας από τη μία.
Ένα Φεστιβάλ με καλλιτέχνες, δημιουργούς και επιλογές που αρκετοί θα μπορούσαν να τοποθετήσουν στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο από την άλλη.
Και μετά να ενώσουμε μόνοι μας τις τελείες.
Δεν έχουμε στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.
Και πρέπει να το γράψουμε καθαρά.
Δεν βρήκα δημόσιο έγγραφο, δήλωση ή άλλη αξιόπιστη πληροφορία που να αποδεικνύει ότι η χρηματοδότηση των «Κυμάτων» κόπηκε επειδή κάποιο κυβερνητικό κέντρο θεωρεί το Φεστιβάλ «αριστερό».
Άρα δεν μπορούμε να το παρουσιάσουμε ως γεγονός.
Μπορούμε όμως να κάνουμε ερωτήσεις.
Και υπάρχουν λόγοι για να γίνουν.
Τα «Κύματα» δεν είναι ακριβώς ένα απολιτίκ Φεστιβάλ
Ο ίδιος ο Μαρίνος Σκλαβουνάκης έχει περιγράψει δημόσια τη φιλοσοφία του Φεστιβάλ με τρόπο που δεν κρύβει ότι αντιλαμβάνεται την τέχνη και ως χώρο κοινωνικού και πολιτικού διαλόγου.
Έχει μιλήσει για κινηματογράφο που πρέπει να προβληματίζει, να δημιουργεί ερωτήματα και ακόμη και «εσωτερικές συγκρούσεις».
Και έχει χαρακτηρίσει τη συλλογική παρακολούθηση και συζήτηση μιας ταινίας πολιτική πράξη με την ευρύτερη έννοια.
Αυτό όμως απέχει πολύ από το να χαρακτηρίσουμε το Φεστιβάλ κομματικό.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Πολιτική τέχνη δεν σημαίνει κομματική τέχνη.
Ένα Φεστιβάλ μπορεί να είναι κοινωνικά ανήσυχο, αντισυμβατικό, προοδευτικό ή κριτικό απέναντι στην εξουσία χωρίς να αποτελεί παράρτημα οποιουδήποτε κόμματος.
Ναι, υπάρχουν επιλογές που κάποιοι θα χαρακτήριζαν «αριστερόστροφες»
Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας.
Το 2025 τα «Κύματα» επέλεξαν τον ΛΕΞ ως μέλος της κριτικής επιτροπής.
Παρουσίασαν επίσης το making-of της «Σπασμένης Φλέβας» του Γιάννη Οικονομίδη και το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ.
Στο παρελθόν έχουν φιλοξενήσει δημιουργούς και καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Αγγελάκας, ο Γιάννης Οικονομίδης και η Εύα Στεφανή.
Υπάρχει αναμφίβολα μια καλλιτεχνική ταυτότητα που δεν θυμίζει ένα αποστειρωμένο, «ασφαλές» πολιτιστικό προϊόν.
Και ευτυχώς.
Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης ενός Φεστιβάλ.
Να έχει ταυτότητα.
Όχι να προσπαθεί να μην ενοχλήσει κανέναν.
Αλλά εδώ υπάρχει ένα πολύ ισχυρό αντεπιχείρημα
Αν πράγματι υπήρχε κεντρική κυβερνητική γραμμή:
«Δεν χρηματοδοτούμε τα Κύματα επειδή έχουν αριστερό χρώμα»
τότε πρέπει να εξηγήσουμε κάτι.
Γιατί το ίδιο Υπουργείο Πολιτισμού χρηματοδότησε το Φεστιβάλ το 2025 με 16.000 ευρώ;
Και όχι μόνο το χρηματοδότησε.
Του έδωσε και αιγίδα.
Αυτό είναι ένα ισχυρό στοιχείο εναντίον της θεωρίας μιας σταθερής ιδεολογικής δίωξης.
Γι’ αυτό θεωρώ λάθος να καταλήξουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι «τους έκοψαν επειδή είναι αριστεροί».
Δεν το γνωρίζουμε.
Υπάρχει όμως και ένα διαφορετικό είδος μικροπολιτικής
Η μικροπολιτική δεν χρειάζεται πάντα να έχει τη μορφή:
«Είσαι αριστερός, δεν σου δίνω χρήματα».
Μπορεί να είναι πολύ πιο πεζή.
Ποιος έχει πρόσβαση.
Ποιος έχει πολιτικές γνωριμίες.
Ποιος μπορεί να τηλεφωνήσει στο κατάλληλο γραφείο.
Ποια διοργάνωση θεωρείται πολιτικά χρήσιμη.
Ποιος βουλευτής πιέζει για ποιον.
Πού επιλέγει ένας θεσμός να διαθέσει το περιορισμένο ποσό που έχει.
Και ποια περιφερειακή διοργάνωση βρίσκεται αρκετά ψηλά στις προτεραιότητες της Αθήνας.
Υπάρχει κάτι τέτοιο στην περίπτωση των «Κυμάτων»;
Δεν γνωρίζουμε.
Αλλά εδώ ακριβώς χρειάζεται διαφάνεια.
Το Υπουργείο μπορεί πολύ εύκολα να τελειώσει τη συζήτηση
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.
Δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας.
Το Υπουργείο Πολιτισμού μπορεί να δώσει στη δημοσιότητα μια καθαρή απάντηση:
Γιατί δεν χρηματοδοτήθηκε φέτος το Φεστιβάλ;
Πότε αξιολογήθηκε η αίτηση;
Πότε ελήφθη η απόφαση;
Γιατί η διοργάνωση ενημερώθηκε –όπως υποστηρίζει– στις 8 Αυγούστου;
Γιατί θεωρήθηκε ότι πρέπει να απευθυνθεί στο ΕΚΟΜΕΔ όταν έναν χρόνο νωρίτερα το ίδιο το Υπουργείο την είχε εντάξει στην κατηγορία των πολυθεματικών Φεστιβάλ;
Ποια ήταν η βαθμολογία της πρότασης;
Ποια ήταν τα κριτήρια;
Αν δοθούν αυτές οι απαντήσεις, κάθε υπόνοια περί πολιτικών κινήτρων μπορεί να τελειώσει μέσα σε μία ημέρα.
Το ίδιο ισχύει και για τη Βουλή
Και η Βουλή μπορεί να απαντήσει.
Υπήρξε πράγματι πρόθεση χρηματοδότησης;
Δόθηκαν διαβεβαιώσεις;
Υπήρχε συγκεκριμένο ποσό;
Πότε αποφασίστηκε ότι τελικά δεν θα δοθεί;
Και ποια ακριβώς σχέση έχει η οικονομική ενίσχυση του Νοσοκομείου Αργοστολίου με τη χρηματοδότηση ενός διεθνούς πολιτιστικού Φεστιβάλ;
Δεν ζητά κανείς από τη Βουλή να χρηματοδοτεί υποχρεωτικά τα «Κύματα».
Ζητά κάτι πολύ απλούστερο:
καθαρούς κανόνες.
Γιατί υπάρχει και μια μεγαλύτερη αδικία απέναντι στην περιφέρεια
Όλη αυτή η ιστορία αναδεικνύει και ένα άλλο πρόβλημα.
Είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθεί ένας σοβαρός πολιτιστικός θεσμός εκτός Αθήνας.
Στην Αθήνα υπάρχει κοινό.
Υπάρχουν χορηγοί.
Υπάρχουν εταιρείες.
Υπάρχουν πρεσβείες.
Υπάρχουν ιδρύματα.
Υπάρχουν δεκάδες πιθανές πηγές χρηματοδότησης.
Στην Κεφαλονιά τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Κι όμως τα «Κύματα» μέσα σε μόλις λίγα χρόνια κατάφεραν να φέρουν στο Αργοστόλι καλλιτέχνες και δημιουργούς διεθνούς και πανελλαδικής εμβέλειας.
Το 2025 φιλοξένησαν την Ιρέν Ζακόμπ, τον ΛΕΞ και σημαντικούς ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου.
Το Φεστιβάλ έχει πλέον φτάσει στην πέμπτη διοργάνωσή του και έχει προσθέσει ακόμη και κατηγορία animation στο διεθνές διαγωνιστικό του πρόγραμμα.
Αυτό είναι κάτι που κανονικά το κράτος θα έπρεπε να θέλει να σταθεροποιηθεί.
Το χειρότερο μήνυμα που μπορεί να στείλει το κράτος
Γιατί τελικά το ζήτημα ξεπερνά τα «Κύματα».
Τι μήνυμα δίνεις σε έναν άνθρωπο που προσπαθεί να δημιουργήσει έναν πολιτιστικό θεσμό στην ελληνική περιφέρεια όταν του λες λίγες ημέρες πριν από τη διοργάνωση:
«Τα χρήματα που περίμενες δεν υπάρχουν»;
Του λες ουσιαστικά:
Μη σχεδιάζεις.
Μη δεσμεύεσαι.
Μη μεγαλώνεις.
Μην προσκαλείς σημαντικούς ανθρώπους.
Γιατί μέχρι τελευταία στιγμή δεν θα ξέρεις τι έχεις.
Και έτσι δεν δημιουργούνται θεσμοί.
Δημιουργούνται διοργανώσεις που κάθε χρόνο παλεύουν απλώς να επιβιώσουν.
Και τελικά οι ιδιώτες έσωσαν την κατάσταση
Σύμφωνα με όσα είπε ο Μαρίνος Σκλαβουνάκης, το οικονομικό κενό καλύφθηκε τελικά με τη βοήθεια ιδιωτών και επιχειρήσεων.
Ευτυχώς.
Αλλά αυτό δημιουργεί και μια ειρωνεία.
Ένας πολιτιστικός θεσμός που βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια και προσφέρει δωρεάν στο κοινό ένα σημαντικό πρόγραμμα βρέθηκε, όπως περιγράφει ο ίδιος ο διευθυντής του, «στα όρια του γκρεμού».
Και τελικά εκείνοι που έβαλαν πλάτη ήταν ιδιώτες.
Αυτό αξίζει ασφαλώς ένα μεγάλο «ευχαριστώ» προς αυτούς.
Αλλά δεν απαλλάσσει τους δημόσιους θεσμούς από την ανάγκη να εξηγήσουν τη δική τους στάση.
Υπήρχε λοιπόν πολιτική σκοπιμότητα;
Η απάντηση σήμερα πρέπει να είναι έντιμη:
Δεν έχουμε στοιχεία για να το υποστηρίξουμε.
Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι τα «Κύματα» διαθέτουν μια έντονη, κοινωνικά ανήσυχη και σε αρκετές επιλογές προοδευτική καλλιτεχνική ταυτότητα.
Υπάρχουν επίσης γεγονότα που δημιουργούν ερωτήματα για τη φετινή χρηματοδότηση.
Αλλά ανάμεσα στα δύο λείπει το σημαντικότερο:
η απόδειξη ότι το ένα προκάλεσε το άλλο.
Και δεν πρέπει να κατασκευάσουμε εμείς αυτή την απόδειξη.
Το πραγματικό σκάνδαλο μπορεί να είναι πολύ απλούστερο
Ίσως λοιπόν δεν χρειάζεται καν να αναζητήσουμε κάποια μεγάλη πολιτική συνωμοσία.
Αν μια διοργάνωση πληροφορείται λίγες ημέρες πριν από την έναρξή της ότι δύο χρηματοδοτήσεις στις οποίες υπολόγιζε δεν θα δοθούν, το πρόβλημα είναι ήδη αρκετά σοβαρό.
Λέγεται:
έλλειψη προβλεψιμότητας.
Λέγεται:
γραφειοκρατική αδιαφορία.
Λέγεται:
έλλειψη σεβασμού στον προγραμματισμό ενός πολιτιστικού θεσμού.
Και αυτά δεν είναι μικρά πράγματα.
Τα «Κύματα» δεν ζητούν χάρη – ζητούν κανόνες
Ούτε το Υπουργείο Πολιτισμού ούτε η Βουλή είναι υποχρεωμένα να χρηματοδοτούν για πάντα ένα συγκεκριμένο Φεστιβάλ.
Αυτό θα ήταν λάθος αντίληψη περί δημόσιου χρήματος.
Έχουν όμως υποχρέωση να λειτουργούν με διαφάνεια, συνέπεια και έγκαιρη ενημέρωση.
Να γνωρίζει κάθε διοργάνωση εγκαίρως τι μπορεί και τι δεν μπορεί να υπολογίζει.
Και αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους τα «Κύματα» δεν χρηματοδοτήθηκαν φέτος, αυτοί πρέπει να εξηγηθούν.
Καθαρά.
Δημόσια.
Χωρίς μισόλογα.
Γιατί διαφορετικά τα ερωτήματα θα παραμένουν.
Και ανάμεσά τους αναπόφευκτα θα βρίσκεται και εκείνο που κανείς δεν μπορεί σήμερα να αποδείξει, αλλά ούτε και οι αρμόδιοι πρέπει να αφήνουν να αιωρείται:
Μήπως τελικά κάποιες πολιτιστικές φωνές είναι περισσότερο ευπρόσδεκτες από κάποιες άλλες;
Η απάντηση δεν πρέπει να δοθεί με εικασίες.
Πρέπει να δοθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και τη Βουλή των Ελλήνων.



