«Τρέμουν οι Τούρκοι τους εξοπλισμούς μας»; Από τις γιγαντοαφίσες του Σαμαρά στην πραγματικότητα της Κάσου και των drones

Ωραίο το τρολάρισμα.

Ο Χακάν Φιντάν ζητά από την Ελλάδα να σταματήσει να εξοπλίζει τα νησιά.

Άρα, σύμφωνα με τη φοβερή λογική, καταρρέουν αυτομάτως όσοι υποστηρίζουν ότι υπάρχουν κενά στην άμυνα του Αιγαίου.

Και αφού η Τουρκία γκρινιάζει, προφανώς πρέπει να σημαίνει ότι είμαστε αστακοί.

Πύραυλους έχουμε.

Τεθωρακισμένα έχουμε.

Drones έχουμε.

Έρχεται και η «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Τι άλλο θέλετε;

Και κάπου εκεί μπαίνει στο τρολάρισμα και ο Αντώνης Σαμαράς. Να βάλουμε, λέει, γιγαντοαφίσες του στα νησιά, να τις βλέπουν οι Τούρκοι από απέναντι και να φοβούνται.

Πολύ αστείο.

Μόνο που στην εξωτερική πολιτική και στην άμυνα υπάρχει ένα ενοχλητικό πράγμα που λέγεται:

πεδίο.

Εκεί όπου δεν μετράνε ούτε τα memes ούτε οι αναρτήσεις ούτε το ποιος έγραψε την εξυπνότερη ατάκα στο Facebook.

Μετράει τι συμβαίνει όταν οι δύο πλευρές βρίσκονται πραγματικά απέναντι.

Και εκεί υπάρχει μια λέξη που το συγκεκριμένο τρολάρισμα ξέχασε εντελώς:

Κάσος.

Αν λοιπόν είμαστε τόσο τρομεροί, ας θυμηθούμε τι συνέβη όταν η Τουρκία εμφανίστηκε στο πεδίο

Ιούλιος 2024.

Το ιταλικό ερευνητικό «Ievoli Relume» πραγματοποιεί έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Δεν πρόκειται για κάποια βόλτα ενός ιδιωτικού σκάφους.

Πρόκειται για το έργο Great Sea Interconnector, ευρωπαϊκό Project of Common Interest.

Η περιοχή των εργασιών εκτεινόταν και πέραν των ελληνικών χωρικών υδάτων. Για τμήμα της, η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι αφορά ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα βάσει της οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου.

Και τι έκανε η Τουρκία;

Έστειλε πολεμικά πλοία.

Σύμφωνα με τα τότε ρεπορτάζ, έφτασαν στην περιοχή πέντε τουρκικές μονάδες, με την Αθήνα να απαντά επίσης με ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων.

Η κρίση διήρκεσε περίπου 40 ώρες και χρειάστηκε διπλωματική διαχείριση σε υψηλό επίπεδο για να αποκλιμακωθεί.

Η επίσημη θέση της κυβέρνησης ήταν και παραμένει:

«Δεν υποχωρήσαμε».

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν, ότι ο στόχος επιτεύχθηκε και ότι δεν υπήρξε παραβίαση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Αυτό πρέπει να καταγραφεί.

Μόνο που υπάρχει και η υπόλοιπη εικόνα.

Μεταγενέστερη αναλυτική καταγραφή της «Καθημερινής» περιέγραψε το επεισόδιο ως «μπλόκο στο Ievoli Relume» στα διεθνή ύδατα μεταξύ Κάσου και Καρπάθου και σημείωσε ότι η δυνατότητα της Τουρκίας να αναπτύξει γρήγορα δυνάμεις στην περιοχή είχε υποτιμηθεί από την ελληνική πλευρά.

Και μήνες αργότερα το ζήτημα των ερευνών για το καλώδιο εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει πολύ συγκεκριμένα πρακτικά εμπόδια.

Άρα ας αφήσουμε για λίγο τα memes.

Υπάρχει μια απολύτως θεμιτή πολιτική συζήτηση για το αν η διαχείριση της Κάσου ήταν αποκλιμάκωση, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, ή πρακτική υποχώρηση υπό τουρκική πίεση, όπως υποστηρίζουν επικριτές της.

Αυτό όμως που δεν μπορεί να εξαφανιστεί είναι το γεγονός:

Όταν η Τουρκία αμφισβήτησε εμπράκτως τη δυνατότητα εκτέλεσης των ερευνών, έστειλε πολεμικά πλοία και δημιουργήθηκε κρίση 40 ωρών.

Αυτό είναι «πεδίο».

Όχι οι γιγαντοαφίσες του Σαμαρά.

Και μιας και αναφέραμε τα drones…

Εδώ το τρολάρισμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Γιατί πράγματι η Ελλάδα εξοπλίζεται.

Πράγματι δημιουργείται η «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Πράγματι αναπτύσσονται ελληνικά anti-drone συστήματα.

Πράγματι υπάρχει σοβαρό εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Όμως υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:

Η Τουρκία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια μαζικά στον πόλεμο των drones.

Και αυτό δεν το λένε οι «φυλλάδες».

Το παραδέχεται ουσιαστικά ο ίδιος ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Ο Νίκος Δένδιας, παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα», εξήγησε γιατί η Ελλάδα επενδύει επειγόντως σε anti-drone συστήματα.

Και είπε κάτι εντυπωσιακό:

η χώρα που αποτελεί για εμάς τη σημαντικότερη πραγματική απειλή κατασκευάζει drones και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει η Ελλάδα, έχει πάνω από ένα εκατομμύριο drones διαθέσιμα.

Δεν χρειάζεται λοιπόν καν να τσακωθούμε για το αν η Τουρκία έχει 50, 100 ή 200 περισσότερα στρατιωτικά UAV συγκεκριμένης κατηγορίας.

Η ουσία είναι πολύ μεγαλύτερη.

Η απέναντι πλευρά έχει δημιουργήσει ολόκληρο βιομηχανικό οικοσύστημα μη επανδρωμένων συστημάτων.

Και η Ελλάδα τώρα προσπαθεί —σωστά— να κλείσει το κενό και κυρίως να δημιουργήσει αποτελεσματική anti-drone ομπρέλα.

Μάλιστα η Τουρκία ήδη χρησιμοποιεί UAV για έναν πολύ απλό λόγο: μας κοστίζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο της κοστίζουν

Και έχουμε ήδη πραγματικό παράδειγμα στο Αιγαίο.

Τον Αύγουστο του 2026 καταγράφηκε αύξηση των εισόδων τουρκικών UAV στον ελληνικό εναέριο χώρο.

Και εδώ εμφανίζεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οικονομία πολέμου.

Ένα ελληνικό F-16 που απογειώνεται για αναγνώριση και αναχαίτιση υπολογίζεται ότι κοστίζει περίπου 20.000 ευρώ ανά ώρα πτήσης.

Η λειτουργία ενός τουρκικού Bayraktar μπορεί να κοστίζει έως και δέκα φορές λιγότερο.

Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του σύγχρονου πολέμου:

φθηνή απειλή – ακριβή αντίδραση.

Και γι’ αυτό τα drones αλλάζουν τα πάντα.

«Οι σύγχρονοι πόλεμοι θα γίνονται με drones»;

Ας είμαστε ακριβείς.

Δεν θα γίνονται μόνο με drones.

Θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν αεροσκάφη, πλοία, υποβρύχια, πυροβολικό, πύραυλοι, τεθωρακισμένα και πεζικό.

Αλλά όποιος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα drones σαν συμπληρωματικό παιχνιδάκι μάλλον δεν παρακολουθεί τι συμβαίνει στα σύγχρονα πεδία μάχης.

Τον Ιούλιο του 2026 ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε είπε ότι τα drones έχουν αλλάξει θεμελιωδώς τον χαρακτήρα του σύγχρονου πολέμου και έχουν γίνει αποφασιστικός παράγοντας στο πεδίο.

Το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε μάλιστα επενδύσεις άνω των 40 δισ. δολαρίων σε counter-drone δυνατότητες την επόμενη πενταετία.

Και η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε εργαστήριο αυτής της νέας πραγματικότητας.

Αμερικανική στρατιωτική ανάλυση από το Modern War Institute του West Point σημειώνει ότι τα drones έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στο πεδίο και παραθέτει ουκρανικές εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες συνδέονται με περίπου 70% των ρωσικών απωλειών και, σε ορισμένα τμήματα του μετώπου, έως 90% των απωλειών στρατιωτικού εξοπλισμού στις εμπλοκές.

Το ΝΑΤΟ μαθαίνει πλέον από τους Ουκρανούς πώς διεξάγεται αυτός ο πόλεμος.

Κυριολεκτικά.

Πρόσφατες ασκήσεις έχουν ενσωματώσει ουκρανική εμπειρία σε drones και ηλεκτρονικό πόλεμο, επειδή η εμπειρία του πραγματικού πεδίου έχει ξεπεράσει σε ορισμένους τομείς τις παραδοσιακές δυτικές δομές εκπαίδευσης.

Άρα το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε πυραύλους στα νησιά

Φυσικά και έχουμε.

Και πολύ σωστά έχουμε.

Το ερώτημα είναι αν έχουμε το σωστό μείγμα ισχύος για τον πόλεμο του 2026 και του αύριο.

Drones.

Σμήνη drones.

Περιφερόμενα πυρομαχικά.

Ηλεκτρονικό πόλεμο.

Anti-drone.

Φθηνά μέσα αναχαίτισης.

Δυνατότητα μαζικής παραγωγής.

Αισθητήρες.

Δικτυοκεντρική διοίκηση.

Και δυνατότητα να αντικαθιστάς γρήγορα ό,τι χάνεις.

Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει η Ελλάδα με τα Centauros, Orion και Telemachus και συνολικά με την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Και πολύ καλά κάνει.

Αλλά το γεγονός ότι σήμερα επενδύουμε δισεκατομμύρια για να αντιμετωπίσουμε μια απειλή αποτελεί περίεργο επιχείρημα για να ισχυριστούμε ταυτόχρονα ότι όσοι επισήμαιναν την απειλή έλεγαν ανοησίες.

Και τώρα επιστρέφουμε στον Φιντάν

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών λέει:

«Μην εξοπλίζετε τα νησιά».

Και το τρολ απαντά:

«Χα! Άρα είμαστε πάνοπλοι! Τι λέτε τώρα όλοι εσείς που κάνετε κριτική;»

Όχι.

Δεν λειτουργεί έτσι.

Η Τουρκία έχει συγκεκριμένη νομικοπολιτική θέση για την αποστρατιωτικοποίηση ορισμένων νησιών.

Η Ελλάδα έχει την ακριβώς αντίθετη θέση και επικαλείται το δικαίωμα αυτοάμυνας απέναντι σε μια χώρα που διατηρεί το casus belli.

Το ότι η Άγκυρα αντιδρά στον ελληνικό εξοπλισμό δεν αποτελεί πιστοποιητικό επάρκειας της ελληνικής άμυνας.

Ακριβώς όπως το γεγονός ότι ένας αντίπαλος διαμαρτύρεται για ένα όπλο σου δεν αποδεικνύει ότι δεν έχει ο ίδιος άλλα πεδία στα οποία διαθέτει πλεονέκτημα.

Και στα drones υπάρχει τουλάχιστον μία πραγματικότητα που η ίδια η ελληνική πολιτική ηγεσία αντιμετωπίζει ως σοβαρή απειλή.

Οι γιγαντοαφίσες είναι φθηνές. Η αποτροπή λίγο πιο δύσκολη.

Οπότε ας βάλουμε και τις γιγαντοαφίσες του Σαμαρά, αν θέλουμε.

Να βάλουμε μία στη Ρόδο.

Μία στην Κω.

Μία στη Χίο.

Μία στη Λέσβο.

Και μια τεράστια στην Κάσο.

Μόνο που, αν ξαναεμφανιστούν πέντε τουρκικά πολεμικά γύρω από ένα ερευνητικό σκάφος, οι αφίσες δεν θα κάνουν και πολλά.

Εκεί θα χρειαστούν αποτροπή, επιχειρησιακή ετοιμότητα, διπλωματία και πολιτική βούληση.

Και αν απέναντι εμφανιστούν μαζικά UAV, δεν θα τα αναχαιτίσει ούτε ένα meme ούτε ένα F-16 των 20.000 ευρώ την ώρα για κάθε φθηνό drone.

Γι’ αυτό η σοβαρή συζήτηση δεν είναι:

«Μας φοβάται ο Φιντάν, άρα όλα τέλεια».

Είναι:

Έχει η Ελλάδα την ισχύ και, κυρίως, την ικανότητα να την ασκήσει όταν αμφισβητούνται στην πράξη τα δικαιώματά της;

Η Κάσος μάς έδειξε πόσο δύσκολη γίνεται αυτή η ερώτηση όταν περνάμε από τις δηλώσεις στο πραγματικό πεδίο.

Και η επανάσταση των drones μάς δείχνει ότι η στρατιωτική ισχύς του αύριο δεν θα μετριέται μόνο σε Rafale, Belharra και άρματα, αλλά και στην ικανότητα να παράγεις, να χρησιμοποιείς και να εξουδετερώνεις χιλιάδες φθηνά μη επανδρωμένα συστήματα.

Οπότε ναι.

Ωραίο το αστείο με τον Σαμαρά.

Αλλά όταν τελειώσουν τα memes, μένουν η Κάσος, τα τουρκικά drones και η πραγματική ισορροπία αποτροπής στο Αιγαίο.

Και αυτά είναι λίγο δυσκολότερο να χωρέσουν σε ένα τρολάρισμα του Facebook.

Και γιατί τέτοια εμμονή με τον Σαμαρά;

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο τρολάρισμα.

Ξεκινάει από τον Φιντάν.

Μιλάει για τα νησιά.

Μιλάει για πυραύλους, τεθωρακισμένα, drones και την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Και τελικά ποιος βρίσκεται πάλι στο στόχαστρο;

Ο Αντώνης Σαμαράς.

Μέχρι και γιγαντοαφίσες του προτείνουν να βάλουμε στα νησιά για να φοβούνται οι Τούρκοι.

Εντάξει, γελάσαμε.

Αλλά υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που είναι σοβαρότερο από το αστείο:

Γιατί τόσος Σαμαράς;

Γιατί ένας πρώην πρωθυπουργός, που δεν έχει ακόμη κατέβει στις εκλογές με νέο κόμμα, εμφανίζεται ξανά και ξανά ως στόχος στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη Νέα Δημοκρατία;

Η απάντηση δεν χρειάζεται ούτε θεωρίες συνωμοσίας ούτε ψυχανάλυση του Μεγάρου Μαξίμου.

Αρκούν τα πολιτικά δεδομένα.

Ο Σαμαράς δεν είναι ένας αντίπαλος που έρχεται από απέναντι

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία.

Ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά δεν θα επιχειρήσει πρωτίστως να πάρει ψηφοφόρους από το ΚΚΕ ή την Αριστερά.

Θα κινηθεί στον χώρο της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς.

Δηλαδή μέσα στην ίδια εκλογική δεξαμενή στην οποία στηρίζεται η Νέα Δημοκρατία.

Και αυτό δεν αποτελεί απλώς εκτίμηση.

Στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, το «πολύ ή αρκετά πιθανό» να ψηφίσουν κόμμα Σαμαρά έφτανε συνολικά περίπου στο 13%, αλλά είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πολιτική προέλευση αυτής της δυνητικής ψήφου:

24% στους δεξιούς και 17% στους κεντροδεξιούς.

Δηλαδή ακριβώς στον χώρο όπου η Νέα Δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει να δημιουργείται ένας ακόμη ανταγωνιστικός πόλος.

Η τελευταία Opinion Poll καταγράφει επίσης 11,5% που δηλώνει «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να ψηφίσει ένα κόμμα Σαμαρά, σχεδόν αμετάβλητο από το 11,7% της προηγούμενης μέτρησης.

Προσοχή:

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Σαμαράς θα πάρει 11,5% στις κάλπες.

Η δυνητική ψήφος δεν είναι πρόθεση ψήφου.

Το έχουμε εξηγήσει και στις δημοσκοπήσεις: άλλο τι δηλώνει κάποιος ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να ψηφίσει και άλλο τι τελικά επιλέγει στην κάλπη.

Αλλά το 11%-13% δείχνει κάτι άλλο:

Υπάρχει πολιτικός χώρος στον οποίο μπορεί να απευθυνθεί.

Και κυρίως υπάρχει μέσα στη Δεξιά.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα για τη ΝΔ

Η Νέα Δημοκρατία στην τελευταία Opinion Poll βρίσκεται στο 25,7% στην πρόθεση ψήφου.

Όχι στο 40,79% των εθνικών εκλογών του Ιουνίου του 2023.

Στο 25,7%.

Σε μια τέτοια εκλογική πραγματικότητα, ακόμη και μια περιορισμένη διαρροή προς ένα κόμμα που θα κινηθεί στα δεξιά της μπορεί να έχει πολιτική σημασία.

Όχι επειδή γνωρίζουμε από σήμερα πόσο θα πάρει ο Σαμαράς.

Δεν το γνωρίζουμε.

Αλλά επειδή το κρίσιμο για τη ΝΔ δεν είναι μόνο πόσο θα πάρει ο Σαμαράς.

Είναι και:

από πού θα το πάρει.

Ένα 5%, για παράδειγμα, που θα προερχόταν κυρίως από ψηφοφόρους άλλων κομμάτων θα είχε διαφορετική πολιτική σημασία από ένα 5% που θα αφαιρούνταν κατά μεγάλο μέρος από την εκλογική βάση της ΝΔ.

Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί ο «παράγοντας Σαμαρά» απασχολεί πλέον ανοιχτά το κυβερνητικό στρατόπεδο.

Ρεπορτάζ για τη στρατηγική της ΝΔ περιγράφουν μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία να μη μετατραπεί ο πρώην πρωθυπουργός σε κεντρικό αντίπαλο μέσω μιας διαρκούς σύγκρουσης και από την άλλη να απαντώνται οι παρεμβάσεις του και να προβάλλεται το κυβερνητικό επιχείρημα ότι μια δική του πολιτική κίνηση θα μπορούσε να δυσκολέψει την προοπτική αυτοδυναμίας της ΝΔ.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.

Όχι οι γιγαντοαφίσες.

Και πλέον η σύγκρουση είναι δημόσια

Δεν μιλάμε καν για παραπολιτικά σενάρια.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε πριν από λίγες ημέρες από τη ΔΕΘ ότι δεν βλέπει «κανένα απολύτως περιθώριο συνεννόησης» με τον Αντώνη Σαμαρά.

Και ο Σαμαράς απάντησε ότι το ποιος βλάπτει την παράταξη θα το αποφασίσει «ο λαός της παράταξης».

Αυτό πλέον δεν είναι οικογενειακός καβγάς της Κεντροδεξιάς.

Είναι πολιτική σύγκρουση για το ποιος θα εκφράσει ένα κομμάτι της.

Και εδώ αποκτά νόημα και η συνεχής προσπάθεια να παρουσιάζεται ο Σαμαράς περίπου σαν γραφική φιγούρα του παρελθόντος.

Γιατί πολιτικά είναι πάντοτε ευκολότερο να γελοιοποιήσεις έναν αντίπαλο παρά να συζητήσεις τα ερωτήματα που θέτει.

Ειδικά στην εξωτερική πολιτική.

Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί απολύτως με τις θέσεις Σαμαρά για την Τουρκία.

Αυτό είναι πολιτική συζήτηση.

Αλλά το «θα βάλουμε τις φωτογραφίες του στα νησιά και θα φοβηθούν οι Τούρκοι» δεν απαντά σε τίποτα.

Δεν απαντά στην Κάσο.

Δεν απαντά στη διαφορά δυναμικού στα drones.

Δεν απαντά στο πώς θα εφαρμοστεί η αποτροπή όταν η Τουρκία αμφισβητήσει ελληνικά δικαιώματα επί του πεδίου.

Απλώς αλλάζει θέμα.

Και υπάρχει μία ακόμη ειρωνεία

Το τρολάρισμα θέλει να παρουσιάσει τον Σαμαρά περίπου ως κάποιον που μιλάει πολύ για την Τουρκία αλλά δεν έχει τίποτα να επιδείξει.

Μόνο που ο Σαμαράς δεν είναι κάποιος σχολιαστής του Twitter.

Έχει υπάρξει πρωθυπουργός της χώρας.

Άρα οι θέσεις και η κυβερνητική του θητεία μπορούν να αξιολογηθούν πολιτικά και ιστορικά, όπως ακριβώς αξιολογούνται οι σημερινές επιλογές Μητσοτάκη.

Και εκεί πρέπει να γίνεται η αντιπαράθεση.

Με γεγονότα.

Όχι με καρικατούρες.

Το Μαξίμου έχει έναν πραγματικό πολιτικό πονοκέφαλο

Δεν γνωρίζουμε σήμερα εάν τελικά θα ιδρυθεί κόμμα Σαμαρά με τη μορφή που συζητείται.

Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το ψηφοδέλτιό του.

Δεν γνωρίζουμε πόσο θα πάρει στις εκλογές.

Και φυσικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το εκλογικό αποτέλεσμα πριν υπάρξουν κάλπες.

Ξέρουμε όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο:

οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν υπαρκτή δυνητική απήχηση και ιδιαίτερη διείσδυση στον δεξιό και κεντροδεξιό χώρο.

Και ξέρουμε επίσης ότι η αντιπαράθεση Μητσοτάκη–Σαμαρά έχει πλέον περάσει δημόσια σε άλλο επίπεδο.

Άρα δεν χρειάζεται να γράψουμε ότι στο Μαξίμου «τρέμουν».

Αρκεί κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:

Έχουν πολιτικό λόγο να ανησυχούν για κάθε νέο σχηματισμό που μπορεί να αντλήσει ψήφους από τον πυρήνα της δικής τους εκλογικής βάσης.

Και αυτό ίσως εξηγεί πολύ καλύτερα γιατί, ακόμη και σε μια ανάρτηση που ξεκινάει από τον Φιντάν και τον εξοπλισμό των νησιών, κάπως, κάπου, με κάποιον τρόπο…

πάλι στον Σαμαρά καταλήγουν.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το νέο δίλημμα: «σταθερότητα ή εθνικός κίνδυνος»

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που κάνει όλη αυτή τη συζήτηση για την Τουρκία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί από τη μία έχουμε τα κυβερνητικά τρολ να μας εξηγούν ότι η Τουρκία περίπου τρέμει τους ελληνικούς εξοπλισμούς.

Και από την άλλη έχουμε την ίδια την κυβέρνηση να επικαλείται το δύσκολο διεθνές περιβάλλον και την Τουρκία όταν η συζήτηση φτάνει στην αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας.

Αποφασίστε λοιπόν.

Είμαστε τόσο ισχυροί ώστε ο Φιντάν να παρακαλάει να σταματήσουμε να εξοπλιζόμαστε;

Ή κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε «εθνική διακινδύνευση» αν ο ελληνικός λαός δεν δώσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη αυτοδυναμία;

Γιατί και τα δύο μαζί αρχίζουν να δημιουργούν ένα κάπως περίεργο αφήγημα.

Ο ίδιος ο Μητσοτάκης έβαλε τη διεθνή κρίση μέσα στην εκλογική εξίσωση

Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε κρυφές προθέσεις στον πρωθυπουργό.

Αρκεί να διαβάσουμε τι είπε ο ίδιος στη ΔΕΘ.

Μιλώντας για το ενδεχόμενο να μην προκύψει κυβέρνηση μετά τις εκλογές και η χώρα να οδηγηθεί σε υπηρεσιακή κυβέρνηση, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν αυτό «είναι το καλύτερο σε αυτή τη δύσκολη διεθνή συγκυρία».

Και αμέσως μετά χαρακτήρισε την αυτοδυναμία «τη μόνη πολιτική λύση σήμερα» ώστε η χώρα να διαθέτει σταθερή κυβέρνηση.

Προσοχή:

άλλο να λέει ένας πρωθυπουργός ότι επιθυμεί σταθερή κυβέρνηση.

Απολύτως θεμιτό.

Και άλλο να αρχίζει να συνδέεται η απουσία αυτοδυναμίας με την ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κινδύνους.

Γιατί από εκεί και μετά η πολιτική συζήτηση αλλάζει επίπεδο.

Δεν είναι πλέον:

«ψηφίστε μας επειδή έχουμε καλύτερο πρόγραμμα».

Γίνεται:

«σκεφτείτε τι μπορεί να συμβεί στη χώρα αν δεν υπάρχει αυτοδύναμη κυβέρνηση μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον».

Και αυτό ακριβώς περιέγραψαν επικριτές της κυβέρνησης ως επαναφορά του παλιού «Μητσοτάκης ή χάος», αυτή τη φορά εμπλουτισμένου με την εθνική ασφάλεια.

Και μετά ήρθε ο Φλωρίδης και το πήγε ένα βήμα παραπέρα

Αν έμενε η συζήτηση στη γενική αναφορά του πρωθυπουργού στη διεθνή αστάθεια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για ένα κλασικό επιχείρημα οποιασδήποτε κυβέρνησης που ζητά ανανέωση της εντολής της:

«χρειαζόμαστε σταθερότητα».

Μόνο που ο Γιώργος Φλωρίδης προχώρησε πολύ περισσότερο.

Οι δηλώσεις του προκάλεσαν σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση επειδή συνέδεσαν ευθέως το τι μπορεί να συμβεί μετά τις εκλογές με την Τουρκία.

Το ΠΑΣΟΚ απέδωσε στον υπουργό τη θέση ότι, εάν το βράδυ των εκλογών δεν υπάρχει αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία, «θα κάνουν ντου οι απέναντι», κάνοντας λόγο για ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου.

Ο Νικόλας Φαραντούρης το περιέγραψε ακόμη πιο ωμά: κατηγόρησε τον Φλωρίδη ότι ουσιαστικά υποστηρίζει πως χωρίς κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να εισβάλει η Τουρκία.

Και κάπου εκεί το «σταθερότητα ή περιπέτεια» πλησιάζει επικίνδυνα στο:

«Μητσοτάκης ή Ερντογάν».

Δεν είναι δική μας φράση.

Τη χρησιμοποίησε πλέον ανοιχτά ο Νίκος Ανδρουλάκης στη Βουλή, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει τη δημοκρατική εναλλαγή και το αποτέλεσμα των εκλογών περίπου ως δυνητικό κίνδυνο για τα εθνικά συμφέροντα.

Μια στιγμή όμως: ποιος ακριβώς προστατεύει την Ελλάδα;

Εδώ βρίσκεται και το πραγματικά προβληματικό σημείο αυτού του συλλογισμού.

Η αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας δεν ανήκει στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ούτε στη Νέα Δημοκρατία.

Ούτε στον επόμενο πρωθυπουργό, όποιος κι αν είναι.

Ανήκει στο ελληνικό κράτος.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν παύουν να υπάρχουν εάν δεν υπάρχει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Τα Rafale δεν σταματούν να πετούν.

Οι Belharra δεν εξαφανίζονται.

Οι πύραυλοι στα νησιά δεν αποσύρονται.

Τα σχέδια άμυνας δεν ακυρώνονται.

Οι διεθνείς συμμαχίες της χώρας δεν μηδενίζονται στις 7 το απόγευμα της Κυριακής των εκλογών.

Και προφανώς η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ένα κόμμα θα πάρει ή όχι το ποσοστό που χρειάζεται για 151 έδρες.

Εάν πραγματικά πιστεύουμε ότι η Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, τότε οι θεσμοί και η εθνική άμυνα πρέπει να λειτουργούν ανεξαρτήτως του ποιος κερδίζει τις εκλογές.

Η Τουρκία δεν μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό επιχείρημα

Και εδώ πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί.

Η τουρκική απειλή είναι υπαρκτό ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Υπάρχει casus belli.

Υπάρχουν διαφωνίες για θαλάσσιες ζώνες.

Υπήρξε η Κάσος.

Υπάρχουν τουρκικές διεκδικήσεις και υπάρχει μια τεράστια στρατιωτική μηχανή απέναντι από το Αιγαίο.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει η Τουρκία να μετατρέπεται σε κομματικό εκλογικό φόβητρο.

Δεν μπορεί η λογική να είναι:

«η διεθνής κατάσταση είναι επικίνδυνη, άρα χρειάζεστε εμάς».

Και ακόμη λιγότερο:

«αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία, οι απέναντι μπορεί να κάνουν ντου».

Γιατί τότε η εθνική ασφάλεια παύει να αποτελεί πεδίο εθνικής πολιτικής και μετατρέπεται σε εργαλείο εκλογικής πίεσης.

Και εδώ το τρολάρισμα γυρίζει μπούμερανγκ

Γιατί τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε στην αρχική ανάρτηση.

Μας λέει:

«Ο Φιντάν ζητά να σταματήσουμε να εξοπλίζουμε τα νησιά. Άρα τι λέτε εσείς που υποστηρίζετε ότι υπάρχουν προβλήματα στην άμυνα;»

Ωραία.

Αν η αποτροπή είναι τόσο ισχυρή, τότε γιατί ένας υπουργός της κυβέρνησης φτάνει να συνδέει την απουσία αυτοδυναμίας με το ενδεχόμενο οι «απέναντι» να κάνουν «ντου»;

Και αν πράγματι η Τουρκία αποτελεί τόσο άμεσο κίνδυνο ώστε η πολιτική αβεβαιότητα μερικών ημερών μετά τις εκλογές να μπορεί να δημιουργήσει εθνική διακινδύνευση, τότε μήπως αντί για memes με τον Σαμαρά πρέπει να κάνουμε μια πολύ σοβαρότερη συζήτηση για την πραγματική αποτρεπτική ικανότητα της χώρας;

Γιατί δεν γίνεται η Τουρκία να είναι ταυτόχρονα:

τόσο φοβισμένη ώστε να τρέμει τους ελληνικούς εξοπλισμούς

και

τόσο έτοιμη να εκμεταλλευτεί ένα μη αυτοδύναμο εκλογικό αποτέλεσμα ώστε «να κάνει ντου».

Κάπου πρέπει να αποφασίσουμε ποια ιστορία θέλουμε να διηγηθούμε.

Οι εκλογές δεν είναι δημοψήφισμα για το αν θα μπει ο Ερντογάν στην Ελλάδα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει αυτοδυναμία.

Να επιχειρηματολογήσει υπέρ της.

Να πει ότι θεωρεί τις μονοκομματικές κυβερνήσεις αποτελεσματικότερες.

Να υποστηρίξει ότι ο ίδιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από τους αντιπάλους του.

Και οι πολίτες θα το κρίνουν.

Αλλά υπάρχει μία κόκκινη γραμμή που μια δημοκρατία πρέπει να προσέχει:

Η ελεύθερη επιλογή κυβέρνησης από τους πολίτες δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια.

Γιατί διαφορετικά το μήνυμα γίνεται εξαιρετικά προβληματικό:

«Είστε ελεύθεροι να ψηφίσετε ό,τι θέλετε — αλλά προσέξτε, γιατί υπάρχει και ο Ερντογάν απέναντι».

Αυτό δεν είναι επιχείρημα υπέρ μιας κυβερνητικής πολιτικής.

Είναι πολιτική αξιοποίηση του φόβου.

Και αν η προεκλογική αντιπαράθεση φτάσει τελικά στο σημείο να περιστρέφεται γύρω από το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Ερντογάν», τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο τι λένε τα τρολ της Νέας Δημοκρατίας.

Θα είναι ότι ένα εθνικό ζήτημα τεράστιας σοβαρότητας θα έχει κατέβει από το επίπεδο της εθνικής στρατηγικής στο επίπεδο της κομματικής κάλπης.

Και αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από οποιοδήποτε meme με τον Σαμαρά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ