Καμένες εκτάσεις: Ναι, η Ελλάδα έχει καλύτερη εικόνα – αλλά όχι, ένα infographic δεν αποδεικνύει «κυβερνητικό θαύμα»

Υπάρχουν φορές που η πραγματικότητα είναι θετική και πρέπει να το αναγνωρίζουμε.

Και υπάρχουν φορές που ένα θετικό αποτέλεσμα επιχειρείται να μετατραπεί, σχεδόν αυτομάτως, σε πιστοποιητικό επιτυχίας μιας κυβερνητικής πολιτικής.

Στην περίπτωση των φετινών πυρκαγιών φαίνεται ότι συμβαίνει το δεύτερο.

Τα στοιχεία του ευρωπαϊκού EFFIS μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου είναι πράγματι θετικά για την Ελλάδα. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα αμφισβητήσουμε επειδή δεν βολεύουν κάποιο πολιτικό αφήγημα.

Το EFFIS καταγράφει τις πυρκαγιές άνω των 30 εκταρίων και η ευρωπαϊκή εικόνα του 2026 είναι συνολικά βαριά: μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου είχαν καεί περίπου 657.500 εκτάρια στην ΕΕ, σχεδόν διπλάσια από τον μακροχρόνιο μέσο όρο.

Μέσα σε αυτή την Ευρώπη, η Ελλάδα πράγματι εμφανίζει 335.230 καμένα στρέμματα, λιγότερα από Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία και Πορτογαλία και περίπου 30% χαμηλότερα από τον δικό της μέσο όρο εικοσαετίας.

Μπράβο. Είναι καλό νέο.

Από πότε όμως ένα καλό αποτέλεσμα μιας χρονιάς αποδεικνύει από μόνο του ότι «δούλεψε η κυβερνητική πολιτική»;

Εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Το πρώτο τέχνασμα: συγκρίνουμε απόλυτα στρέμματα διαφορετικών χωρών

Το infographic κατατάσσει πέντε χώρες με βάση την απόλυτη καμένη έκταση:

Ισπανία πρώτη, Ιταλία δεύτερη, Γαλλία τρίτη, Πορτογαλία τέταρτη, Ελλάδα πέμπτη.

Και κάτω από την Ελλάδα γράφει:

«Καλύτερη επίδοση».

Μόνο που συγκρίνουμε χώρες εντελώς διαφορετικού μεγέθους.

Η Ισπανία έχει έκταση περίπου τετραπλάσια της Ελλάδας. Η Γαλλία επίσης είναι πολλαπλάσια. Η Ιταλία είναι υπερδιπλάσια.

Επομένως το «έκαψα λιγότερα στρέμματα από την Ισπανία» δεν αποτελεί από μόνο του σοβαρό συγκριτικό δείκτη αποτελεσματικότητας.

Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι το δεύτερο στοιχείο:

η Ελλάδα βρίσκεται περίπου 30% κάτω από τον δικό της μέσο όρο εικοσαετίας.

Αυτό πράγματι έχει αξία.

Αλλά και πάλι δεν αποδεικνύει όσα επιχειρεί να φορτώσει πάνω του το πολιτικό αφήγημα.

Από το «κάηκαν λιγότερα» στο «πέτυχε το ΑΙΓΙΣ» υπάρχει ένα τεράστιο άλμα

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το κείμενο μάς λέει ουσιαστικά:

Λιγότερες καμένες εκτάσεις → επενδύσαμε στην Πολιτική Προστασία → άρα οι επενδύσεις απέδωσαν.

Όχι τόσο γρήγορα.

Το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ είναι πραγματικό και τεράστιο. Ο επίσημος προϋπολογισμός του ανέρχεται σε 2,16 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει νέο εξοπλισμό, εναέρια μέσα, drones, συστήματα επιτήρησης, υποδομές και εκπαίδευση προσωπικού.

Και ασφαλώς είναι θετικό ότι γίνονται αυτές οι επενδύσεις.

Για να ισχυριστούμε όμως επιστημονικά ότι οι 335.230 καμένες εκτάσεις είναι αποτέλεσμα του ΑΙΓΙΣ, πρέπει να αποδείξουμε αιτιώδη σχέση.

Πόσες πυρκαγιές εκδηλώθηκαν φέτος;

Πόσες ημέρες ακραίου κινδύνου είχαμε;

Ποια ήταν η ένταση και η διάρκεια των ανέμων;

Ποια ήταν η υγρασία της καύσιμης ύλης;

Πόσες πυρκαγιές εντοπίστηκαν από drones;

Σε πόσες από αυτές μειώθηκε αποδεδειγμένα ο χρόνος πρώτης προσβολής;

Πόσες φωτιές περιορίστηκαν χάρη σε μέσα που αποκτήθηκαν συγκεκριμένα μέσω του ΑΙΓΙΣ;

Πόσα από τα έργα του ΑΙΓΙΣ έχουν ήδη παραδοθεί και είναι επιχειρησιακά και πόσα βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία υλοποίησης;

Αυτά χρειάζονται για να αποδείξεις επιτυχία πολιτικής.

Όχι ένα βελάκι που γράφει «-30,1%».

Το ίδιο το ΑΙΓΙΣ δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή

Υπάρχει μάλιστα ένα ενδιαφέρον παράδοξο.

Η επίσημη ιστοσελίδα του ΑΙΓΙΣ περιγράφει ένα πρόγραμμα που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει προμήθειες νέων εναέριων μέσων, UAV, πυροσβεστικών οχημάτων και σύγχρονων συστημάτων παρακολούθησης.

Τον Μάρτιο του 2026, για παράδειγμα, το ίδιο το Υπουργείο ενημέρωνε τη Βουλή για τη σύμβαση αναβάθμισης επτά Canadair CL-415.

Άρα δεν μπορείς να παίρνεις το σύνολο ενός πολυετούς προγράμματος των 2,16 δισ. ευρώ —τμήματα του οποίου ακόμη υλοποιούνται— και να το παρουσιάζεις συλλήβδην ως την εξήγηση για το αποτέλεσμα του καλοκαιριού του 2026.

Μπορεί να έχει συμβάλει;

Βεβαίως.

Είναι λογικό ότι περισσότερη επιτήρηση, drones, καλύτερος συντονισμός, καθαρισμοί και περισσότερο προσωπικό μπορούν να βοηθήσουν. Στην Αττική, για παράδειγμα, το Υπουργείο ανακοίνωσε για φέτος ενισχυμένη επιτήρηση με 30 drones και περισσότερους από 4.500 πυροσβέστες.

Αλλά άλλο «έχει συμβάλει».

Και άλλο «τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι το ΑΙΓΙΣ δημιούργησε αυτή την επίδοση».

Αν αύριο καούν 500.000 στρέμματα, θα φταίει το ΑΙΓΙΣ;

Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να ελέγξουμε αυτή τη λογική.

Αν του χρόνου η Ελλάδα έχει 700.000 ή ένα εκατομμύριο καμένα στρέμματα, θα δεχθούν όσοι σήμερα αποδίδουν το -30,1% στην κυβερνητική πολιτική ότι απέτυχε το ΑΙΓΙΣ;

Ή τότε θα ακούσουμε για την κλιματική κρίση, τους θυελλώδεις ανέμους, την παρατεταμένη ξηρασία και τις πρωτοφανείς συνθήκες;

Γιατί δεν γίνεται να έχουμε δύο μέτρα.

Όταν τα στρέμματα είναι πολλά, να ευθύνεται ο καιρός.

Και όταν είναι λίγα, να πιστώνεται η κυβέρνηση.

Ή δεχόμαστε ότι οι μετεωρολογικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά την έκταση που τελικά καίγεται ή δεν το δεχόμαστε.

Και φυσικά την επηρεάζουν.

Και η αντιπυρική περίοδος δεν τελείωσε

Υπάρχει και κάτι ακόμη που αναγνωρίζει ακόμη και το ίδιο το κείμενο:

είμαστε στις 12 Σεπτεμβρίου.

Η αντιπυρική περίοδος συνεχίζεται.

Μάλιστα, το ίδιο το JRC/EFFIS ξεκαθαρίζει ότι τα στοιχεία επικαιροποιούνται διαρκώς και ότι η μέτρηση αφορά πυρκαγιές περίπου 30 εκταρίων και άνω.

Άρα μιλάμε για ενδιάμεσο απολογισμό, όχι για τελικό αποτέλεσμα του 2026.

Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.

Ούτε ισοπέδωση ούτε κυβερνητικό μάρκετινγκ

Η σωστή ανάγνωση των στοιχείων είναι πολύ πιο απλή.

Ναι, μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει μια καλή αντιπυρική επίδοση ως προς την καμένη έκταση.

Ναι, το -30% περίπου έναντι του ιστορικού μέσου όρου είναι θετικό.

Ναι, η ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας είναι αναγκαία και οι επενδύσεις σε προσωπικό, τεχνολογία, πρόληψη και μέσα πρέπει να συνεχιστούν.

Και ναι, όταν κάτι πηγαίνει καλύτερα, πρέπει να το αναγνωρίζουμε.

Αλλά η σοβαρή πολιτική αξιολόγηση απαιτεί κάτι περισσότερο από πέντε μπάρες σε ένα infographic.

Απαιτεί να γνωρίζουμε τι κίνδυνο αντιμετώπισε κάθε χώρα, πόσες πυρκαγιές ξέσπασαν, υπό ποιες συνθήκες, πόσο γρήγορα αντιμετωπίστηκαν και ποια συγκεκριμένα μέτρα άλλαξαν το αποτέλεσμα.

Διαφορετικά δεν έχουμε αξιολόγηση πολιτικής.

Έχουμε επικοινωνία.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο τίμιο συμπέρασμα για το καλοκαίρι του 2026:

Η Ελλάδα μέχρι σήμερα τα πήγε καλύτερα. Και μπράβο της.

Αυτό όμως είναι επίδοση πρωτίστως των ανθρώπων που βρέθηκαν στο πεδίο —πυροσβεστών, δασοκομάντος, εθελοντών, στελεχών της Πολιτικής Προστασίας και αυτοδιοίκησης— μαζί με τα διαθέσιμα μέσα και, ασφαλώς, τις συνθήκες που αντιμετώπισαν.

Το αν αποτελεί ταυτόχρονα απόδειξη μιας συνολικής κυβερνητικής επιτυχίας είναι διαφορετικό ερώτημα.

Και αυτό δεν απαντιέται με ένα γράφημα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ