Υπάρχουν πολιτικές δηλώσεις που χρειάζονται μεγάλη ανάλυση για να αποδομηθούν.
Και υπάρχουν και εκείνες που αποδομούνται σχεδόν μόνες τους.
Η φράση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρη Καιρίδη για τη βενζίνη στη Λέσβο ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.
Ερωτηθείς για την τιμή των 2,50 ευρώ το λίτρο, απάντησε:
«Το 2,5 ευρώ είναι πάρα πολύ, αλλά δεν είναι κρίση […] η κρίση είναι όταν θα πάει στα 5 ευρώ».
Η δήλωση επιβεβαιώνεται και από τοπικό μέσο της Λέσβου που μετέφερε τη συγκεκριμένη τηλεοπτική τοποθέτηση.
Ας αφήσουμε λοιπόν για λίγο τα κόμματα, τον Τραμπ, το Ιράν και τη διεθνή γεωπολιτική και ας κάνουμε την απλούστερη δυνατή πράξη.
50 λίτρα × 2,50 ευρώ = 125 ευρώ.
Ένα γέμισμα.
Και σύμφωνα με τη συγκεκριμένη λογική, αυτό είναι «πάρα πολύ», αλλά δεν είναι ακόμη κρίση.
Για να γίνει κρίση, πρέπει –στο υποθετικό παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο ίδιος– να φτάσουμε στα 5 ευρώ.
Δηλαδή:
50 λίτρα × 5 ευρώ = 250 ευρώ.
Κάπου εδώ δεν έχουμε πλέον οικονομική ανάλυση.
Έχουμε πρόβλημα επαφής της πολιτικής γλώσσας με την καθημερινότητα.
Δηλαδή μέχρι τα 4,99 ευρώ είμαστε καλά;
Προφανώς ο Δημήτρης Καιρίδης δεν είπε ότι επιθυμεί τη βενζίνη στα 5 ευρώ ούτε προέβλεψε ότι θα φτάσει εκεί.
Αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε.
Χρησιμοποίησε τα 5 ευρώ ως παράδειγμα ενός ακραίου επιπέδου στο οποίο η κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πραγματική κρίση.
Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Γιατί πρέπει η κατάσταση να γίνει καταστροφική για να αναγνωριστεί ως κρίση;
Στα 2,50 ευρώ το λίτρο, ένας εργαζόμενος που χρειάζεται 100 λίτρα τον μήνα για τις μετακινήσεις του πληρώνει 250 ευρώ μόνο για βενζίνη.
Αν χρειάζεται 150 λίτρα, φτάνει στα 375 ευρώ.
Για έναν επαγγελματία που κινείται καθημερινά;
Για έναν αγρότη;
Για μια οικογένεια με δύο αυτοκίνητα;
Για κάποιον που μένει σε χωριό και δεν διαθέτει αξιόπιστη δημόσια συγκοινωνία;
Πότε ακριβώς αποκτά δικαίωμα να πει ότι αντιμετωπίζει κρίση;
Στα 3 ευρώ;
Στα 4;
Ή πρέπει να περιμένει υπομονετικά τα 5 για να πάρει την επίσημη πιστοποίηση;
Στα νησιά το αυτοκίνητο δεν είναι πολυτέλεια
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο προβληματικό.
Μιλάμε για τη Λέσβο.
Σε ένα μεγάλο νησί, οι αποστάσεις είναι πραγματικές και για πολλούς κατοίκους το αυτοκίνητο δεν αποτελεί επιλογή αναψυχής.
Είναι εργαλείο καθημερινότητας.
Για τη δουλειά.
Για το σχολείο.
Για τον γιατρό.
Για τις υπηρεσίες.
Για τη μεταφορά προϊόντων.
Για την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα.
Το ίδιο το τοπικό ρεπορτάζ επισημαίνει τις συνέπειες των ακριβών καυσίμων στις μετακινήσεις, στις μεταφορές προϊόντων, στον τουρισμό, στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή και συνολικά στην τοπική οικονομία.
Επομένως τα 2,50 ευρώ δεν είναι απλώς ένας μεγάλος αριθμός πάνω σε μια πινακίδα πρατηρίου.
Περνούν μέσα στην τιμή σχεδόν ολόκληρης της οικονομίας του νησιού.
Και μετά εμφανίστηκε ο «πληθωρισμός Τραμπ»
Ο Δημήτρης Καιρίδης επιχείρησε να εντάξει την κατάσταση στο διεθνές περιβάλλον.
Μίλησε για «τεράστια αμερικανική αποτυχία στο Ιράν», για τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και στο Ορμούζ και χρησιμοποίησε τον χαρακτηρισμό «πληθωρισμός Τραμπ», υποστηρίζοντας ότι οι συνέπειες των διεθνών εξελίξεων μεταφέρονται και στην Ευρώπη.
Υπάρχει διεθνής παράγοντας στις τιμές της ενέργειας;
Ασφαλώς υπάρχει.
Κανείς σοβαρός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η ελληνική κυβέρνηση καθορίζει την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου.
Αλλά εδώ αρχίζει η πραγματική αποδόμηση.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να εξηγείς γιατί αυξάνεται η διεθνής τιμή του πετρελαίου και άλλο να απαντάς τι μπορεί να κάνει η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στην τελική τιμή που πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής.
Το πρώτο αφορά τον Τραμπ, το Ιράν και το Ορμούζ.
Το δεύτερο αφορά την Αθήνα.
Και δεν μπορεί κάθε φορά που η διεθνής συγκυρία γίνεται δυσμενής η κυβέρνηση να μετατρέπεται απλώς σε σχολιαστή της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κυβέρνηση δεν εκλέγεται για να μας εξηγεί ποιος φταίει διεθνώς. Εκλέγεται και για να περιορίζει, όσο μπορεί, τις συνέπειες στο εσωτερικό.
Το καλύτερο όμως είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση έχει ήδη παραδεχθεί πως υπάρχει πρόβλημα
Υπάρχει μάλιστα μια λεπτομέρεια που κάνει τη δήλωση ακόμη πιο άβολη.
Μόλις την άνοιξη του 2026, η κυβέρνηση είχε προχωρήσει στο Fuel Pass III, σε περίοδο κατά την οποία οι τιμές στη Λέσβο είχαν προσεγγίσει ή ξεπεράσει τα 2 ευρώ, όπως υπενθυμίζει το τοπικό ρεπορτάζ.
Γιατί χρειάστηκε Fuel Pass;
Προφανώς επειδή το κόστος καυσίμων αποτελούσε ήδη σοβαρή οικονομική επιβάρυνση.
Και τώρα, με τη βενζίνη στα 2,50 ευρώ, ακούμε ότι είναι μεν «πάρα πολύ», αλλά όχι κρίση.
Τελικά πότε υπάρχει πρόβλημα;
Όταν πρέπει να δικαιολογηθεί μια κυβερνητική ενίσχυση ή όταν πρέπει να υπερασπιστούμε την κυβερνητική πολιτική;
Και τα δύο ταυτόχρονα δύσκολα στέκουν.
Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται αν αλλάξεις τη λέξη
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της συγκεκριμένης δήλωσης.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε ακούσει πολλές φορές την ίδια επικοινωνιακή τεχνική:
αν μια κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, μετακινείται ο πήχης του τι θεωρείται σοβαρό πρόβλημα.
Η βενζίνη είναι 2,50 ευρώ;
Ναι, είναι «πάρα πολύ».
Αλλά κρίση θα είναι στα 5.
Με αυτή τη λογική, όμως, πάντα υπάρχει κάτι χειρότερο με το οποίο μπορούμε να συγκρίνουμε το σημερινό πρόβλημα.
Το ενοίκιο είναι 800 ευρώ;
Θα μπορούσε να είναι 1.500.
Το ρεύμα είναι ακριβό;
Θα μπορούσε να είναι διπλάσιο.
Τα τρόφιμα έχουν αυξηθεί;
Θα μπορούσαν να αυξηθούν περισσότερο.
Έτσι όμως δεν ασκείται οικονομική πολιτική.
Έτσι απλώς μετακινείται συνεχώς η γραμμή μετά την οποία επιτρέπεται στον πολίτη να διαμαρτυρηθεί.
Ο πολίτης δεν πληρώνει «πληθωρισμό Τραμπ» – πληρώνει την απόδειξη
Ο μέσος πολίτης δεν βρίσκεται σε πανεπιστημιακό αμφιθέατρο διεθνών σχέσεων όταν βάζει βενζίνη.
Βρίσκεται μπροστά στην αντλία.
Βάζει 40 λίτρα και πληρώνει 100 ευρώ.
Βάζει 50 και πληρώνει 125.
Και μετά πρέπει να πληρώσει ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ηλεκτρικό ρεύμα, ασφάλεια, φόρους και όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του μήνα.
Μπορούμε να του εξηγήσουμε για το Ορμούζ.
Μπορούμε να του εξηγήσουμε για το Ιράν.
Μπορούμε να του εξηγήσουμε για τον Τραμπ.
Όλα αυτά μπορεί να είναι απολύτως πραγματικοί παράγοντες της διεθνούς ενεργειακής κρίσης.
Αλλά στο τέλος θα μας κάνει μια πολύ απλή ερώτηση:
«Εσείς τι κάνετε για τα 2,50 ευρώ που πληρώνω σήμερα;»
Και αυτή είναι η ερώτηση που δεν απαντάται με γεωπολιτική.
Τα 2,50 ευρώ είναι ήδη κρίση για εκείνον που δεν μπορεί να τα πληρώσει
Τελικά, το λάθος του Δημήτρη Καιρίδη δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των 5 ευρώ.
Βρίσκεται στην αντίληψη που εκπέμπει η συγκεκριμένη σύγκριση.
Η κρίση δεν αρχίζει όταν η κατάσταση φτάσει στο απόλυτο άκρο.
Για μια οικογένεια που αναγκάζεται να περιορίσει μετακινήσεις επειδή δεν βγαίνει ο μήνας, η κρίση μπορεί να έχει ήδη αρχίσει.
Για έναν επαγγελματία που βλέπει το κόστος μεταφοράς να εκτοξεύεται, επίσης.
Για έναν κάτοικο νησιού που πρέπει να διανύσει δεκάδες χιλιόμετρα για τις βασικές ανάγκες του, επίσης.
Και αυτή ακριβώς είναι η απόσταση που πολλές φορές χωρίζει τους οικονομικούς δείκτες από την πραγματική ζωή.
Ο κ. Καιρίδης είπε ότι τα 2,50 ευρώ είναι «πάρα πολύ».
Μέχρι εκεί συμφωνούμε απολύτως.
Από εκεί και πέρα όμως δεν χρειάζεται να περιμένουμε να φτάσει η βενζίνη στα 5 ευρώ για να αναγνωρίσουμε το αυτονόητο.
Όταν ένα γέμισμα 50 λίτρων κοστίζει 125 ευρώ, το πρόβλημα δεν είναι πώς θα το ονομάσουμε.
Το πρόβλημα είναι πώς θα το πληρώσει ο πολίτης.
Και σε αυτό ούτε ο Τραμπ, ούτε το Ιράν, ούτε η αλλαγή του ορισμού της λέξης «κρίση» μπορούν να αποτελέσουν απάντηση.
@sarantaenatakato



