Υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η επανάληψη μιας κυβερνητικής θέσης παύει να αποτελεί απάντηση. Και στην περίπτωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, αυτό το σημείο έχει προ πολλού ξεπεραστεί.
Ο Παύλος Μαρινάκης δηλώνει ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης δεν έχει ως τίτλο τα «ήρεμα νερά». Διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν υποχωρεί από τις πάγιες εθνικές θέσεις. Και, κυρίως, επαναλαμβάνει ότι για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου δεν απαιτείται καμία άδεια από την Τουρκία και ότι το έργο θα προχωρήσει σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.
Ωραία.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν ρωτά πλέον τι πιστεύει η κυβέρνηση ότι δικαιούται να κάνει. Το ερώτημα είναι πότε θα το κάνει.
Και σε αυτό ακριβώς το ερώτημα η απάντηση απουσιάζει.
Δεν χρειάζεται να μας πει η κυβέρνηση ότι δεν ζητά άδεια από την Τουρκία
Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο.
Όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν χρειάζεται τουρκική άδεια για ένα έργο το οποίο θεωρεί ότι καλύπτεται από το Διεθνές Δίκαιο, δεν ανακοινώνει κάποια μεγάλη εθνική επιτυχία.
Περιγράφει αυτό που θεωρεί αυτονόητο ελληνικό δικαίωμα.
Το κρίσιμο επομένως δεν είναι να ακούμε ξανά και ξανά ότι «δεν ζητάμε άδεια».
Το κρίσιμο είναι να δούμε τις εργασίες να εκτελούνται εκεί όπου προβλέπει ο σχεδιασμός.
Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:
«Δεν χρειάζομαι την άδειά σου»
και στο:
«Προχωρώ χωρίς την άδειά σου».
Το πρώτο είναι δήλωση.
Το δεύτερο είναι άσκηση δικαιώματος.
Και η εξωτερική πολιτική κρίνεται τελικά στο δεύτερο.
Αν «το έργο θα προχωρήσει», τότε πότε;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χρησιμοποιεί μια απολύτως κατηγορηματική διατύπωση:
«Το έργο θα προχωρήσει όπως έχει προβλέψει ο σχεδιασμός του».
Αυτό ακούγεται ισχυρό.
Αλλά δημιουργεί αμέσως το επόμενο ερώτημα:
Πότε;
Πότε θα πραγματοποιηθούν τα επόμενα κρίσιμα στάδια των εργασιών;
Ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα;
Υπάρχει ημερομηνία;
Υπάρχει επιχειρησιακός σχεδιασμός;
Υπάρχει κάποια μεταβολή σε σχέση με όσα είχαν προγραμματιστεί;
Γιατί αν όλα αυτά υπάρχουν, η κυβέρνηση μπορεί πολύ απλά να τα παρουσιάσει.
Εάν δεν μπορεί ή δεν θέλει, τότε η φράση «θα προχωρήσει» παραμένει μια πολιτική διαβεβαίωση για κάτι που μένει να αποδειχθεί.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι αυτόματος πιλότος
Υπάρχει επίσης μια βολική παγίδα στην αδιάκοπη επίκληση του Διεθνούς Δικαίου.
Το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο ένα κράτος στηρίζει τις θέσεις και τα δικαιώματά του.
Δεν στέλνει όμως μόνο του πλοία.
Δεν πραγματοποιεί έρευνες.
Δεν ποντίζει καλώδια.
Δεν εφαρμόζει τον σχεδιασμό μιας κυβέρνησης.
Τα κράτη ασκούν στην πράξη τα δικαιώματα που θεωρούν ότι τους παρέχει το Διεθνές Δίκαιο.
Άρα, όταν η κυβέρνηση λέει ότι «θα γίνει ό,τι προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο», η επόμενη ερώτηση είναι ακριβώς αυτή:
Θα γίνει;
Και πότε;
Όλα τα υπόλοιπα είναι πολιτική ρητορική.
«Δεν θα ξαναγράψουμε το Διεθνές Δίκαιο επειδή δεν αρέσει σε μια χώρα»
Πολύ σωστά.
Αλλά ούτε αυτό απαντά στην ουσία.
Κανείς δεν ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να ξαναγράψει το Διεθνές Δίκαιο.
Ζητά να αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει στην πράξη όσα υποστηρίζει δημοσίως ότι της επιτρέπει το Διεθνές Δίκαιο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής κριτικής.
Δεν είναι:
«Γιατί μιλάτε με την Τουρκία;»
Ο διάλογος μεταξύ δύο γειτονικών κρατών είναι θεμιτός και χρήσιμος.
Δεν είναι ούτε:
«Γιατί υπάρχουν ήρεμα νερά;»
Προφανώς κανένας λογικός άνθρωπος δεν επιθυμεί ένταση για την ένταση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:
Υπάρχει κάτι που η Ελλάδα θεωρεί ότι δικαιούται να κάνει, αλλά στην πράξη αποφεύγει ή καθυστερεί να το κάνει εξαιτίας της τουρκικής αντίδρασης;
Εκεί πρέπει να δοθεί η απάντηση.
Το «δεν υποχωρούμε» αποδεικνύεται, δεν ανακοινώνεται
Υπάρχει μια παλιά αδυναμία της πολιτικής επικοινωνίας: να θεωρεί ότι όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται μια φράση τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε πραγματικότητα.
«Δεν υποχωρούμε».
«Δεν ζητάμε άδεια».
«Το έργο θα γίνει».
«Δεν αλλάζουμε το Διεθνές Δίκαιο».
Όλα ακούγονται εξαιρετικά.
Αλλά τέσσερις δυνατές δηλώσεις δεν ισοδυναμούν με ένα μέτρο ποντισμένου καλωδίου.
Και αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα που δεν μπορεί να παρακάμψει καμία επικοινωνιακή στρατηγική.
Αν το έργο προχωρήσει όπως ακριβώς έχει σχεδιαστεί, η κυβέρνηση θα έχει μια εξαιρετικά ισχυρή απάντηση στους επικριτές της.
Θα μπορεί να πει:
«Μας κατηγορούσατε ότι φοβόμαστε την Τουρκία. Το έργο έγινε».
Τελεία.
Μέχρι τότε, όμως, δεν μπορεί να ζητείται από την κοινωνία να θεωρήσει την κυβερνητική πρόθεση ισοδύναμη με το αποτέλεσμα.
Και κάπου εδώ καταρρέει και η συζήτηση για τα «ήρεμα νερά»
Ο Παύλος Μαρινάκης λέει ότι η εξωτερική πολιτική Μητσοτάκη δεν έχει τίτλο «ήρεμα νερά».
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι ο τίτλος.
Μπορούμε να την ονομάσουμε «ενεργητική πολιτική».
Μπορούμε να την ονομάσουμε «πολιτική διαλόγου».
Μπορούμε να της δώσουμε οποιαδήποτε επικοινωνιακή περιγραφή.
Η ουσία δεν αλλάζει με την ονομασία.
Η πολιτική απέναντι στην Τουρκία θα κριθεί από το εάν η αποκλιμάκωση συνοδεύεται από κανονική άσκηση των ελληνικών δικαιωμάτων ή εάν, προκειμένου να διατηρηθεί η αποκλιμάκωση, δύσκολες αποφάσεις μετατίθενται συνεχώς για αργότερα.
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.
Όχι αν χρησιμοποιείται ή όχι η έκφραση «ήρεμα νερά».
Και η φράση «όσα δεν έκαναν οι προηγούμενοι σε δεκαετίες» χρειάζεται μέτρο
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι μέσα σε επτά χρόνια έχουν προχωρήσει πράγματα που οι προηγούμενοι δεν μπορούσαν να φανταστούν επί δεκαετίες.
Είναι μια εντυπωσιακή πολιτική διατύπωση.
Αλλά όταν μια κυβέρνηση επικαλείται τόσο μεγάλη ιστορική υπεροχή, αναλαμβάνει και το αντίστοιχο βάρος απόδειξης.
Δεν αρκεί να δηλώνεις ότι εφαρμόζεις την πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών.
Πρέπει να δέχεσαι και την πιο αυστηρή ερώτηση:
Ωραία. Τότε γιατί ένα έργο που η ίδια η κυβέρνηση χαρακτηρίζει απολύτως νόμιμο χρειάζεται τόσες διαβεβαιώσεις ότι κάποια στιγμή θα προχωρήσει;
Εδώ βρίσκεται η αντίφαση.
Όσο περισσότερη αποφασιστικότητα περιγράφεται στα λόγια, τόσο περισσότερο απαιτείται να φαίνεται στις πράξεις.
Το καλώδιο έχει γίνει τεστ αξιοπιστίας
Και αυτό ίσως είναι πλέον το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση.
Το συγκεκριμένο έργο έχει ξεπεράσει την τεχνική και ενεργειακή του διάσταση.
Έχει μετατραπεί σε τεστ αξιοπιστίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση μόνη της ανεβάζει τον πήχη όταν δηλώνει κατηγορηματικά:
Δεν χρειαζόμαστε άδεια.
Δεν υποχωρούμε.
Το Διεθνές Δίκαιο είναι με το μέρος μας.
Το έργο θα προχωρήσει.
Από τη στιγμή που τα λες όλα αυτά, δεν υπάρχει πλέον χώρος για ασάφεια.
Προχώρησέ το.
Και τότε η συζήτηση τελειώνει.
Λιγότερες διαβεβαιώσεις, περισσότερες πράξεις
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται την εξωτερική της πολιτική.
Έχει επίσης κάθε δικαίωμα να θεωρεί άδικη την κριτική περί «ενδοτισμού».
Αλλά δεν μπορεί να απαιτεί να κριθεί μόνο από τις προθέσεις και τις δηλώσεις της.
Η εξωτερική πολιτική είναι ίσως ο κατεξοχήν χώρος όπου η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από την επικοινωνία.
Και στην περίπτωση του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου τα πράγματα έχουν γίνει εξαιρετικά απλά.
Η κυβέρνηση λέει ότι δεν χρειάζεται άδεια από την Τουρκία.
Συμφωνούμε.
Λέει ότι το έργο καλύπτεται από το Διεθνές Δίκαιο.
Αυτή είναι η θέση της Ελλάδας.
Λέει ότι το έργο θα προχωρήσει.
Τότε ας προχωρήσει.
Γιατί στο τέλος υπάρχει μόνο μία πραγματική αποδόμηση όλων των επικριτών της κυβέρνησης:
Όχι άλλη μία συνέντευξη.
Όχι άλλη μία διαβεβαίωση.
Όχι άλλη μία επίκληση του Διεθνούς Δικαίου.
Το πλοίο στη θάλασσα και το καλώδιο στον βυθό.
Τότε δεν θα χρειάζεται να μας εξηγεί κανείς εάν τα νερά είναι «ήρεμα».
Θα μιλούν οι πράξεις.



