Κόμμα Σαμαρά: Πολλά τα σενάρια, λίγα τα δεδομένα – Όταν η «αποδόμηση» αρχίζει πριν καν υπάρξει κόμμα

Υπάρχει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό στην πολιτική συζήτηση γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά.

Το κόμμα δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί, αλλά κάποιοι έχουν ήδη αποφασίσει γιατί θα δημιουργηθεί, ποιον θα έχει αντίπαλο, με ποιον θα συνεργαστεί, ποιος θα γίνει πρωθυπουργός και περίπου πώς θα εξελιχθούν οι επόμενες εκλογές.

Αν μη τι άλλο, αξιοθαύμαστη ταχύτητα.

Μόνο που όταν αφαιρέσουμε από το δημοσίευμα τις εκτιμήσεις, τις πληροφορίες «προσώπων που κινούνται πέριξ του περιβάλλοντος», τις ερμηνείες και τα υποθετικά σενάρια, τα πραγματικά δεδομένα είναι πολύ λιγότερα.

Και αξίζει να τα ξεχωρίσουμε.

1. Πρώτο δεδομένο: Ο Σαμαράς ΔΕΝ έχει ακόμη ανακοινώσει κόμμα

Αυτό είναι το σημαντικότερο.

Υπάρχουν προετοιμασίες; Όλα δείχνουν πως υπάρχουν.

Υπάρχουν συνεργάτες του που μιλούν πλέον σχεδόν ανοιχτά για νέο πολιτικό φορέα; Ναι.

Υπάρχουν πληροφορίες ότι οι διαδικασίες έχουν προχωρήσει σημαντικά; Επίσης ναι.

Υπάρχει όμως επίσημη ανακοίνωση του Αντώνη Σαμαρά ότι ιδρύει κόμμα; Όχι ακόμη.

Επομένως η διατύπωση ότι βρίσκεται «στην τελική ευθεία πριν από τις οριστικές αποφάσεις» αποτελεί πολιτική εκτίμηση και όχι ανακοινωμένο γεγονός.

Μπορεί αύριο να επιβεβαιωθεί.

Αλλά μέχρι να επιβεβαιωθεί, παραμένει αυτό που είναι:

σενάριο με ισχυρές ενδείξεις. Όχι τετελεσμένο.

2. Το δεύτερο άλμα: Από τον Σκορδά περάσαμε στον… Σαμαρά

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστικότερη λαθροχειρία της συζήτησης.

Ο Θανάσης Σκορδάς πράγματι είπε ότι θεωρεί πως ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να ηγηθεί κυβέρνησης συνεργασίας.

Αυτό είναι απολύτως πραγματικό και επιβεβαιώνεται από διαφορετικές πηγές.

Ποιος το είπε όμως;

Ο Σκορδάς.

Όχι ο Σαμαράς.

Και μάλιστα, όταν ρωτήθηκε με ποια κόμματα θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια τέτοια κυβέρνηση, δεν παρουσίασε κάποιον συγκεκριμένο συνασπισμό. Απάντησε ουσιαστικά ότι αυτό θα το καθορίσει ο συσχετισμός που θα δημιουργήσει ο ελληνικός λαός.

Άρα από το:

«Ο Σκορδάς θεωρεί ότι ο Σαμαράς μπορεί να ηγηθεί κυβέρνησης συνεργασίας»

μέχρι το:

«Ο Σαμαράς σχεδιάζει να γίνει πρωθυπουργός κυβέρνησης συνεργασίας»

υπάρχει μια απόσταση.

Και αυτή η απόσταση ονομάζεται τεκμηρίωση.

3. Το «προσωπικό κίνητρο» είναι ερμηνεία, όχι αποκάλυψη

Το δημοσίευμα προχωρά ακόμη περισσότερο.

Η τοποθέτηση Σκορδά, μας λέει, «ερμηνεύτηκε» ως στοιχείο που αποκαλύπτει προσωπικό κίνητρο του Αντώνη Σαμαρά.

Προσέξτε τη λέξη:

«ερμηνεύτηκε».

Από ποιους;

Με ποια πρόσθετα στοιχεία;

Πού δήλωσε ο Σαμαράς ότι ο λόγος της σύγκρουσής του με τον Μητσοτάκη είναι ότι επιθυμεί να επιστρέψει στο Μέγαρο Μαξίμου;

Δεν υπάρχει τέτοια δημόσια δήλωση.

Μπορεί να υπάρχει προσωπική φιλοδοξία; Προφανώς μπορεί.

Πολιτικός είναι.

Όπως προσωπική φιλοδοξία έχει κάθε πολιτικός που διεκδικεί εξουσία.

Άλλο όμως η εύλογη πολιτική υπόθεση και άλλο να χρησιμοποιείται ως εξήγηση των κινήσεων ενός ανθρώπου χωρίς να έχει αποδειχθεί.

4. Και τότε εμφανίζεται πάλι η Ζωή Κωνσταντοπούλου…

Το συγκεκριμένο επιχείρημα έχει αρχίσει να αποκτά σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Ο Μάκης Βορίδης εγκαλεί ουσιαστικά τον Σαμαρά επειδή από τη μια επικρίνει τη ΝΔ για την ιδεολογική μετατόπισή της και από την άλλη θα μπορούσε να δεχθεί ακόμη και κυβέρνηση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου προκειμένου να γίνει πρωθυπουργός.

Μόνο που υπάρχει το ίδιο μικρό πρόβλημα που έχουμε ήδη επισημάνει:

Πότε είπε ο Σαμαράς ότι θα συγκυβερνήσει με την Κωνσταντοπούλου;

Δεν το είπε.

Πότε το είπε ο Σκορδάς;

Ούτε αυτός το είπε.

Ο Σκορδάς δεν απέκλεισε εκ των προτέρων πολιτικές δυνάμεις και μίλησε γενικά για κυβέρνηση συνεργασίας.

Από αυτό μέχρι το:

«Σαμαράς + Κωνσταντοπούλου»

μεσολαβεί ένα ολόκληρο πολιτικό σενάριο που δημιουργούν οι αντίπαλοι του Σαμαρά και στη συνέχεια του ζητούν να απολογηθεί γι’ αυτό.

Αυτό είναι κλασικό straw man:

κατασκευάζω την πιο ακραία εκδοχή της θέσης του αντιπάλου μου και στη συνέχεια αποδεικνύω πόσο αντιφατική είναι.

Το έχουμε ήδη αναλύσει και στο Kefalonia Magazine.

5. «Κατηγορεί τη ΝΔ για το ΠΑΣΟΚ, ενώ ο ίδιος κυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ»

Αυτό είναι πολύ ισχυρότερο επιχείρημα.

Αλλά και πάλι χρειάζεται ακρίβεια.

Ο Σαμαράς πράγματι κυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ.

Και αυτό είναι ιστορικό γεγονός.

Υπάρχει όμως ουσιαστική διαφορά μεταξύ:

κυβερνητικής συνεργασίας δύο αυτοτελών κομμάτων

και

ιδεολογικής φυσιογνωμίας ενός κόμματος και ενσωμάτωσης στελεχών άλλων πολιτικών χώρων στο εσωτερικό του.

Μπορεί κάποιος να θεωρεί απολύτως σωστή τη διεύρυνση Μητσοτάκη.

Αλλά δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες.

Το ΠΑΣΟΚ δεν ενσωματώθηκε στη ΝΔ το 2012.

Συνεργάστηκε κυβερνητικά μαζί της σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.

Άρα το «μα κι εσύ κυβέρνησες με το ΠΑΣΟΚ» δεν απαντά αυτομάτως στην κριτική περί αλλαγής της ιδεολογικής φυσιογνωμίας της σημερινής ΝΔ.

Είναι διαφορετική συζήτηση.

6. Και το καλύτερο: Βορίδης, Γεωργιάδης και Πλεύρης

Εδώ το επιχείρημα μπορεί πραγματικά να γυρίσει μπούμερανγκ.

Το δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι Βορίδης, Γεωργιάδης και Πλεύρης εντάχθηκαν στη ΝΔ επί Σαμαρά.

Σωστό.

Μόνο που αυτό δεν αποδομεί υποχρεωτικά τον Σαμαρά.

Μπορεί να ενισχύει το επιχείρημά του.

Γιατί ποια είναι η βασική θέση της σαμαρικής πλευράς;

Ότι το πρόβλημα δεν είναι αν κάποιος προέρχεται από άλλο κόμμα.

Το πρόβλημα είναι προς ποια πολιτική κατεύθυνση μετακινείται η παράταξη.

Αυτό ακριβώς υποστήριξε και ο Σκορδάς: χρησιμοποίησε την ένταξη Γεωργιάδη και Βορίδη επί Σαμαρά για να ισχυριστεί ότι η ΝΔ τότε δεν μετακινήθηκε προς τις θέσεις των νεοεισερχόμενων, αλλά εκείνοι εντάχθηκαν σε μια δεδομένη πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία.

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί.

Αλλά πρέπει να απαντήσει σε αυτό.

Όχι απλώς να απαριθμήσει ποιος ήρθε από πού.

7. Το «woke» επιχείρημα έχει μια ενδιαφέρουσα παρενέργεια

Εδώ η πολιτική πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Ο Σαμαράς επιχειρεί πράγματι να πιέσει τη ΝΔ από τα δεξιά σε ζητήματα ταυτότητας, οικογένειας και κοινωνικής πολιτικής.

Και τι κάνει η κυβέρνηση;

Ο Παύλος Μαρινάκης δηλώνει κατηγορηματικά ότι η κυβέρνηση δεν έχει και δεν πρόκειται να αποκτήσει woke ατζέντα.

Άρα έχουμε ένα παράδοξο:

Από τη μία παρουσιάζεται περίπου ως εμμονική ή κατασκευασμένη η κριτική Σαμαρά.

Από την άλλη, η κυβέρνηση αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει ακριβώς πάνω στο πεδίο που επέλεξε ο Σαμαράς.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Σαμαράς έχει δίκιο επί της ουσίας.

Αποδεικνύει όμως κάτι πολιτικά σημαντικό:

ότι η κυβέρνηση θεωρεί πως υπάρχει ακροατήριο στο οποίο αυτή η κριτική μπορεί να προκαλέσει ζημιά.

Και πρόσφατες πολιτικές αναλύσεις καταγράφουν ακριβώς αυτή την προσπάθεια της ΝΔ να αποτρέψει περαιτέρω διαρροές προς τα δεξιά.

8. Αν ο Σαμαράς είναι τόσο αδύναμος, γιατί τόση φασαρία;

Και φτάνουμε στην πιο ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση.

Εάν ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά είναι καταδικασμένο να αποτύχει…

Εάν αποτελεί απλώς προσωπικό «γινάτι»…

Εάν δεν διαθέτει κοινωνική δυναμική…

Εάν οι θέσεις του δεν ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους…

τότε γιατί παρακολουθείται σχεδόν κάθε δήλωση ανθρώπου του περιβάλλοντός του;

Γιατί υπουργοί απαντούν;

Γιατί συζητείται η επίδρασή του στην εκλογική στρατηγική της ΝΔ;

Γιατί αναλύεται η πρώτη και η δεύτερη κάλπη;

Γιατί εξετάζεται η πιθανότητα απωλειών στα δεξιά;

Η απάντηση είναι μάλλον απλή:

γιατί το Μαξίμου δεν γνωρίζει ακόμη πόσο μπορεί να κοστίσει ένα κόμμα Σαμαρά.

Και μέχρι να το γνωρίζει, ο κίνδυνος δεν μπορεί να αγνοηθεί.

9. Η μεγάλη αντίφαση: Ο Σαμαράς υποτίθεται ότι θέλει να καταστρέψει τη ΝΔ για να… συγκυβερνήσει με τη ΝΔ

Εδώ αρχίζει να μπερδεύεται σοβαρά το αφήγημα.

Από τη μία ακούμε ότι ο Σαμαράς κινείται από εκδίκηση και προσωπικό μένος απέναντι στον Μητσοτάκη.

Από την άλλη ότι το πιθανό κόμμα του σχεδιάζει να λειτουργήσει ως μελλοντικός κυβερνητικός εταίρος.

Και μάλιστα υπάρχουν δημόσιες παρεμβάσεις ανθρώπων που κινούνται κοντά του που περιγράφουν ακριβώς ένα τέτοιο ενδεχόμενο συνεργασίας.

Κάπου πρέπει να αποφασίσουμε.

Θέλει να καταστρέψει τη Νέα Δημοκρατία;

Ή θέλει να δημιουργήσει έναν δεύτερο πόλο στα δεξιά της και να την αναγκάσει σε διαφορετική πολιτική κατεύθυνση;

Γιατί τα δύο δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Το πραγματικό ερώτημα που αποφεύγεται

Το ενδιαφέρον, τελικά, δεν είναι αν ο Αντώνης Σαμαράς συμπαθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ούτε αν θα ήθελε να ξαναγίνει πρωθυπουργός.

Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο:

Υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα αρκετός πολιτικός χώρος στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας ώστε ένας πρώην πρωθυπουργός να δημιουργήσει βιώσιμο κόμμα;

Και, αν υπάρχει, από πού θα πάρει ψηφοφόρους;

Πόσο θα κοστίσει στη ΝΔ;

Θα αλλάξει τους συσχετισμούς της πρώτης κάλπης;

Και μπορεί τελικά να μετατραπεί από αντίπαλος της ΝΔ σε αναγκαίο μετεκλογικό εταίρο της;

Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα.

Και ίσως γι’ αυτό είναι πολύ ευκολότερο να συζητάμε από τώρα για «προσωπικά κίνητρα», «Κωνσταντοπούλου», «γινάτια» και επιστροφή Σαμαρά στην πρωθυπουργία.

Γιατί διαφορετικά πρέπει να συζητήσουμε το πραγματικά άβολο ενδεχόμενο για τη Νέα Δημοκρατία:

ότι ένας πολιτικός που υποτίθεται πως ανήκει οριστικά στο παρελθόν εξακολουθεί, πριν καν ανακοινώσει αν θα κάνει κόμμα, να επηρεάζει τη συζήτηση για το πολιτικό της μέλλον.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ