Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να εξηγήσεις γιατί μια οικογένεια δεν μπορεί να αποταμιεύσει 100 ευρώ τον μήνα.
Να της πεις ότι φταίει η ίδια.
Παίζει Τζόκερ. Παίρνει καφέ. Καίει βενζίνη για να πάει να πάρει τσιγάρα. Αγοράζει τυρόπιτα. Παραγγέλνει φαγητό.
Και κάπως έτσι λύθηκε το οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής οικογένειας.
Μόνο που η οικονομία δεν λειτουργεί με τέτοιους υπολογισμούς καφενείου.
Το μέτρο που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πράγματι ενδιαφέρον. Για κάθε ευρώ που θα αποταμιεύει μια οικογένεια, το κράτος θα βάζει άλλο ένα, μέχρι τα 1.200 ευρώ ετησίως. Αν μια οικογένεια καταθέτει 100 ευρώ κάθε μήνα, η κρατική συμμετοχή θα φτάνει επίσης τα 100 ευρώ.
Είναι ένα πολύ ισχυρό κίνητρο αποταμίευσης και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για σοβαρό μέτρο, αξίζει σοβαρή συζήτηση.
Και το πρώτο ερώτημα είναι προφανές:
Πόσες οικογένειες μπορούν πράγματι να βάζουν 100 ευρώ κάθε μήνα;
Όχι πόσες θα μπορούσαν αν έκοβαν τον καφέ.
Πόσες μπορούν πραγματικά.
Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά.
Η οικογένεια που διαθέτει 100 ευρώ τον μήνα αποκτά κρατική ενίσχυση 1.200 ευρώ τον χρόνο.
Η οικογένεια που μπορεί να διαθέσει 20 ευρώ παίρνει 240.
Και η οικογένεια που στο τέλος του μήνα δεν έχει τίποτα να αποταμιεύσει παίρνει… τίποτα.
Άρα υπάρχει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:
Μήπως ένα μέτρο που παρουσιάζεται ως δημογραφική πολιτική ευνοεί αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά που ήδη διαθέτουν μεγαλύτερη αποταμιευτική δυνατότητα;
Αυτό δεν ακυρώνει το μέτρο.
Είναι όμως ακριβώς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.
Όχι, οι φτωχότερες οικογένειες δεν είναι φτωχές επειδή αγοράζουν καφέ
Εδώ αρχίζει το πραγματικά προβληματικό κομμάτι του επιχειρήματος.
«Κόψε το Τζόκερ».
«Κόψε τους καφέδες».
«Περπάτα αντί να πάρεις το αυτοκίνητο».
«Φτιάξε φαγητό στο σπίτι».
«Μην παραγγέλνεις».
Είναι η κλασική θεωρία ότι το πρόβλημα του διαθέσιμου εισοδήματος δεν βρίσκεται στο ύψος των μισθών, στα ενοίκια, στα τρόφιμα, στην ενέργεια ή στο κόστος ανατροφής ενός παιδιού.
Βρίσκεται στην τυρόπιτα.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη πιο παράδοξο.
Αν κάποιος αγοράζει δέκα καφέδες τον μήνα, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αν τους κόψει θα αποταμιεύσει 20 ευρώ για δεκαοκτώ χρόνια.
Αν κάποιος δεν παραγγείλει ένα βράδυ φαγητό, δεν σημαίνει ότι το ποσό μετατρέπεται μαγικά σε μακροχρόνια αποταμίευση.
Η πραγματική οικονομική ζωή ενός νοικοκυριού δεν είναι Excel.
Έχει έκτακτα έξοδα, γιατρούς, φάρμακα, αυτοκίνητο, σχολείο, θέρμανση, ενοίκιο, λογαριασμούς, επισκευές.
Και κυρίως έχει μήνες που περισσεύουν χρήματα και μήνες που δεν περισσεύει ούτε ευρώ.
Υπάρχουν πολύ σοβαρότερα ερωτήματα για τον «κουμπαρά»
Το ίδιο το μέτρο δημιουργεί ενδιαφέροντα ερωτήματα που αξίζει να συζητηθούν.
Ποιος θα διαχειρίζεται τα χρήματα;
Τι απόδοση θα έχουν;
Θα είναι τραπεζική κατάθεση ή επενδυτικό προϊόν;
Τι εγγύηση θα υπάρχει για το κεφάλαιο;
Ποιος αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο, εφόσον υπάρχει;
Τι θα συμβαίνει εάν μια οικογένεια σταματήσει προσωρινά τις καταβολές;
Θα μπορεί αργότερα να τις αναπληρώσει;
Θα υπάρχει κάποια ελάχιστη κρατική εισφορά για τα παιδιά των οικογενειών που αντικειμενικά αδυνατούν να αποταμιεύσουν;
Και υπάρχει το σημαντικότερο:
Πώς διασφαλίζεται μια κρατική δέσμευση διάρκειας έως 18 ετών;
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός μίλησε για κεφάλαιο κλειδωμένο μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού.
Σε αυτά τα 18 χρόνια μπορεί να υπάρξουν τέσσερις ή πέντε κυβερνήσεις, διαφορετικές δημοσιονομικές συνθήκες, τραπεζικές κρίσεις, πληθωρισμός και αλλαγές στη νομοθεσία.
Αυτά είναι ερωτήματα πολιτικής.
Το αν μια μητέρα αγόρασε δέκα καφέδες δεν είναι.
Και κάτι ακόμη: τα 60.000 ευρώ θέλουν εξήγηση
Ο πρωθυπουργός είπε ότι με αποταμίευση 100 ευρώ τον μήνα το παιδί μπορεί στα 18 να έχει πάνω από 60.000 ευρώ.
Εδώ χρειάζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες.
Διότι 100 ευρώ τον μήνα από τον γονέα επί 18 χρόνια είναι 21.600 ευρώ.
Άλλα τόσα από το κράτος κάνουν 43.200 ευρώ.
Για να ξεπεράσει το κεφάλαιο τις 60.000 ευρώ απαιτείται σημαντική σωρευτική απόδοση.
Άρα το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι πόσους καφέδες θα κόψει ο γονιός.
Είναι πού θα επενδύονται τα 43.200 ευρώ, με ποια αναμενόμενη απόδοση, με ποιο ρίσκο, με ποιες χρεώσεις και με ποια εγγύηση κεφαλαίου.
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν όταν παρουσιαστεί η πλήρης εξειδίκευση του μέτρου.
Η πιο άδικη φράση είναι το «σταμάτα τη γκρίνια»
Γιατί μπορείς να υποστηρίζεις το μέτρο Μητσοτάκη και ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις ότι υπάρχουν οικογένειες που δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα.
Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Μάλιστα, αν πιστεύεις πραγματικά στην αξία του μέτρου, θα έπρεπε να θέλεις να μπορούν να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά.
Και τότε η σωστή ερώτηση είναι:
Τι κάνουμε για το παιδί του γονέα που δεν έχει 100 ευρώ;
Όχι:
«Γιατί πήρες καφέ;»
Γιατί διαφορετικά δημιουργούμε έναν «κουμπαρά για τη νέα γενιά» δύο ταχυτήτων:
το παιδί της οικογένειας που μπορεί να αποταμιεύει θα πάρει ολόκληρη την κρατική ενίσχυση.
Το παιδί της οικογένειας που δεν μπορεί, θα πάρει λιγότερη ή καθόλου.
Και τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς αποταμιευτικό.
Γίνεται κοινωνικό.
Το μέτρο Μητσοτάκη αξίζει να συζητηθεί σοβαρά και, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορεί να αποδειχθεί πραγματικά σημαντικό.
Αλλά οι οικογένειες που δεν έχουν 100 ευρώ στην άκρη δεν χρειάζονται κάποιον να τους εξηγήσει ότι μπορούν να τα βρουν κόβοντας καφέδες, τυρόπιτες και delivery.
Χρειάζονται μια οικονομία στην οποία, αφού πληρώσουν σπίτι, τρόφιμα, ενέργεια και τις ανάγκες των παιδιών τους, θα τους περισσεύουν πράγματι αυτά τα 100 ευρώ.
Και τότε, ναι.
Ας τα βάλουν στον κουμπαρά.



