Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η πολιτική υπεράσπιση παύει να είναι επιχείρημα και μετατρέπεται σε θεωρία που εξηγεί τα πάντα.
Ακρίβεια; Κάποιοι την εκμεταλλεύονται.
Τέμπη; Κάποιοι τα εκμεταλλεύονται.
Πολιτική κρίση; Κάποιοι την κατασκευάζουν.
Καρυστιανού; Την «δημιούργησαν».
Κασσελάκης; Τον «δημιούργησαν».
Τσίπρας; Τον κάνουν «rebranding».
Και όλα αυτά για έναν και μοναδικό σκοπό:
να ρίξουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Βολικό.
Γιατί έτσι δεν χρειάζεται ποτέ να εξετάσουμε εάν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στην κυβέρνηση. Αρκεί κάθε πρόβλημα να μετατρέπεται σε προϊόν κάποιου σκοτεινού μηχανισμού που επιβουλεύεται τον πρωθυπουργό.
Μια μικρή λεπτομέρεια: ο Μητσοτάκης κυβερνά από το 2019
Αυτό είναι που ξεχνά ολόκληρη η αφήγηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ένας νεοεμφανιζόμενος πολιτικός τον οποίο κάποιο σύστημα προσπαθεί να εμποδίσει να κυβερνήσει.
Είναι πρωθυπουργός από τον Ιούλιο του 2019, με εξαίρεση την υπηρεσιακή περίοδο του 2023.
Κέρδισε τις εκλογές του 2019.
Κέρδισε συντριπτικά τις διπλές εκλογές του 2023.
Κυβερνά επί χρόνια.
Ελέγχει την κυβερνητική πολιτική.
Επιλέγει υπουργούς.
Έχει αλλάξει υπουργούς.
Έχει διαμορφώσει το επιτελικό κράτος.
Έχει περάσει εκατοντάδες νομοσχέδια.
Άρα κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει η εικόνα του πρωθυπουργού που βρίσκεται μονίμως περικυκλωμένος από εχθρούς οι οποίοι δεν τον αφήνουν να κυβερνήσει.
Κυβερνά. Και κρίνεται γι’ αυτό.
Το εκπληκτικό είναι ότι πριν από λίγο το ίδιο αφήγημα παραδεχόταν «διαπλοκή και νταραβέρι»
Εδώ βρίσκεται η τεράστια αντίφαση.
Στο προηγούμενο κείμενο διαβάζαμε ότι, έπειτα από οκτώ χρόνια ΝΔ:
«η διαπλοκή και το νταραβέρι του κυβερνώντος κόμματος είναι στο τέρμα τα γκάζια»
και μάλιστα:
«κυρίως στην κυβέρνηση, υπουργοί και Μαξίμου».
Και τώρα μαθαίνουμε ότι κάποιοι άλλοι έχουν «λύσσα» να ρίξουν τον Μητσοτάκη.
Περιμένετε.
Ποιοι είναι τελικά αυτοί οι πανίσχυροι μηχανισμοί;
Αυτοί που, σύμφωνα με την προηγούμενη ανάλυση, βρίσκονται σε πλήρες «νταραβέρι» με υπουργούς και Μαξίμου;
Ή κάποιο άλλο σύστημα που πολεμά μέχρις εσχάτων τον Μητσοτάκη;
Γιατί δεν μπορεί το «σύστημα» να είναι ταυτόχρονα κολλημένο πάνω στην εξουσία και να αγωνίζεται λυσσαλέα να την ανατρέψει, χωρίς τουλάχιστον να μας εξηγήσει κάποιος ποιο σύστημα εννοεί κάθε φορά.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός»
Εδώ η διατύπωση είναι ιδιαίτερα προβληματική.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί απολύτως με τις πολιτικές τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού.
Μπορεί να θεωρεί ότι έχει υπερπροβληθεί.
Μπορεί να ασκεί κριτική σε κάθε δημόσια δήλωσή της.
Αλλά η δημόσια παρουσία της δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός.
Συνδέεται με την τραγωδία των Τεμπών και την απώλεια της κόρης της.
Από εκεί προέκυψε η δημόσια αναγνωρισιμότητά της.
Αν στη συνέχεια αυτή η αναγνωρισιμότητα απέκτησε πολιτικές διαστάσεις, αυτό είναι διαφορετική συζήτηση.
Το να παρουσιάζεται όμως περίπου ως προϊόν εργαστηρίου κάποιων «rebranders» είναι ένας εξαιρετικά βολικός τρόπος να παρακάμπτεται το πραγματικό γεγονός που την έφερε στο προσκήνιο.
Ο Κασσελάκης πράγματι απογειώθηκε επικοινωνιακά. Και μετά;
Ο Στέφανος Κασσελάκης γνώρισε τεράστια δημοσιότητα και εξελέγη πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.
Εάν όμως οι μυστηριώδεις μηχανισμοί που «δημιουργούν περσόνες» ήταν τόσο πανίσχυροι, το συγκεκριμένο παράδειγμα μάλλον δεν αποδεικνύει την αποτελεσματικότητά τους.
Η πολιτική αγορά έχει έναν σκληρό κανόνα:
η δημοσιότητα μπορεί να δημιουργήσει αναγνωρισιμότητα. Δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει ανθεκτικό πολιτικό κεφάλαιο.
Αν μπορούσε, κάθε τηλεοπτικά προβεβλημένος πολιτικός θα γινόταν πρωθυπουργός.
Δεν γίνεται.
Και για τον Τσίπρα υπάρχει μια ακόμη απλούστερη απάντηση
Το κείμενο αφιερώνει αρκετή ειρωνεία στο υποτιθέμενο «rebranding» του Αλέξη Τσίπρα.
Και μπορεί πράγματι κάποιος να θεωρεί ότι δεν αλλάζει πολιτικά, ότι επαναλαμβάνει παλιές συνταγές ή ότι επιχειρεί επικοινωνιακή επαναφορά.
Αλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα;
Αφήστε τον να κριθεί.
Αν επιστρέφει πράγματι στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις», όπως γράφεται, ο ψηφοφόρος θα το αντιληφθεί.
Αν δεν έχει αλλάξει, θα αποτύχει.
Αν δεν είναι πειστικός, δεν θα πάρει ψήφους.
Γιατί λοιπόν τόσος φόβος για το «rebranding»;
Η πιο ενδιαφέρουσα λέξη είναι η «λύσσα»
«Τόση επιμονή να ρίξουν τον Μητσοτάκη. Λύσσα κακιά».
Αλλά τι ακριβώς σημαίνει «να ρίξουν τον Μητσοτάκη» σε μια δημοκρατία;
Να χάσει τις εκλογές;
Αυτό επιδιώκει κάθε αντιπολίτευση για κάθε κυβέρνηση.
Το ΠΑΣΟΚ θέλει να πέσει η ΝΔ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να πέσει η ΝΔ.
Ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά θα επιδιώξει να πάρει ψήφους από τη ΝΔ.
Οποιοδήποτε κόμμα κατεβαίνει στις εκλογές επιδιώκει να αυξήσει τη δύναμή του εις βάρος των ανταγωνιστών του.
Αυτό δεν λέγεται «λύσσα».
Λέγεται πολιτική και εκλογικός ανταγωνισμός.
Εκτός αν «υπονόμευση» θεωρείται πλέον κάθε κριτική
Και εδώ βρίσκεται η επικίνδυνη λογική αυτής της επιχειρηματολογίας.
Αν κάθε κρίση που πλήττει την κυβέρνηση «αξιοποιείται».
Αν κάθε νέο πολιτικό πρόσωπο «κατασκευάζεται».
Αν κάθε αντίπαλος «προωθείται».
Αν κάθε κριτική αποτελεί μέρος σχεδίου «να πέσει ο Μητσοτάκης»…
τότε πότε ακριβώς δικαιούται η κοινωνία να δυσαρεστηθεί πραγματικά με μια κυβέρνηση;
Πότε ένα πρόβλημα είναι απλώς πρόβλημα;
Πότε μια κυβερνητική αποτυχία είναι κυβερνητική αποτυχία;
Πότε ένας πολίτης που αλλάζει ψήφο το κάνει επειδή δεν είναι ικανοποιημένος και όχι επειδή κάποιος τον χειραγώγησε;
Υπάρχει και μια μεγάλη προσβολή προς τους ίδιους τους ψηφοφόρους
Γιατί πίσω από αυτή τη θεωρία κρύβεται κάτι βαθύτερο.
Ότι ο πολίτης περίπου δεν σκέφτεται.
Του «ανεβάζουν» έναν πολιτικό και τον ακολουθεί.
Του «κατεβάζουν» άλλον και τον εγκαταλείπει.
Του δημιουργούν μια «περσόνα» και τη χειροκροτεί.
Του κάνουν rebranding στον Τσίπρα και ξεχνά το 2015.
Αν πράγματι έτσι λειτουργούσαν οι ψηφοφόροι, τότε δεν θα χρειαζόμασταν εκλογές.
Θα χρειαζόμασταν διαφημιστικές εταιρείες.
Ευτυχώς, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Και υπάρχει μία ερώτηση που κανείς δεν απαντά
Ας δεχτούμε για μια στιγμή ολόκληρη τη θεωρία.
Υπάρχουν πανίσχυροι «rebranders».
Δημιουργούν πολιτικά πρόσωπα.
Ανεβάζουν και κατεβάζουν αρχηγούς.
Εκμεταλλεύονται κάθε κρίση.
Κάνουν τα πάντα για να πέσει ο Μητσοτάκης.
Γιατί δεν τα έχουν καταφέρει;
Ο Μητσοτάκης βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 και κέρδισε ξανά το 2023.
Άρα έχουμε δύο ενδεχόμενα.
Ή αυτοί οι μηχανισμοί δεν είναι τόσο πανίσχυροι όσο περιγράφονται.
Ή ο ελληνικός λαός δεν είναι τόσο εύκολα χειραγωγήσιμος όσο υπονοείται.
Και στις δύο περιπτώσεις, η θεωρία αρχίζει να μπάζει.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται προστάτες του πρωθυπουργού
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να προστατευτεί από την κριτική.
Έχει κυβερνητικό έργο οκτώ ετών για να υπερασπιστεί.
Έχει οικονομικά στοιχεία.
Έχει μεταρρυθμίσεις.
Έχει επιτυχίες.
Έχει όμως και αποτυχίες, λάθη, σκάνδαλα, πολιτικές επιλογές που αμφισβητήθηκαν και κοινωνικές ομάδες που θεωρούν ότι δεν ωφελήθηκαν όσο άλλες.
Όλα αυτά θα μπουν στην κάλπη.
Και εκεί ο πολίτης θα αποφασίσει.
Εάν τον επιλέξει ξανά, θα κυβερνήσει.
Εάν δεν τον επιλέξει, θα φύγει.
Αυτό δεν θα σημαίνει ότι νίκησαν κάποιοι σκοτεινοί «rebranders».
Θα σημαίνει ότι έχασε τις εκλογές.
Γιατί το δικαίωμα μιας κοινωνίας να αλλάζει κυβέρνηση δεν είναι «λύσσα».
Είναι Δημοκρατία.
Και ίσως η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κάποιος στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι να βλέπει συνωμοσία πίσω από κάθε αντίπαλό του.
Είναι να τον κρίνει με το ίδιο αυστηρό μέτρο που κρίνει όλους τους άλλους.
Γιατί αν μετά από οκτώ χρόνια στην εξουσία για κάθε δυσκολία του πρωθυπουργού εξακολουθούν να φταίνε κάποιοι άλλοι, τότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιοι θέλουν να ρίξουν τον Μητσοτάκη.



